ραντεβού το Σεπτέβρη


Κλείνουμε για διακοπές. Μετακομίζουμε κάτω από πλατάνια και δίπλα σε θάλασσες. Εκεί δεν υπάρχουν ούτε blogs, ούτε bloggers, ούτε trolls.
Ραντεβού το Σεπτέμβρη λοιπόν με όσα και όσους θα μας περιμένουν στην επιστροφή.
Εύχομαι να περάσετε όλοι καλά (κι εσύ troll)
Advertisements

αφιερωμένα στους φίλους μου


Στον αγαπημένο μου Νικόλα (γιατί είναι θαλασσινός)

Στη Μαργαρίτα (γιατί αυτό το τραγούδι μου θυμίζει τη Θεσσαλονίκη του ’86, όταν πρωτάνοιξε το λιμάνι. Θυμάσαι Μαργαρίτα;)

Στον Νίκο (γιατί έτσι…)

Στο Μαράκι (θυμάσαι το δίσκο που τον ακούγαμε προσπαθώντας να βγάλουμε τους στίχους;)

Στη Μαρία και την Αθηνά

Στον Niki (γιατί κάποτε μου το χάρισε)

Δεν είναι bloggers, είναι οι αγαπημένοι μου φίλοι.

λίγος καπνός ακόμα


Την ιστορία τη βρήκα στη Γαλέρα . Ο φίλος μου ο Kakos μου τη διηγήθηκε χτες και την αναπαράγω κι εδώ.

Πενήντα χρόνια «αµαρτωλός» Εξαιτίας τού πρώτου τσιγάρου έφαγε στέρηση Θείας Κοινωνίας, αλλά δεν πτοήθηκε. Μισό αιώνα καπνιστής, ο Γιώργος Γλυνός στρίβει ένα τσιγάρο και θυµάται.

