Τα καλοκαίρια και η Χαλκιδική


Τα καλοκαίρια, όταν ήμουν παιδί, τα λάτρευα και τα μισούσα ταυτόχρονα. Λάτρευα τις μεγάλες ζεστές μέρες, το ατέλειωτο παιχνίδι, τα μεσημέρια που υπήρχε «υποχρεωτική κατάκλιση» την οποία μονίμως καταστρατηγούσαμε και μόλις έπαιρνε ο ύπνος τους μεγάλους σηκωνόμασταν αθόρυβα και βγαίναμε στο μπαλκόνι να παίξουμε. Μας ξαναμάζευαν γιατί κάποια στιγμή ξεχνιόμασταν και κάναμε φασαρία και πάλι το ξανασκάγαμε μόλις τους ξανάπαιρνε ο ύπνος. Μ’ άρεσαν τα καλοκαιρινά φρούτα που τα περιμέναμε με τη σειρά τους. Τα τεράστια αμερικάνικα καρπούζια που ερχόταν με τις «πλατφόρμες» από τα γύρω χωριά και τα πουλούσαν στις γειτονιές. Βραδινό με δροσερό καρπούζι ή πεπόνι και ψωμοτύρι. Και τη μάνα μου να μη μας αφήνει να φάμε πολύ καρπούζι «γιατί θα κατουριέστε το βράδυ». Πως της είχε έρθει αυτό; Καμμιά μας δεν κατουριόταν το βράδυ, ποτέ. Τα ροδάκινα που δεν τα χόρταινε η μαμά. Τεράστιοι γιαρμάδες με άρωμα (όχι όπως τώρα) και βερίκοκα επίσης νόστιμα και αρωματικά. Και η γιαγιά να φτιάχνει όλο το πρωί το αγαπημένο μου καλοκαιρινό φαγητό. Τα «τηγανητά». Μελιτζάνες, κολοκύθια, πατάτες, πιπεριές, όλα τηγανητά και στο καπάκι τηγανητές ντομάτες. Όλο το πρωί της έπαιρνε να κόψει και να τα τηγανίσει για να ταΐσει το λόχο.

