Από το Παρίσι δεν θυμάμαι τι ώρα ξεκινήσαμε για το Βερολίνο. Σίγουρα μεγάλο μέρος του ταξιδιού το κάναμε βράδυ, γιατί θυμάμαι ξύπνησα κάποια στιγμή, έρριξα μια ματιά από το παράθυρο και κάποιος μου είπε «Είμαστε στην Κολωνία». Έτσι έχασα ένα μεγάλο μέρος του ταξιδιού που ήταν μέσα στην, τότε, Αν. Γερμανία και που έκανα –παθαίνοντας σοκ- όταν έφευγα από το Βερολίνο με κατεύθυνση τη Βιέννη. Αλλά με τη σειρά τους όλα.

Φτάσαμε λοιπόν με το φως της μέρας στο Βερολίνο. Στο σταθμό μας περίμενε η Βέτα μαζί με τον Χάϊνεμου (έτσι τον έλεγε η Βέτα τον άντρα της. Χάϊνε ήταν τ’ όνομά του αλλά έβαζε και το μου κολλητά, όποτε αναφερόταν σ’ αυτόν) και τα δύο παιδιά τους. Είχε πέσει συνεννόηση, πριν ακόμα φύγουμε από τη Θεσσαλονίκη, έτσι ώστε να μας φιλοξενήσει εκείνη στο Βερολίνο. Εκτός από τη Βέτα η αδελφή μου είχε ακόμα έναν γνωστό στο Βερολίνο, που σπούδαζε τότε βιολοντσέλο, το Δημήτρη. Ήξερα κι εγώ δύο γερμανίδες που είχα γνωρίσει σε διακοπές και είχα τις διευθύνσεις τους. Μια χαρά λοιπόν, από παρέα και σπίτια πλήρεις…

Πήγαμε λοιπόν στο σπίτι της Βέτας, τα πιτσιρίκια προσπαθούσαν να καταλάβουν ποιές είμαστε και γιατί πήγαμε στο σπίτι τους και ο Χάϊνεμου δεν ήξερε λέξη ελληνικά, όπως εμείς δεν ξέραμε λέξη γερμανικά. Μόνον η Βέτα ήταν χαρούμενη που μας έβλεπε.

Είπαμε τα βασικά και μετά η μικρή άρχισε τα τηλέφωνα. Συνεννοήθηκε με το Δημήτρη να βρεθούμε το βράδυ. «Τι ώρα θα βρεθείτε;» ρώτησε η Βέτα «στις 10 το βράδυ» απαντήσαμε «έχουμε ραντεβού στο Zoo». Γούρλωσαν όλοι μαζί τα μάτια τους «Μα είναι πολύ αργά» είπαν, «τι θα κάνετε έξω τέτοια ώρα;» κι εμείς από την άλλη δεν καταλαβαίναμε πως μπορεί να είναι αργά, αφού εμείς στις Ελλάδα δεν βγαίναμε ποτέ πριν τις 10. Πολιτισμικό χάσμα. Τι σκατά έλεγαν όλοι πως το Βερολίνο είναι η μοναδική γερμανική πόλη που δεν κοιμάται ποτέ; Επέμεναν να μας πάνε αυτοί με τ’ αυτοκίνητο και στο τέλος το δεχτήκαμε. Ο Χάϊνεμου μας κοίταζε σαν να έβλεπε εξωγήινες και μάλλον δεν χάρηκε για τη γνωριμία.