Πάσχα 1959: Το ξεκίνηµα
Μεγάλη Δευτέρα. Ανεβαίνουµε στην ταράτσα µε τον µεγαλύτερο ξάδελφό µου. Έχουµε κλέψει ένα τσιγάρο από τον πατέρα µου και τα σπίρτα από τη γιαγιά που τα έχει για να ανάβει το καντήλι. Ανάβει το τσιγάρο ο ξάδερφος και µου δίνει να ρουφήξω. Δεν µου αρέσει καθόλου. «Μην ανησυχείς…», λέει µε στοργικό ύφος. «Έτσι είναι στην αρχή. Πρέπει, άλλωστε, να µάθεις να το ρουφάς, να το πηγαίνεις κάτω, να µη το φυσάς αµέσως…». Μου δείχνει και τον κοιτάω µε θαυµασµό. Προσπαθώ να τον µιµηθώ και αντί να το ρουφήξω το καταπίνω. Μου ΄ρχεται εµετός. «Όχι έτσι ρε…», µου λέει. «Δεν είναι πορτοκαλάδα. Τσιγάρο είναι…». Ξαναδοκιµάζω και ρουφάω σαν να παίρνω βαθιά ανάσα. Τα καταφέρνω. Βήχας, δάκρυα, και ζαλάδα µέχρι λιποθυµίας. Φταίει που είµαστε και νηστικοί. Είναι και Μεγάλη Εβδοµάδα και νηστεύουµε για να κοινωνήσουµε…
Η αµαρτία και η εξοµολόγηση
Την άλλη µέρα, Μεγάλη Τρίτη το πρωί, πρέπει να πάω για εξοµολόγηση γιατί το Μεγάλο Σάββατο θα πρέπει να κοινωνήσω, όπως κάθε χρόνο. Είχα εξοµολογηθεί και πέρσι και ήξερα τη διαδικασία. Πέρσι, όµως, οι αµαρτίες ήταν εύκολες. Είπα ότι δεν ακούω πάντα τους γονείς µου, ότι αντιµιλάω στη µάνα µου και ότι πειράζω τη γιαγιά όταν µε τσαντίζει λέγοντάς της ότι «…δεν υπάρχει Θεός…». Ο παπάς µού έδωσε άφεση αµαρτιών και κοινώνησα κανονικά σαν να µη τρέχει τίποτα. Φέτος, βέβαια, τα πράγµατα ήταν πολύ πιο δύσκολα. Έχω µία σοβαρή αµαρτία. Έχω καπνίσει, έχω κλέψει το τσιγάρο τού πατέρα µου και τα σπίρτα τής γιαγιάς που άναβε το καντήλι και έχω ψευδοµαρτυρήσει και στη µάνα µου όταν µε ρώτησε τι κάνατε στην ταράτσα και της είπα ότι κοιτάγαµε τα περιστέρια. Αµαρτίες κατά συρροήν! Τα λέω όλα αυτά στον παπά και µένει έκπληκτος. Στο τέλος βγάζει την ετυµηγορία του: «Δεν µπορείς να κοινωνήσεις! Είσαι πολύ αµαρτωλός. Θα πρέπει να περιµένεις ένα χρόνο ή τουλάχιστον µέχρι τα Χριστούγεννα, και µόνο αν έχεις συµµορφωθεί θα σου δώσω την άδεια να κοινωνήσεις…». Γίνοµαι ράκος. «…Μα θα γίνω ρεζίλι…» του λέω. «Τι θα πουν οι άλλοι όταν θα δουν ότι δεν πήγα να κοινωνήσω;..». «Δεν µε νοιάζει…» µου απαντάει. «…Είσαι αµαρτωλός…». Φεύγω και πηγαίνω κατευθείαν στον εξάδελφο. Του διηγούµαι την ιστορία και η δική του ετυµηγορία είναι πιο σαφής και πιο πειστική. «Η υπόθεση σηκώνει τσιγάρο» µου λέει και ξανανεβαίνουµε στην ταράτσα…
Είµαι καπνιστής και δεν µπορώ να το κόψω
Όπως µου εξήγησε ο εξάδελφος, ο πραγµατικός καπνιστής είναι αυτός που το έχει συνηθίσει και δεν µπορεί να το κόψει. Οι άλλοι δεν είναι σοβαροί καπνιστές. Καπνίζουν πότε πότε για φιγούρα. Τέτοιος σοβαρός καπνιστής θέλω να γίνω και ‘γω. Ονειρεύοµαι να έχω πακέτο δικό µου και µάλιστα να λέω ότι καπνίζω Άσσο του Παπαστράτου όπως και ο πατέρας µου. Θέλω να λέω ότι αυτή είναι η µάρκα µου και δεν µπορώ τις άλλες µάρκες, άσχετα αν τα επόµενα χρόνια καπνίζω πεντάρι τού Παπαστράτου λόγω αφραγκίας…