Διακοπές δεν πηγαίναμε. Δεν υπήρχε χωριό ή μάλλον υπήρχε ένα στο οποίο όμως δεν ήθελαν να ξαναπατήσουν η μαμά και η γιαγιά. Είχαν φύγει με άσχημες συνθήκες και τις πλήγωνε μια επίσκεψη στα μέρη τους. Μέναμε λοιπόν στη Θεσσαλονίκη μέχρι που άδειαζε από παιδιά και τότε σερνόμασταν με άδεια βλέμμα στη γειτονιά και περιμέναμε πότε θα γυρίσουν οι φίλοι μας από τα χωριά τους. Τότε τα μισούσα τα καλοκαίρια. Φυσικά ρίχναμε και τους περισσότερους καυγάδες της χρονιάς αφού δεν περνούσε η μέρα.
Δεν είχαμε χωριό είχαμε όμως τη Χαλκιδική. Τότε η Χαλκιδική δεν είχε καν δρόμους. Μερικές Κυριακές μέσα στο καλοκαίρι, αποφάσιζε ο μπαμπάς να μη δουλέψει και μετέτρεπε το ταξί σε Ι.Χ. Έτσι την είχα γυρίσει τη Χαλκιδική, Κυριακές με το ταξί του μπαμπά. Ερχόταν από τ’ άγρια χαράματα στο δωμάτιό μας και σφύριζε εμβατήρια για να ξυπνήσουμε. Μιλάμε για 5 το πρωί. Η μαμά από μέσα του έλεγε «άστα βρε τα παιδιά να κοιμηθούν μέχρι να ετοιμάσουμε τα πράγματα και τα ξυπνάμε μετά…». Τίποτε ο μπαμπάς. «Να σηκωθούν» έλεγε «να δουν την ανατολή, την καλύτερη ώρα της μέρας». Σηκωνόμασταν κι εμείς, τι να κάνουμε; Και καθόμασταν στο μπαλκόνι να δούμε την ανατολή κι αντί γι αυτό κοιμόμασταν η μια στον ώμο της άλλης. Φόρτωναν τα πράγματα στο πορτ μπαγκάζ και μέχρι τις 7 είχαμε φύγει. Τη Χαλκιδική τη γνώρισα παρθένα από τουρίστες, βίλες και rooms to let. Για να φτάσουμε στις παραλίες, που τώρα δεν βρίσκεις τόπο να βάλεις την πετσέτα σου κι αν βρεις θα έχεις στα μούτρα σου τον κώλο η την πατούσα του διπλανού, εμείς έπρεπε να κατέβουμε από τα βράχια σαν τα κατσίκια. Τι βρίσκαμε όμως μετά την κατάβαση!! Θάλασσες τζάμι και αμμουδιές απάτητες. Το πολύ να συναντούσαμε τίποτε χίπηδες γερμανούς που ήταν και οι μόνοι που ερχόταν τότε στον παράδεισό μας. Κι αφού κολυμπούσαμε και παίζαμε και μασουλούσαμε τα σαντουιτσάκια που είχε φτιάξει η μαμά (το πως γινόταν και δίπλα στο θάλασσα το ψωμοτύρι αποκτούσε τόσο θεϊκή γεύση ποτέ δεν το κατάλαβα) ξαναπαίρναμε το μονοπάτι των κατσικιών και ανεβαίναμε στο βουνό. Εκεί, κάτω από τα πεύκα στρώναμε τις κουρελούδες και άρχιζε το ψήσιμο. Μπάρμπεκιου στο δάσος. Πάντα. Κουβαλούσαν ψησταριά και ψήναμε μπιφτεκάκια που τα είχε ζυμώσει η μαμά αχάραγα. Και πιπεριές και φέτες ψωμάκι στο τέλος. Ποτέ, μα ποτέ το δάσος δεν κινδύνευσε από πυρκαγια κι ας ψήναμε κάθε φορά κάτω από τα πεύκα. Προσέχαμε βέβαια και δεν φεύγαμε αν δεν είχαν σιγουρευτεί πως δεν έμεινε ούτε σπίθα. Πως γίνεται και τώρα λαμπαδιάζουν τα δάση κάθε χρόνο θα σας γελάσω…
Και μετά κόβαμε καρπούζι και το τρώγαμε «φυσαρμόνικα» και τρέχαν τα ζουμιά στα πηγούνια και το λαιμό μας, έτσι που γινόμασταν στόχος για όλες τις μέλισσες της περιοχής. Κι αφού μαζεύαμε την ψησταριά και τα σκουπίδια σε μια σακούλα, αράζαμε στη δροσιά. Να μυρίζει πεύκο, να φυσάει δροσερό αεράκι, ν’ ακούς τα τζιτζίκια και να χαζεύεις το φως που περνάει ανάμεσα στα κλαδιά. Τι διαφορά έχει από τον παράδεισο; Μερικές φορές κουβαλούσε σκοινί ο μπαμπάς και έφτιαχνε κούνια, αν βρίσκαμε ένα καλό κλαδί. Ώρες να κουνιέμαι και να κατεβαίνω από την κούνια παραζαλισμένη αλλά ευτυχισμένη.
Φυσικά ρίχναμε κι έναν καυγά για ν’ αντέξουμε την τόση ευτυχία του Παραδείσου. Όλο και κάποια μαλακία θα κάναμε και θα καταλήγαμε με κλάματα Δεν χρειαζόταν πολλά για να ξεκινήσει ο καυγάς. Αρχίζαμε εμείς τα παιδιά και στο τέλος δεν μας άντεχε να γκρινιάζουμε ο μπαμπάς και να του χαλάμε την ησυχία, οπότε μας έπαιρνε όλες η μπάλα. Πιάναμε από μια γωνιά τότε, κλαμένες και μουτρωμένες και μισώντας η μία την άλλη γιατί «αυτή έφταιγε που το ξεκίνησε». Μέχρι κάτι να τραβήξει την προσοχή μας και να ξεμουτρώσουμε. Το απόγευμα παίρναμε το δρόμο τις επιστροφής. Χρειαζόταν ώρες τότε το ταξίδι και στην επιστροφή βρίσκαμε και το κύμα αυτών που γυρνούσαν από την τότε μακρινή και «εξωτική» Καλλικράτεια. Το σημερινό, σχεδόν προάστιο της Θεσσαλονίκης, μόλις είχε αρχίσει να διαμορφώνεται σε παραθεριστικό οικισμό.
Φτάναμε σπίτι κατά τις 8 το βράδυ, έχοντας ξεκινήσει τουλάχιστον στις τέσσερις το απόγευμα, κουβαλώντας πίσω στην πόλη τα πεθαμένα από την κούραση σαρκία μας και τα σκουπίδια μας. Α, όλα κι όλα! Η μαμά ποτέ δεν άφησε ούτε χαρτάκι πίσω της που να φανερώνει πως κάποιος είχε περάσει από το μέρος εκείνο. Μας κορόιδευαν οι γείτονες «μα καλά, τα σκουπίδια σας έπρεπε να τα φέρετε και να τα πετάξετε στο δικό σας τενεκέ; Όλη η Χαλκιδική δεν έφτανε;» αλλά δεν χαμπάριαζε η μαμά. «Μα να λερώσουμε ένα τόσο όμορφο μέρος; Τι είναι να κουβαλήσουμε τη σακούλα πίσω και να την πετάξουμε στον τενεκέ μας;». Κόκκαλο οι γείτονες. Μόνο σκούπα και φαράσι δεν κουβαλούσε η μαμά μαζί για ν’ αφήσουμε το μέρος φεύγοντας καθαρό και νοικοκυρεμένο. Οικολογία της νοικοκυράς κι όχι του κώλου….
Όταν φτάναμε στο σπίτι η γειτονιά βούιζε από φωνές. Όλη η πιτσιρικάδα μαζεμένη κι εγώ να ζητάω από τη μαμά να παίξω λίγο με τα παιδιά. Τα μάτια μου έκλειναν αλλά ήθελα κι άλλο παιχνίδι. Ποτέ ένα παιδί δεν χορταίνει το παιχνίδι και δεν παραδέχεται πως κουράστηκε. Το βλέπω τώρα στο δικό μου το παιδί. Εκείνη κουρασμένη επίσης ήταν ανένδοτη. Μπάνιο και στα κρεβάτια μας. Μετά από ένα μπάνιο να φύγουν τ’ αλάτια και το χώμα, αποκοιμιόμουν στα δροσερά και μυρωδάτα σεντόνια μιξοκλαίγοντας γιατί άκουγα ακόμα τα παιδιά να παίζουν κάτω και ήθελα να πάω κι εγώ.
Τη φωτογραφία με τις σαγιονάρες την τσίμπησα από δω.