Μας ξεφόρτωσαν στο Zoo και φύγανε. Η Βέτα μόνο που δεν μας σταύρωσε πριν μας αφήσει στο πεζοδρόμιο. Τη στήσαμε λοιπόν να περιμένουμε το Δημήτρη ο οποίος μας έστησε. Κι άρχισαν τα όργανα. Περνούσαν κάθε τόσο κάτι τύποι και κάτι μας έλεγαν. Εμείς που δεν ξέραμε λέξη γερμανικά δεν καταλαβαίναμε αλλά στο τέλος έγινε ενοχλητικό αυτό. Μα έκαναν καμάκι και οι γερμανοί; Εμείς στα νησιά δεν τους είχαμε κόψει για καμακιάρικα λιγούρια. Για να περάσει λίγο η ώρα και να γλυτώσουμε από τους τύπους που μας έλεγαν τ’ ακαταλαβίστικα, αρχίσαμε να κόβουμε βόλτες στο πεζοδρόμιο. Είχε πολλά μαγαζιά και όλα φωτισμένα. Τι σκατά; Είπαμε η πόλη που δεν κοιμάται αλλά ποτέ δεν έκλειναν τα μαγαζιά; Περάσαμε το πρώτο, το δεύτερο και μετά καταλάβαμε τι μαγαζιά ήταν… Peep show, sex shop και μπουρδέλα!!! Κι εμείς κόβαμε βόλτες –οι αμέριμνες τουρίστριες- και είχαμε δώσει ραντεβού εκεί με το Δημήτρη. Άλλος κι αυτός πάλι, που διάλεξε το Zoo για να μας στήσει… Και φυσικά αυτά που μας έλεγαν οι τύποι δεν ήταν καμάκι αλλά μας ρωτούσαν «πόσο πάει;». Φαντάζομαι θεώρησαν πως είμασταν new entries στην πιάτσα. Κάποια στιγμή έφτασε ο αργοπορημένος Δημήτρης, ζήτησε συγγνώμη για το στήσιμο και δεν θυμάμαι που πήγαμε. Πάντως γυρίσαμε στο σπίτι κατά τις δύο. Μετά από κανά δυο φορές που γυρίσαμε τέτοια ώρα το βράδυ, ο γιος της Βέτας τη ρώτησε αν είμαστε κλέφτες!!! Στο μυαλό του πιτσιρικά δεν μπορούσαμε να είμαστε κάτι άλλο αφού γυρνούσαμε χαράματα…

Νόμιζα πως ο Δημήτρης ήταν ο μόνος γνωστός της μικρής στην πόλη αλλά έκανα λάθος. Ένα βράδυ που πήγαμε να πάρουμε το μετρό για να γυρίσουμε στο σπίτι είδαμε από μακρυά να περιμένουν στην πλατφόρμα κάτι πανκιά. Με πράσινες και κόκκινες μοϊκάνες και όλα τα συμπούρμπουλα. Καρφιά, παραμάνες κλπ. Ωχ, σκέφτηκα, γερμανοπανκιά κι εμείς χαζές ελληνίδες. Θα μας δουν έτσι όπως είμαστε (εμένα σαν χίπισσα και τη μικρή κυριλέ ατημέλητη αλλά εξαιρετικά προσεγμένη στις λεπτομέρειες και με ακριβά ρούχα) και θα μας κάνουν κιμά. Ψιλοχέστηκα μάλιστα, όταν είδα τον έναν να έρχεται κατά πάνω μας. Αυτός όμως, άρχισε τις αγκαλιές και τα φιλιά με τη μικρή!!! Ήταν πανκιά από Θεσσαλονίκη σε βόλτα στο Βερολίνο. Η μικρή τους ήξερε, αντάλλαξαν τηλέφωνο και την άλλη μέρα συναντηθήκαμε. Η πιο αστεία βραδυά απ’ όλες (τρομάρα μας). Εγώ, η μικρή, ο Δημήτρης που σπούδαζε όπως είπα κλασική μουσική και είχε την πιο συμβατική φάτσα από τους τρεις μας και τα δυο πανκιά. Μια παρέα ταιριαστή όσο να πεις. Πήγαμε σ’ ένα μπαράκι που έμοιαζε με τα δικά μας μπαράκια και μας κοίταζαν οι γερμανοί σαν ούφο. Δεν ήταν μέρος να συχνάζουν πανκιά αλλά και τα πανκιά καθόλου δεν το ευχαριστήθηκαν. Τέλεια περάσαμε (χα, χα…). Άπαιχτες οι ιδέες της μικρής ν’ανακατεύει άσχετους ανθρώπους και άγνωστους μεταξύ τους. Τη λήξαμε γρήγορα τη βραδυά όμως, γιατί ο Δημήτρης δεν άντεχε με τα πανκιά, εγώ τους είχα βαρεθεί όλους και γύρισα στο σπίτι, τα πανκιά δεν άντεχαν εμάς και το μαγαζί και η μικρή συνέχισε με τα πανκιά και γύρισε στις 4 το πρωί με αποτέλεσμα να της βάλει χέρι η Βέτα. Γύρισε λίγο φρικαρισμένη η μικρή από τη βραδυά με τους μοϊκάνους γιατί μάλλον σε κάτι μαλακίες έμπλεξε εκείνο το βράδυ αλλά το καλό ήταν πως δεν τους ξανασυνάντησε και δεν μου τους ξαναφόρτωσε. Έτσι κι αλλιώς θα έφευγε την μεθεπόμενη. Το δικό της ταξίδι τελείωνε σ’ αυτό το σημείο. Εγώ θα έμενα δυο τρεις μέρες παραπάνω και μετά θα πήγαινα στη Βουδαπέστη μέσω Βιέννης να βρω τον καλό μου.