Οι πολυµερείς διαπραγµατεύσεις
Στις αρχές τής δεκαετίας τού ’80 έπιασα δουλειά στα διάφορα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενδιαφέρουσα δουλειά, αλλά όλο συνεδριάσεις, Συµβούλια Υπουργών, συσκέψεις µε υπουργούς και υπηρεσιακούς παράγοντες, άπειρα γεύµατα εργασίας και πολλά αεροπορικά ταξίδια. Παντού, όµως, τσιγάρο. Παντού το βασίλειο των καπνιστών. Πού να φανταζόµουνα τι θα συνέβαινε σε δέκα χρόνια. Κάθοµαι σε µια καρέκλα και µπροστά µου υπάρχει µια πινακίδα που γράφει ΕΛΛΑΣ. Γύρω από το τραπέζι υπάρχουν άλλες 11 καρέκλες µε τις αντίστοιχες πινακίδες που γράφουν τα ονόµατα των άλλων χωρών. Το θέµα τής συζήτησης είναι πολύ δύσκολο για µένα. «Η περικοπή των επιδοτήσεων στον καπνό λόγω υπερπαραγωγής και η υποτίµηση των πράσινων ισοτιµιών». Έχω προετοιµαστεί για τη µάχη όσο καλύτερα µπορούσα.
Στην Ελλάδα το κόµµα τής ΝΔ υποστηρίζει τους καπνεµπόρους που θέλουν ενίσχυση της ποικιλίας «Βιρτζίνια». Το ΠΑΣΟΚ ενδιαφέρεται περισσότερο για τους καπνοπαραγωγούς τού Αγρινίου που παράγουν τις εντελώς άχρηστες ποικιλίες «Μαύρα» και «Τσεµπέλια». Η Αριστερά δεν ασχολείται µ’ αυτά. Εγώ ξέρω, βέβαια, ότι η µάχη πρέπει να δοθεί για τις εξαιρετικές ελληνικές ποικιλίες τον «Μπασµά», το «Κατερίνη» και το «Καµπά-Κουλάκ Κλασίκ». Μεγάλο µέρος, όµως, απ’ αυτές τις ποικιλίες παράγεται από τους Μουσουλµάνους τής Θράκης οι οποίοι δεν έχουν πολιτική υποστήριξη. Με τις πράσινες ισοτιµίες τα πράγµατα είναι ακόµα πιο δύσκολα. Προτείνεται ο υπολογισµός τής επιδότησης µε την ισοτιµία εισόδου τού καπνού σε επεξεργασία και όχι µε την ισοτιµία εξόδου. Η επεξεργασία, όµως, κρατάει τρία χρόνια και οι παραγωγοί θα χάσουν περίπου 15% της επιδότησης εφόσον δεν θα επωφεληθούν από την υποτίµηση της δραχµής µιας ολόκληρης τριετίας.
Αρχίζει η συνεδρίαση. Καπνίζω ασταµάτητα. Παίρνω πρώτος τον λόγο και επικεντρώνω την παρέµβασή µου στις καλές ελληνικές ποικιλίες. «…Υπάρχουν σε όλα τα χαρµάνια και σε όλα τα τσιγάρα όλου του κόσµου…» τους λέω. Δεν λέω λέξη ούτε για τα «Βιρτζίνια» ούτε για τα «Μαύρα» και τα «Τσεµπέλια». Για την πράσινη ισοτιµία είµαι ακόµα πιο κατηγορηµατικός. «Τι φταίνε οι Μουσουλµάνοι τής Θράκης για την υποτίµηση της δραχµής και το έλλειµµα στο ελληνικό ισοζύγιο πληρωµών; Αυτούς θα τιµωρήσουµε για όλα τα προβλήµατα της Ελλάδας;…». Με ακούνε µε προσοχή και από την πείρα τους καταλαβαίνουν ότι είµαι και λίγο εκτός επίσηµης ελληνικής γραµµής. Ζητάει το λόγο ο Ιταλός συνάδελφος, ο Μικέλε, που είναι καταπληκτικός εµπειρογνώµονας στα