Από τις τρεις μέρες που κράτησε και φέτος το 14ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ, κατάφερα να πάω μόνον την πρώτη. Ωραία ήταν, ωραίος ο χώρος, πολύ μεγαλύτερος από το Πεδίο του Άρεως στο οποίο στριμωχνόταν παλιά. Στο Γουδί, πέρσι, δεν είχα καταφέρει να πάω. Φωτογραφική μηχανή ξέχασα να πάρω μαζί μου κι έτσι δεν έχω φωτογραφικά ντοκουμέντα. Είχε όμως ο Σκύλος κι έτσι μπήκα στο blog του να δω τις φωτογραφίες που τράβηξε. Ωραίες όπως πάντα αλλά εκεί που ψιλοσοκαρίστηκα ήταν όταν μπήκα στα σχόλια. Γιατί σοκαρίστηκα; Γιατί είδα πως όσα χρόνια κι αν περάσουν η ίδια μαλακία βαράει τους ανθρώπους. Υπήρχαν σχόλια για την τιμή του εισιτήριου του Φεστιβάλ, κι ένα λινκ που παρέπεμπε στην αντίστοιχη συζήτηση στο Indymedia. Αυτή η συζήτηση με γύρισε πάρα πολλά χρόνια πίσω. Τότε που εικοσάχρονοι φοιτητές, αποφασίσαμε να φτιάξουμε ένα αυτοδιαχειριζόμενο πολιτιστικό στέκι στην Πάτρα. Εκείνα τα χρόνια η πολιτιστική ζωή στην Πάτρα ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Ούτε θέατρο, ούτε συναυλίες ούτε τίποτε. Το μόνο που υπήρχε ήταν η Κινηματογραφική Λέσχη της Πάτρας και ευτυχώς που υπήρχε. Εκεί, στον κινηματογράφο «Ομόνοια» που δεν υπάρχει πλέον, είχα δει υπέροχες ταινίες που δεν θα τις έβλεπα εύκολα. Πέρα απ’ αυτό όμως ξεραίλα. Μαζευτήκαμε λοιπόν διάφοροι φερέλπιδες εικοσάρηδες και φτιάξαμε την «Ανοιχτή Πολιτιστική Κίνηση Πάτρας», δόξει και τιμή. Με το καταστατικό μας και το Δ.Σ. μας και όλα μας. Βρήκαμε ένα παλιό σπίτι στην Αγ. Νικολάου και πέσαμε με τα μούτρα στη δουλειά. Από γκρέμι που ήταν το κάναμε ανθρώπινο. Το βάψαμε, τρίψαμε τα πατώματα, το επιπλώσαμε, φέραμε πράγματα από το σπίτι μας, φτιάξαμε σκοτεινό θάλαμο έτσι όσοι ερατιτέχνες φωτογράφοι υπήρχαν να μπορούν να εκτυπώνουν τις φωτογραφίες τους (ας είναι καλά ο Λίνος ο Τσέκερης που έφερε τα μηχανήματά του), στείλαμε και επιστολές στις εφημερίδες και ζητούσαμε βιβλία για να φτιαχτεί μια δανειστική βιβλιοθήκη. Βρήκαμε ανταπόκριση σ’ αυτό το αίτημα και άρχισαν να μαζεύονται βιβλία. Για να βγαίνει το νοίκι φτιάξαμε κι έναν χώρο σαν μπαράκι με πάμφθηνα ποτά έτσι ώστε να λειτουργεί σαν χώρος που θα μαζευόταν ο κόσμος να πίνει το ποτάκι του και να τα λέμε. Μέσα σ’ ένα χρόνο, εμείς τα νιάνιαρα με όνειρα οργανώσαμε τόσες εκδηλώσεις όσες δεν είχε δει η πόλη για πολλά χρόνια. Πείσαμε το θίασο της Αλίκης Γεωργούλη και της Εύας Κοταμανίδου να κατέβουν αφιλοκερδώς για μια παράσταση στην Πάτρα με το έργο του Ντάρι Φο «Όλο σπίτι, κρεβάτι κι εκκλησία» που εκείνη τη χρονιά έκανε τρελή