Advertisements

Θερινό ηλιοστάσιο


Σήμερα είναι η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου. Θερινό ηλιοστάσιο. Από μικρό παιδί την περίμενα αυτή τη μέρα με ανάμικτα συναισθήματα. Από τη μια με λαχτάρα για τη μεγάλη καλοκαιριάτικη μέρα κι από την άλλη με θλίψη γιατί ήταν μια κορύφωση κι ένα όριο. Από δω και πέρα η μέρα αρχίζει ανεπαίσθητα να μικραίνει. Από μικρό παιδί αυτό το πράγμα το ταύτιζα με τη φθορά. Την ανθρώπινη φθορά. 21 Ιουνίου σήμερα. Η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου. Ακόμα την περιμένω με λαχτάρα και ταυτόχρονα θα ήθελα να μην έφτανε ποτέ

Καλοκαίρι


Οι εκλογές πέρασαν. Το καλοκαίρι ήρθε. Κι όσο κι αν θέλω να μείνω σοβαρή και ανεπηρέαστη δεν μπορώ. Μου κλείνει το μάτι, με τραβάει απ’ το μανίκι. Οι διακοπές αργούν ακόμα αλλά ένα τσιπουράκι, μια μπυρίτσα, μια βόλτα με παρέα έχουν άλλη γλύκα απ’ όταν κάνεις τα ίδια το χειμώνα.
Και δεν ξέρω τι λέτε εσείς αλλά ξέρετε ποιά είναι η μεγαλύτερη χάρη του καλοκαιριού για μένα; Δεν χρειάζεσαι πάνω από 3 λεπτά για να ντυθείς.Καλοκαίρι λοιπόν και θυμήθηκα διάφορα τραγουδάκια καλοκαιρινά.