θέµατα της Γεωργίας. Με κοιτάει, χαµογελάει και λέει: «Ο Έλληνας συνάδελφος έχει δίκιο. Αυτή η υπόθεση πρέπει να είναι ενορχηστρωµένη από την ιταλική Μαφία τής Νάπολης. Αν σταµατήσει η επεξεργασία καπνού στην Ελλάδα, οι έµποροι θα τον µεταφέρουν στην Ιταλία και από ’κει θα τον πετάξουν στη θάλασσα εισπράττοντας µόνο την επιδότηση…». Μετά την παρέµβαση του Μικέλε επικρατεί σύγχυση. Ο εισηγητής τού κανονισµού, ένας Ολλανδός που δουλεύει για τους Ιρλανδούς, οι οποίοι ενδιαφέρονται µόνο για το βόιο κρέας, το beef, όπως το λένε, ψελλίζει κάτι ασυναρτησίες και επιτίθεται σε µένα για τις κοµπίνες που κάνουµε, όταν στα δέµατα καπνού προσθέτουµε και εφηµερίδες. Του απαντάω για το beef και τις τρελές αγελάδες και γίνεται χαµός. Διακόπτεται η συνεδρίαση και ανακοινώνεται ότι θα επαναληφθεί την επόµενη εβδοµάδα. Η επόµενη συνεδρίαση, όµως, δεν έγινε ποτέ. Μετά από τρεις µέρες ο προϊστάµενος της υπηρεσίας καπνού τής Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ένας Ιταλός, ο Κατράρο, πήδηξε από τον έκτο όροφο που ήταν το γραφείο του και αυτοκτόνησε! Ο Κατράρο ήταν ο συντάκτης τού κανονισµού και, όπως ειπώθηκε, εκπροσωπούσε την ιταλική Μαφία τής Νάπολης στις Βρυξέλλες.
Ο κανονισµός αποσύρθηκε και κερδίσαµε 150 εκατοµµύρια ευρώ τον χρόνο! Θρίαµβος! Κυρίως, βέβαια, χάρη στον Μικέλε. Αλλά ο καπνός σκοτώνει, όπως λέει και η αντι-διαφήµιση…
Η παρακµή και οι Τούρκοι
Το 2004 το τσιγάρο απαγορεύεται σε όλα τα κτίρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν µπορώ πια να καπνίσω στο γραφείο. Καπνίζω στους καµπινέδες, ανοίγω τα παράθυρα, και µου κάνουν συνεχώς παρατηρήσεις. Με απειλούν και µε κυρώσεις. Έχω βρει ένα ελληνικό καφενείο δίπλα στο γραφείο και τη βγάζω εκεί όλη σχεδόν την ηµέρα. Τσιγάρο και βαρύς γλυκός. Όλοι οι συνάδελφοί µου, προϊστάµενοι και υφιστάµενοι, ξέρουνε ότι εκεί θα µε βρουν. Την ίδια εποχή µετατίθεµαι µε δική µου αίτηση στο τελευταίο µου πόστο: Φάκελος Τουρκία! Πολύ ενδιαφέρον. Πηγαίνω επίσηµη αποστολή στην Άγκυρα, στο υπουργείο των Εξωτερικών, Διεύθυνση Ευρωπαϊκών Υποθέσεων. Καπνίζουνε παντού. Και όχι µόνο καπνίζουνε αλλά πίνουνε και βαρύ γλυκό. Οι κλητήρες τρέχουνε συνέχεια µε τα τασάκια και µόλις στάξεις µία φορά τον καπνό το αντικαθιστούνε αµέσως. Στα γραφεία των υπουργών υπάρχουνε σε ένα µπολ πέντε-έξι πακέτα τσιγάρα ανοικτά, από τα οποία, όµως, δεν λείπει κανένα τσιγάρο. Όταν ο επισκέπτης πάρει ένα τσιγάρο, µετά την αποχώρησή του όλο το πακέτο αντικαθίσταται γιατί θεωρείται αγένεια να προσφέρει ο υπουργός τσιγάρο από πακέτο που λείπουν τσιγάρα. Εντούτοις, µέσα σε αυτόν το παράδεισο των καπνιστών και µετά από τις συζητήσεις και τις διαπραγµατεύσεις, µε έπιασε ξαφνικά µια ανησυχία. Οι Τούρκοι, σκέφτηκα, είναι πολύ δύσκολοι στις προσαρµογές αλλά πολύ δυνατοί στις απαγορεύσεις. Λες να µας την κάνουνε και να αποφασίσουν την απαγόρευση για να δείξουνε ότι είναι Ευρωπαίοι; Τι ήτανε να το σκεφτώ; Σε µερικούς µήνες έγινε και ’κει η απαγόρευση. Πολύ πιο γρήγορα, δηλαδή από την Ελλάδα…