Δεν βγαίναμε όμως μόνο τα βράδυα στην πόλη. Τα πρωινά κάναμε βόλτες στην πόλη. Η Βέτα έμενε σχετικά κοντά στο Tiergarten (Göeben str νομίζω, ή τουλάχιστον αυτό έχω σημειωμένο στο χάρτη που έχω φυλάξει απο τότε) και ήταν εύκολο να βρεθούμε στο κέντρο, να πάμε στις λίμνες και στον Ζωολογικό κήπο, να κάνουμε βόλτες στην Kudamm και να πέφτουμε πάντα πάνω στο Τείχος. Αυτή ήταν η κυριότερη αίσθηση που μου έμεινε από το Βερολίνο του ’83. Πως ακόμα κι αν νόμιζες πως βγήκες από την πόλη ήσουν εντός των τειχών. Ακόμα και μέσα στις λίμνες υπήρχαν ταμπέλες που όριζαν ποιο κομμάτι της λίμνης ανήκει σε ποιόν. Εκεί που μου βγήκε υστερία ήταν όταν πήγαμε τη μικρή στο σταθμό των τρένων για να επιστρέψει στην Ελλάδα. Θέλησα ν’ ανέβω μαζί της στην αποβάθρα για να τη χαιρετήσω αλλά μου είπαν πως έπρεπε να πληρώσω ein mark για να το κάνω. Κι όταν ρώτησα γιατί, μου απάντησαν πως οι αποβάθρες ανήκαν στην Αν. Γερμανία και ήταν σαν ένα είδος βίζα το ένα μάρκο. Το υπόλοιπο μέρος του σταθμού ανήκε στη Δυτ. Γερμανία και μπορούσες να βρίσκεσαι εκεί τσάμπα. Δεν το πλήρωσα κι άφησα τη μικρή ν’ ανέβει μόνη της. Και μετά πάτησα ένα από τα πλακάκια που είχε το πάτωμα στο σταθμό κι έλεγα στο Δημήτρη (αυτός ήταν νομίζω μαζί μας) πως είναι δικό μου territory και απαγορεύω στον οποιονδήποτε να το πατάει χωρίς την άδειά μου. Μετά από μερικές μέρες στην πόλη ένιωσα να πνίγομαι από το ντουβάρι που την περιέκλειε. Όταν γύρισα στην Ελλάδα και τύπωσα τις φωτογραφίες, συνειδητοποίησα πως σχεδόν όλες ήταν φωτογραφίες του Τείχους. Βρήκε την ώρα όμως να τα φτύσει το σκάνερ μου και δεν μπορώ να τις σκανάρω και να τις δημοσιεύσω τώρα. Θα το κάνω όμως γιατί, παρόλο που δεν είναι της προκοπής, δίνουν την αίσθηση που είχα για την πόλη.

Έφυγε η μικρή λοιπόν κι εγώ αποφάσισα να κάνω ένα πέρασμα στο ανατολικό κομμάτι της πόλης, που ενώ ήταν μια στάση με το μετρό μου φαινόταν πως ήταν ταξίδι σε άλλη χώρα. Περίμενα όμως να φύγει πρώτα η μικρή γιατί εκείνη δεν την ενδιέφερε καθόλου αυτή η βόλτα. Η αδελφή μου ποτέ δεν υπήρξε έστω και στο ελάχιστο πολιτικοποιημένη σε αντίθεση με μένα. Δεν είχε λοιπόν κανένα ενδιαφέρον για το Αν. Βερολίνο. Σηκώθηκα λοιπόν ένα πρωί, έβαλα τις μωβ κάλτσες και τις μωβ εσπαντρίγιες που είχα αγοράσει στο Παρίσι, φορτώθηκα το πολύχρωμο ταγάρι μου και κίνησα για την Friedrichstrasse, που ήταν το πιο γνωστό check point. Πέντε λεπτά για να φτάσω εκεί και μισή ώρα για να βγω από το σταθμό. Έπρεπε να περάσω από έλεγχο διαβατηρίου, να πληρώσω για βίζα και ν’ αλλάξω, υποχρεωτικά, 25 δυτικά μάρκα σε 25 ανατολικά ενώ στην αγορά η ισοτιμία ήταν εντελώς διαφορετική. Έξυπνοι οι DDRίκοι. Ένα προς ένα η αλλαγή. Δεν γαμιέται, σκέφτηκα, κάπου θα τα φάω τα χρήματα. Στο Δυτ. Βερολίνο τα 25 μάρκα δεν ήταν τίποτε, τρώγονταν πολύ εύκολα. Μου είχαν πει πως η άλλη μεριά είχε φτηνούς δίσκους κλασικής μουσικής και βιβλία. Τα βιβλία απορρίφθηκαν διότι ούτε ήξερα, ούτε ήθελα να μάθω γερμανικά κι έμεναν οι δίσκοι. Μόνο που σε κανα δυο μαγαζιά που μπήκα, δεν βρήκα τίποτε.