Νέο Κύμα και Καίτη Χωματά. Το λάτρευα αυτό το τραγούδι μικρή. Χαρμολύπη.

Δάκης, Γοργόνες και Μάγκες και «Τόσα καλοκαίρια». Ελληνικός κινηματογράφος. Σε κινηματογράφους β’ προβολής της γειτονιάς μου, το «Δήμητρα», το «Μετροπόλιταν, τον «Απόλλωνα» και άλλα. «Σήμερον 2 έργα» και σπόρια.

«Εκείνο το καλοκαίρι» με το Λάκη Κομνηνό που στοίχειωνε τις εφηβικές μου σκέψειςκαι την κούκλα Έλενα Ναθαναήλ που ήθελα να της μοιάζω. Κλάμα που έρριξα….

Ο Thomas Fritsch είχε κάνει κατάληψη στα όνειρά μου πριν τον Κομνηνό. Ε ναι λοιπόν, κι εγώ ονειρευόμουν κάποια εποχή έναν ξανθό πρίγκηπα. Μετά μου πέρασε και το γύρισα στους μελαχροινούς. Σκέτους, χωρίς στέμα ή τίτλο.

Και μετά μεγάλωσα. Ήρθε ο Σαββόπουλος και το rock. μετά το New Wave, οι Clash και οι Cure, η συναυλία στο Καλλιμάρμαρο. Άρχισα να φτύνω τον Σαββόπουλο αλλά το «Καλοκαίρι» του πόσο μου άρεσε!!! Και μόνον αυτούς τους στίχους να είχε μου έφτανε:

«…στόμα υγρό, μικροί λαγώνες, καλοκαίρι
με τη φέτα το καρπούζι στο ένα χέρι
με φιλιά μισολιωμένα, καλοκαίρι
καλοκαίρι
λίγες φλούδες στης κουζίνας το μαχαίρι…»


Μεγάλωσα και γιαυτό φαίνεται ξέχασα την Άνναμπελ. Για σένα Mr Berlin. Και για μένα.

«Στάσου μύγδαλα…»

Novecento


Όλο φωτογραφίες ανεβάζω τον τελευταίο καιρό. Δεν ξέρω γιατί. Στην τελευταία ανάρτηση δεν έβαλα ούτε λεζάντες όπως είπε και ο Γιάννης. Η εικόνα είναι πιο δυνατή και δεν χρειάζεται τα λόγια να την αποδυναμώνουν; Βαρέθηκα να γράφω; Η αλήθεια είναι πως έγραψα πολύ τον χειμώνα που πέρασε. Και εδώ και αλλού. Εγώ, που μέχρι πριν τρία χρόια δεν έγραφα ούτε αράδα, πεπεισμένη πως είμαι ανίκανη να εκφραστώ με γραπτό λόγο. Μπορεί να μην έχω πλέον τι να γράψω ή να σκέφτομαι πως αυτά που έχω δεν αφορούν κανένα. Τι να γράψω; Να γράψω για τις εκλογές; Μα θα γράψουν χιλιάδες άλλοι. Θα αναλύσουν τα αποτελέσματα, τους λόγους της επιτυχίας ή αποτυχίας ανάλογα από ποιά μεριά το βλέπει ο καθένας. Εμένα με στεναχώρησαν τα αποτελέσματα. Όχι γιατί δεν πήγε καλά αυτό που ψήφισα αλλά γιατί βλέπω αυτή την ακροδεξιά άνοδο. Έβλεπα προχτές το πρώτο μέρος του «1900» του Μπερτολούτσι. Το είχα δει μικρή και είχα σοκαριστεί. Από τότε δεν έτυχε να το ξαναδώ. Δεν ήξερα πως θα το έβλεπα μετά από πάνω από 30 χρόνια. Ωραία ταινία. Με ξανασόκαρε αλλά διαφορετικά. Συνειδητοποίησα πόσο μοιάζει το τώρα με το τότε. Όπου τότε η δεκαετία του ’30. Με τα ίδια ακριβώς λόγια δικαιολογούσαν και τότε οι φασίστες τις πράξεις τους. Η ίδια φτώχεια, αναταραχή και έλλειψη ελπίδας στην κοινωνία. Όταν την είδα όμως στα 16 μου χρόνια έβλεπα το ελπιδοφόρο μήνυμά της. Ήταν η ηλικία μου και η εποχή που υποσχόταν ελπίδα. Τώρα είδα πως η ιστορία κάνει κύκλους και σε ξαναφέρνει συχνά στο σημείο που νόμιζες πως δεν θα ξαναφτάσει ποτέ η κοινωνία. Κι όμως, νάτο, εδώ είναι.