Όταν µου ανταπέδωσαν την επίσκεψη στις Βρυξέλλες, τους υποδέχτηκα στο γραφείο µου. Επικεφαλής ήταν ένας βλοσυρός κεµαλικός διπλωµάτης. Τους καλωσορίζω και τους λέω: «…Μπορώ να σας προσφέρω µόνο γαλλικό καφέ, γιατί εδώ στον “πολιτισµό” δεν έχουµε κουζίνα, ούτε µπρίκι, ούτε καµινέτο. Επίσης, εδώ, όπως θα ξέρετε, δεν µπορούµε να καπνίσουµε…». «…Τα ξέρουµε όλα αυτά…» µου λέει µε βλοσυρό ύφος ο κεµαλικός. «Δεν ερχόµαστε πρώτη φορά στις Βρυξέλλες…». «Έχουµε, όµως…», συνεχίζω, «και µία άλλη εναλλακτική λύση. Σε εκατό µέτρα από δω υπάρχει ένα ελληνικό καφενείο. Αν θέλετε, µπορούµε να πάµε εκεί να συζητήσουµε, όπου θα µπορούµε και να καπνίσουµε και βεβαίως να σας προσφέρω και ένα καφέ τούρκικο…». Με κοιτάει έκπληκτος. Σκέφτεται προβληµατισµένος. Κοιτάει µια εµένα και µια τη συνοδεία του. Στο τέλος αλλάζει ύφος, χαµογελάει και µου λέει: «Πάµε στο ελληνικό καφενείο. Να καπνίσουµε και να πιούµε και καφέ…». Και συνεχίζει: «Και αν ο καφές δεν είναι τούρκικος δεν πειράζει. Και ελληνικός να είναι, τον πίνουµε…». Σκάσαµε όλοι στα γέλια.
Τελικά, όµως, δεν άντεξα άλλο τους περιορισµούς. Μετά από λίγους µήνες εγκατέλειψα το σχέδιο για µια επίσκεψη που θα κρατούσε ένα χρόνο, στο Χάρβαντ, όπου τα πράγµατα για τους καπνιστές είναι ακόµα πιο δύσκολα. Πήρα πρόωρα τη σύνταξη, λέγοντας ότι θέλω να ασχοληθώ µε τα εγγόνια µου…
Πασχαλινές διακοπές 2009
Συµπληρώνω µισό αιώνα καπνιστής. Μεγάλη Πέµπτη ταξιδεύω µε τον εγγονό µου µε το καραβάκι από την Αίγινα στον Πειραιά. Μπαίνοντας στο λιµάνι, ο µικρός που έχει µάθει να διαβάζει, κάνει εξάσκηση, και διαβάζει ό,τι βλέπει. Διαβάζει τα ονόµατα των άλλων καραβιών και τις διαφηµιστικές πινακίδες. Ξαφνικά µπήγει µια φωνή: «Παππού κοίτα! Γράφει ΣΤΡΑΤΟΣ, το όνοµα του φίλου µου του Στράτου». Κοιτάζω, καταλαβαίνω τι συµβαίνει και αρχίζω να του εξηγώ: «Εντάξει. Μπορεί να γράφει ΣΤΡΑΤΟΣ αλλά δεν είναι το όνοµα του φίλου σου. Είναι παλιά η πινακίδα, την έχουν εγκαταλείψει και έχουνε πέσει κάτω τα πρώτα γράµµατα. Όταν την έφτιαξαν και ήταν καινούργια έγραφε ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣ…». Ο εγγονός στεναχωριέται. Δεν του αρέσει η εξήγηση του παππού. Του την έχω σπάσει που δεν είναι το όνοµα του φίλου του. «Και πού τα ξέρεις εσύ όλα αυτά ρε παππού;…», µου λέει τσαντισµένος. «Όλα τα ξέρει ο παππούς…» του απαντάω, και αρχίζω να στρίβω τσιγάρο.