Ήταν μερικές μέρες πριν την Πρωτομαγιά και η πόλη ήταν στολισμένη. Κόκκινες σημαίες παντού και τεράστια πανώ με τον Μαρξ και τον Λένιν που κάλυπταν προσόψεις κεντρικών κτιρίων. Ετοιμάζονταν για τις εκδηλώσεις της Εργατικής Πρωτομαγιάς. Εντυπωσιάστηκα κι εγώ γιατί ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν ανάμεσα σε τόσα σφυροδρέπανα και κόκκινα λάβαρα. Και παρ’ όλο που δεν ήμουν θαυμάστρια του υπαρκτού σοσιαλισμού τύπου Ε.Σ.Σ.Δ. ομολογώ πως συγκινήθηκα. Με προσγείωσαν στην πραγματικότητα τα Trabant και τα Wartbourg που πέρναγαν δίπλα μου αφήνοντας πίσω τους μαύρα ντουμάνια από τις εξατμίσεις τους. Οι DDRίκοι είχαν κρατήσει το πιο όμορφο κομμάτι της πόλης αλλά ήταν εντελώς παρατημένο. Κι ενώ το δυτικό κομμάτι έσφυζε από ζωή στο ανατολικό, μέρα μεσημέρι, η κίνηση ήταν περιορισμένη. Και το χειρότερο; Δεν ήξερα που σκατά να ξοδέψω τα 25 μάρκα που είχα και που έπρεπε να να ξοδέψω γιατί δεν θα μου τα άλλαζαν σε δυτικά όταν επέστρεφα. Κάποια στιγμή είδα έναν τύπο να τρώει ένα παγωτό κι αποφάσισα να πάρω κι εγώ ένα. Σκέφτηκα να πάρω το μεγαλύτερο που θα μπορούσε να μου βάλει κι έτσι να ξοδέψω σίγουρα 4-5 μάρκα. Τουλάχιστον κάπου τόσο θα κόστιζε στο Δυτικό. Μπήκα στο παγωτατζίδικο, μου έβαλε το μεγαλύτερο παγωτό που μπορούσε και μου ζήτησε ένα μάρκο! Τι θα έκανα τα υπόλοιπα 24; Η ώρα περνούσε, σε λίγο θα έπρεπε να γυρίσω πίσω και δεν υπήρχε τίποτε ν’ αγοράσω. Στο τέλος πήρα ένα κάτι σαν σάντουιτς και περνώντας μπροστά από ένα μαγαζάκι που πουλούσε κεριά, μπήκα μέσα και έκανα όλα τα χρήματα …κεριά. Όλα τα χρώματα και τα σχήματα που είχε. Πάντως με ανατολικογερμανικά μάρκα δεν γύρισα πίσω. Χάρισα ένα-δυο κεριά στη Βέτα και τα υπόλοιπα τα φορτώθηκα και τα πήγα βόλτα στην κεντρική Ευρώπη μέχρι να φτάσουν κάποια στιγμή στο φοιτητικό μου σπίτι στην Πάτρα.