Ξέρω πως αυτοί που ψήφισαν το ΛΑΟΣ ή τη Χρυσή Αυγή δεν είναι φασίστες. Όχι όλοι. Μπορεί να γίνουν στην πορεία αλλά όχι ακόμα. Φοβισμένοι άνθρωποι είναι οι περισσότεροι. Φοβούνται τον ξένο, τον διαφορετικό, τη φτώχεια τους ή το μαύρο μέλλον που βλέπουν να τους την έχει στημμένη στη γωνία Κι αυτές οι ιδεολογίες πατάνε πάνω στον φόβο, τον χειρίζονται και τον κάνουν όπλο στα χέρια τους. . Ή είναι πιτσιρικάδες που εκλαμβάνουν την ακροδεξιά νοοτροπία και πρακτική σαν επαναστατική. Ας πρόσεχε η αριστερά. Της κλέψαν τα συνθήματα και αυτή κοίταζε αλλού. Και δεν νομίζω πως θ’ αλλάξει κάτι αριστερά. Θα φαγωθούν για το ποιός φταίει και θα σπάσουν σε 1000 κομμάτια ο καθένας σίγουρος πως φταίνε οι άλλοι. Αφήνοντας το αυγό του φιδιού (άλλη καταπληκτική ταινία αυτή…) να μεγαλώνει.
Πάλι απαισιόξα τα βλέπω τα πράγματα. Ελπίζω και εύχομαι να είμαι απλά απαισιόδοξη και η πραγματικότητα να με διαψεύσει.
Το αλιεύω από το διαδίκτυο. Αυτός είναι ο τρόπος που σκέφτεται σήμερα πολύς κόσμος. Αυτός το φωνάζει (και με κεφαλαία γράμματα), άλλοι απλά φοβούνται και ψηφίζουν.
«ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΕΝΑΝ ΛΟΓΟ ΝΑ ΨΗΦΙΣΕΙΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ???
ΝΑ ΔΕΙΣ ΜΙΝΑΡΕΔΕΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΦΑΝΑΤΙΚΟΥΣ ΙΣΛΑΜΙΣΤΕΣ ΝΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ,ΑΡΑΠΗΔΕΣ ΝΑ ΨΗΦΙΖΟΥΝ ,ΚΑΙ ΑΛΒΑΝΟΥΣ ΝΑ ΣΟΥ ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΤΗΝ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ,ΤΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΖΩΗ ΣΟΥ»

Ουφ!


Για φέτος τέλος. Αυτές ήταν οι τελευταίες γραπτές εξετάσεις. Της ζωής μου θέλω να ελπίζω αν και οι φίλοι που με ξέρουν δεν με πιστεύουν. Όλο και κάτι θα βρω να παιδεύομαι μετά απ’ αυτό λένε…
Για μια βδομάδα θα ξεχάσω βιβλία και βιβλιογραφίες και μαθήματα και εργασίες. Μετά θ’ αρχίσω να μαζεύω βιβλιογραφία και υλικό για την τελική μεγάλη ευθεία. Δεν θα έχω όμως ξανά γραπτές εξετάσεις. Μ’ αυτές ξεμπέρδεψα. Γιούπι!!!!!!