* Το κείµενο αυτό αφιερώνεται στη µνήµη τού Δάντη, του Τάκη και του Αντώνη που «µε τσιγάρο έφυγαν στα χείλη», αλλά και στον εξάδελφο που το έκοψε πριν από 15 χρόνια και σήµερα είναι µια χαρά…

Να και το trailer από την ταινία «The Smoke» του 1995. Υπέροχη ταινία και όχι μόνον για τον τίτλο της. Του wayne wang με τους harvey keitel, william hurt και άλλους.

Το 14ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ και τι μου έφερε στο μυαλό


Από τις τρεις μέρες που κράτησε και φέτος το 14ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ, κατάφερα να πάω μόνον την πρώτη. Ωραία ήταν, ωραίος ο χώρος, πολύ μεγαλύτερος από το Πεδίο του Άρεως στο οποίο στριμωχνόταν παλιά. Στο Γουδί, πέρσι, δεν είχα καταφέρει να πάω. Φωτογραφική μηχανή ξέχασα να πάρω μαζί μου κι έτσι δεν έχω φωτογραφικά ντοκουμέντα. Είχε όμως ο Σκύλος κι έτσι μπήκα στο blog του να δω τις φωτογραφίες που τράβηξε. Ωραίες όπως πάντα αλλά εκεί που ψιλοσοκαρίστηκα ήταν όταν μπήκα στα σχόλια. Γιατί σοκαρίστηκα; Γιατί είδα πως όσα χρόνια κι αν περάσουν η ίδια μαλακία βαράει τους ανθρώπους. Υπήρχαν σχόλια για την τιμή του εισιτήριου του Φεστιβάλ, κι ένα λινκ που παρέπεμπε στην αντίστοιχη συζήτηση στο Indymedia. Αυτή η συζήτηση με γύρισε πάρα πολλά χρόνια πίσω. Τότε που εικοσάχρονοι φοιτητές, αποφασίσαμε να φτιάξουμε ένα αυτοδιαχειριζόμενο πολιτιστικό στέκι στην Πάτρα. Εκείνα τα χρόνια η πολιτιστική ζωή στην Πάτρα ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Ούτε θέατρο, ούτε συναυλίες ούτε τίποτε. Το μόνο που υπήρχε ήταν η Κινηματογραφική Λέσχη της Πάτρας και ευτυχώς που υπήρχε. Εκεί, στον κινηματογράφο «Ομόνοια» που δεν υπάρχει πλέον, είχα δει υπέροχες ταινίες που δεν θα τις έβλεπα εύκολα. Πέρα απ’ αυτό όμως ξεραίλα. Μαζευτήκαμε λοιπόν διάφοροι φερέλπιδες εικοσάρηδες και φτιάξαμε την «Ανοιχτή Πολιτιστική Κίνηση Πάτρας», δόξει και τιμή. Με το καταστατικό μας και το Δ.Σ. μας και όλα μας. Βρήκαμε ένα παλιό σπίτι στην Αγ. Νικολάου και πέσαμε με τα μούτρα στη δουλειά. Από γκρέμι που ήταν το κάναμε ανθρώπινο. Το βάψαμε, τρίψαμε τα πατώματα, το επιπλώσαμε, φέραμε πράγματα από το σπίτι μας, φτιάξαμε σκοτεινό θάλαμο έτσι όσοι ερατιτέχνες φωτογράφοι υπήρχαν να μπορούν να εκτυπώνουν τις φωτογραφίες τους (ας είναι καλά ο Λίνος ο Τσέκερης που έφερε τα μηχανήματά του), στείλαμε και επιστολές στις εφημερίδες και ζητούσαμε βιβλία για να φτιαχτεί μια δανειστική βιβλιοθήκη. Βρήκαμε ανταπόκριση σ’ αυτό το αίτημα και άρχισαν να μαζεύονται βιβλία. Για να βγαίνει το νοίκι φτιάξαμε κι έναν χώρο σαν μπαράκι με πάμφθηνα ποτά έτσι ώστε να λειτουργεί σαν χώρος που θα μαζευόταν ο κόσμος να πίνει το ποτάκι του και να τα λέμε. Μέσα