Συνάντησα και μια-δυο φορές τις γερμανίδες που είχα γνωρίσει σε διακοπές στην Ελλάδα. Τη μια φορά από τις δύο ή τρεις που συναντηθήκαμε συνολικά βγήκαμε για φαγητό με κάτι φίλους τους. Πήγαμε σ’ ένα μαγαζί που μου είπαν πως είχε καλό φαγητό και στο οποίο εγώ πήρα μια μπύρα, προφασιζόμενη πως δεν πεινάω, γιατί δεν είχα και πολλά χρήματα. Είμασταν 7-8 άτομα, παράγγειλε ο καθένας αυτό που ήθελε κι εγώ έπιασα την κουβέντα με τον διπλανό μου που με ρωτούσε τι διαφορές υπάρχουν ανάμεσα στην Ελλάδα και στη Γερμανία, στους Έλληνες και στους Γερμανούς. Δεν θυμάμαι τι έλεγα αλλά το κατάλαβε όταν ήρθε η ώρα να πληρώσουμε. Ο τύπος που μας σέρβιρε -και τελικά ιδιοκτήτης του μαγαζιού- ήταν ένας μελαχροινός κούκλος, εμφανώς μη Γερμανός. Κάποια στιγμή –δεν θυμάμαι πως- κατάλαβε πως είμαι ελληνίδα και μέσα στην τρελή χαρά άρχισε να μου μιλάει ελληνικά. Ήταν Αιγύπτιος αλλά όπως μου είπε είχε ζήσει έξι χρόνια στην Ελλάδα πριν βρεθεί στη Γερμανία, και είχε μάθει τη γλώσσα μας. Την ώρα της πληρωμής, ο καθένας έλεγε τι πήρε, πλήρωνε και ο μελαχροινός κούκλος περνούσε στον επόμενο. Όταν έφτασε η σειρά μου μου είπε πως ό,τι πήρα ήταν κερασμένιο απ’ αυτόν. Τον ευχαρίστησα και πέρασε στον επόμενο. Ο τύπος που συζητούσαμε για τις διαφορές με ρώτησε γιατί δεν πλήρωσα. Του εξήγησα και ήταν αδύνατο να το καταλάβει. Αυτόν, μου είπε, δεν θα το κέρναγε ένας Γερμανός αν τον πετύχαινε να έχει μαγαζί στην Κρήτη. «Ε, αυτή είναι η διαφορά μας» του είπα. Το κατάλαβε; Δεν το κατάλαβε; Θα σας γελάσω…

Πριν φύγω από την πόλη, συνεννοήθηκα με το Δημήτρη να με φιλοξενήσουν στη Βιέννη, που θα έφτανα κατά τις 10 το βράδυ ενώ το τρένο για Βουδαπέστη θα έφυγε την άλλη μέρα το απόγευμα, κάτι φίλοι του που σπούδαζαν εκεί μουσική. Έγιναν οι συνεννοήσεις, είπα πως είμαι και τι θα φόραγα, μου περιέγραψε και ο Δημήτρης το Βασίλη που θα ερχόταν να με υποδεχτεί και μιαν ωραία πρωία, αποχαιρέτησα το Βερολίνο και το Τείχος του και μπήκα στο τρένο για τη Βιέννη. Το Τείχος νόμισα πως το αποχαιρέτησα, διότι μέχρι να βγούμε από την Αν. Γερμανία το τείχος υπήρχε παράλληλα με τη σιδηροδρομική γραμμή. Κι όχι μόνο το ντουβάρι αλλά και κάτι μπαλέτες με τεράστια καρφιά πάνω τους και άσπρο χώμα που φαινόταν και μυρμήγκι αν έκοβε βόλτες πάνω του. Σκιάχτηκα γιατί αυτό δεν το είχα δει ερχόμενη στο Βερολίνο. Όταν βγήκαμε από τη χώρα, έφυγε ένα βάρος από πάνω μου. Και ήρθε ένας πανικός. Διότι καλά συνεννοήθηκα να με περιμένει ο Βασίλης που δεν τον ήξερα. Σε περίπτωση που αργούσε ή δεν βρισκόμασταν για κάποιο λόγο, δεν είχα ζητήσει από το Δημήτρη ούτε διεύθυνση, ούτε τηλέφωνο. Τόσο βλήμα!!!! Ηρέμησα λίγο όταν σκέφτηκα πως ακόμα κι αν δεν βρεθούμε μπορώ να πάρω ένα οποιοδήποτε τρένο που να πηγαίνει κάπου –μόνο για να κοιμηθώ το βράδυ- και μετά να ξαναγυρίσω στη Βιέννη. Να κλειδώσω τα πράγματα στο σταθμό, να κάνω βόλτες στην πόλη μέχρι το απόγευμα και μετά να πάρω το τρένο για τη Βουδαπέστη. Ευτυχώς δεν χρειάστηκε γιατί όλα πήγαν καλά και ο Βασίλης με περίμενε στο σταθμό, αναγνωριστήκαμε και πήγαμε στο σπίτι που έμενε με άλλους δύο φίλους του, μουσικούς επίσης, και το οποίο σπίτι ήταν ένα από τα πιο τρελά σπίτια που έχω συναντήσει. Ηταν 30 Απριλίου 1983 και το βράδυ που πέρασα στη Βιέννη όπως και οι μέρες στη Βουδαπέστη σε άλλο ποστ. Αυτό βγήκε τεράστιο αλλά είπα να μη το κόψω στη μέση.

Θα ψάξω και σκάνερ για ν’ ανεβάσω τις φωτογραφίες του Βερολίνου όπως το είδα πριν από 26 χρόνια…

Advertisements