σ’ ένα χρόνο, εμείς τα νιάνιαρα με όνειρα οργανώσαμε τόσες εκδηλώσεις όσες δεν είχε δει η πόλη για πολλά χρόνια. Πείσαμε το θίασο της Αλίκης Γεωργούλη και της Εύας Κοταμανίδου να κατέβουν αφιλοκερδώς για μια παράσταση στην Πάτρα με το έργο του Ντάρι Φο «Όλο σπίτι, κρεβάτι κι εκκλησία» που εκείνη τη χρονιά έκανε τρελή επιτυχία στην Αθήνα. Ο δήμος Πατρέων παραχώρησε το Δημοτικό Θέατρο και δεν έπεφτε καρφίτσα. Γέμισαν τα πάντα, πλατεία και εξώστες και διάδρομοι. Τόσο που έγινε έκκληση να προσέχουμε διότι δεν ήταν σίγουρη αν το θέατρο άντεχε τόσο πλήθος. Αυτό που δεν θυμάμαι ήταν αν είχαμε εισιτήριο ή ήταν δωρεάν. Κάναμε και μια συναυλία (πάλι στο Δημοτικό Θέατρο) με κάποιους Ούγγρους τζαζίστες που είχε φέρει ο Μπαράκος στο “Jazz club” και με τον οποίο είχε γνωριμία κάποιος από μας. Φέραμε τους «Σπυριδούλα να παίξουν στο αμφιθέατρο του Παραρτήματος, τον Νικόλα Άσιμο και άλλες τέτοιες πολλές εκδηλώσεις. Δεν ξέρω πως τους πείθαμε όλους αυτούς να κατέβουν στηνη Πάτρα αφιλοκερδώς. Μόνον τα εισιτήριά και το φαγητό τους κι ένα μέρος να μείνουν που συνήθως ήταν τα σπίτια μας. Στις συναυλίες βάζαμε είσοδο 10 ή 20 δραχμές για να βγουν τα έξοδα για τα μηχανήματα που νοικιάζαμε και κόστιζαν γύρω στις 7000 δραχμές. Στο μπαράκι στο «Στέκι» τα ποτά κόστιζαν 40 δρχ όταν στα μπαράκια είχαν 120. Και ήταν καθαρά ποτά και οι μερίδες «σπιτικές». Γιατί τα θυμήθηκα αυτά; Γιατί η κουβέντα στο indymedia, μου θύμισε τις κουβέντες και τους καυγάδες μας με τα φρικιά τότε (μπαχαλάκηδες τώρα). Μας αποκαλούσαν αστούς και μπάτσους που βάζαμε είσοδο, πλάκωναν στο στέκι και μας έκαναν μανούρες για τα ποτά που ήταν ακριβά και περίμεναν πότε θα φύγουν οι υπεύθυνοι του Στεκιού για να τα κάνουν λαμπόγυαλο. Φυσικά με το που πλάκωνε αστυνομία εξαφανίζονταν, οι κότες, και άφηναν εμάς να βγάλουμε το φίδι από την τρύπα. Ομηρικοί καυγάδες έγιναν εκείνη την πρώτη χρονιά της λειτουργίας του. Φυσικά δεν μας έδιναν καμμιά ιδέα για το πως θα βγουν τα έξοδα αν τα ποτά ήταν τσάμπα και αν οι συναυλίες δεν είχαν εισιτήριο. Όχι πως έβγαιναν κι έτσι, πολλές φορές βάλαμε από την τσέπη μας που ήταν άδεια γενικά. Τη δεύτερη χρονιά τα παράτησα. Βαρέθηκα να καυγαδίζω κάθε βράδυ για τα αυτονόητα. Το Στέκι λειτούργησε ακόμα έναν χρόνο καρκινοβατώντας και μετά έκλεισε. Ποιός είχε όρεξη να πηγαίνει σ’ έναν χώρο που μονίμως έπεφτε ξύλο; Τα πράγματα που είχαμε κουβαλήσει από τα σπίτια μας, τα βιβλία που μας έστειλαν για τη βιβλιοθήκη, οι κασέττες, οι δίσκοι, ο σκοτεινός θάλαμος δεν ξέρω τι απέγιναν. Φαντάζομαι όποιος πρόλαβε τα βούτηξε. Είχα συφιλιάσει όμως τόσο πολύ με τους μαλάκες που το κατέστρεψαν, που δεν θέλησα να μάθω τίποτε.

Τι απέγιναν οι τσαμπουκάδες του τότε; Δεν έμαθα για όλους. Ο αρχιτσαμπουκάς όμως έμαθα πως έγινε ένας λαμογιομηχανικός που έχει χτίσει τη μισή Αν. Αττική. Ήταν αυτός που οργάνωνε και ξεκίναγε όλους τους τσαμπουκάδες, πείθοντας διάφορα ανεγκέφαλα πως εμείς είμασταν ο ταξικός εχθρός… Φυσικά, αφού τα έσπαγαν σε μας πήγαιναν και τ’ ακουμπούσαν κανονικά στα μπαράκια, χωρίς αντίρρηση και τσαμπουκάδες.

Δεν περίμενα να ξαναπέσω σε τέτοια συζήτηση και σιχάθηκα για μιαν ακόμα φορά.

Σε κείνο το «Στέκι», ένα βράδυ μας ήρθε η ιδέα να φτιάξουμε έναν αγροτοφοιτητικό συνεταιρισμό και να επινοικιάσουμε από το Πανεπιστήμιο τις ελιές και τ’ αμπέλια που είχε. Το κάναμε κι αυτό αλλά αυτή είναι άλλη μια ατυχής ιστορία…..

Γκρρρρ….


Δεν ξέρω τι λένε για τις τσαγκαροδευτέρες αλλά σήμερα είναι μια τσαγκαροτετάρτη. Στραβά ξεκίνησε η μέρα κι ελπίζω να μη στραβώσει χειρότερα. Στραβά κοιμήθηκα το βράδυ, στραβά ξύπνησα και διάφορα μικρά στραβώνουν και μου σπάνε τα νεύρα. Ο μικρός παίρνει από χτες το βράδυ τηλέφωνα να πάω να τον πάρω από την κατασκήνωση (στην οποία πήγε χτες το πρωί με όλους τους κολλητούς του ενθουσιασμένος) γιατί δεν περνάει καλά και ξέχασα και τα γυαλιά μου σπίτι με αποτέλεσμα να μη βλέπω την τύφλα μου. Εντάξει, βλέπω τόσο ώστε να γράφω αλλά κουράζομαι. Υποτίθεται πως άρχισε και η απαγόρευση του τσιγάρου αλλά ρούφηξα 3-4 τσιγάρα μέχρι τώρα βγαίνοντας έξω. Δεν το κόβω ρε το τσιγάρο. Μ’ αρέσει να καπνίζω. Άσε που μόνον πάνω στα πακέτα βλέπω τις επιγραφές «Βλάπτει σοβαρά την υγεία». Όταν το κολλήσουν και πίσω από τα φορτηγά που με ντουμανιάζουν με τις εξατμίσεις τους και πάνω στα φουγάρα των εργοστασίων, τότε μπορεί και να το σκεφτώ.
Άι σιχτίρ πια με όλους όσους θέλουν να με σώσουν από το τσιγάρο και με σκοτώνουν με όλα τα υπόλοιπα.