επιτυχία στην Αθήνα. Ο δήμος Πατρέων παραχώρησε το Δημοτικό Θέατρο και δεν έπεφτε καρφίτσα. Γέμισαν τα πάντα, πλατεία και εξώστες και διάδρομοι. Τόσο που έγινε έκκληση να προσέχουμε διότι δεν ήταν σίγουρη αν το θέατρο άντεχε τόσο πλήθος. Αυτό που δεν θυμάμαι ήταν αν είχαμε εισιτήριο ή ήταν δωρεάν. Κάναμε και μια συναυλία (πάλι στο Δημοτικό Θέατρο) με κάποιους Ούγγρους τζαζίστες που είχε φέρει ο Μπαράκος στο “Jazz club” και με τον οποίο είχε γνωριμία κάποιος από μας. Φέραμε τους «Σπυριδούλα να παίξουν στο αμφιθέατρο του Παραρτήματος, τον Νικόλα Άσιμο και άλλες τέτοιες πολλές εκδηλώσεις. Δεν ξέρω πως τους πείθαμε όλους αυτούς να κατέβουν στηνη Πάτρα αφιλοκερδώς. Μόνον τα εισιτήριά και το φαγητό τους κι ένα μέρος να μείνουν που συνήθως ήταν τα σπίτια μας. Στις συναυλίες βάζαμε είσοδο 10 ή 20 δραχμές για να βγουν τα έξοδα για τα μηχανήματα που νοικιάζαμε και κόστιζαν γύρω στις 7000 δραχμές. Στο μπαράκι στο «Στέκι» τα ποτά κόστιζαν 40 δρχ όταν στα μπαράκια είχαν 120. Και ήταν καθαρά ποτά και οι μερίδες «σπιτικές». Γιατί τα θυμήθηκα αυτά; Γιατί η κουβέντα στο indymedia, μου θύμισε τις κουβέντες και τους καυγάδες μας με τα φρικιά τότε (μπαχαλάκηδες τώρα). Μας αποκαλούσαν αστούς και μπάτσους που βάζαμε είσοδο, πλάκωναν στο στέκι και μας έκαναν μανούρες για τα ποτά που ήταν ακριβά και περίμεναν πότε θα φύγουν οι υπεύθυνοι του Στεκιού για να τα κάνουν λαμπόγυαλο. Φυσικά με το που πλάκωνε αστυνομία εξαφανίζονταν, οι κότες, και άφηναν εμάς να βγάλουμε το φίδι από την τρύπα. Ομηρικοί καυγάδες έγιναν εκείνη την πρώτη χρονιά της λειτουργίας του. Φυσικά δεν μας έδιναν καμμιά ιδέα για το πως θα βγουν τα έξοδα αν τα ποτά ήταν τσάμπα και αν οι συναυλίες δεν είχαν εισιτήριο. Όχι πως έβγαιναν κι έτσι, πολλές φορές βάλαμε από την τσέπη μας που ήταν άδεια γενικά. Τη δεύτερη χρονιά τα παράτησα. Βαρέθηκα να καυγαδίζω κάθε βράδυ για τα αυτονόητα. Το Στέκι λειτούργησε ακόμα έναν χρόνο καρκινοβατώντας και μετά έκλεισε. Ποιός είχε όρεξη να πηγαίνει σ’ έναν χώρο που μονίμως έπεφτε ξύλο; Τα πράγματα που είχαμε κουβαλήσει από τα σπίτια μας, τα βιβλία που μας έστειλαν για τη βιβλιοθήκη, οι κασέττες, οι δίσκοι, ο σκοτεινός θάλαμος δεν ξέρω τι απέγιναν. Φαντάζομαι όποιος πρόλαβε τα βούτηξε. Είχα συφιλιάσει όμως τόσο πολύ με τους μαλάκες που το κατέστρεψαν, που δεν θέλησα να μάθω τίποτε.

Τι απέγιναν οι τσαμπουκάδες του τότε; Δεν έμαθα για όλους. Ο αρχιτσαμπουκάς όμως έμαθα πως έγινε ένας λαμογιομηχανικός που έχει χτίσει τη μισή Αν. Αττική. Ήταν αυτός που οργάνωνε και ξεκίναγε όλους τους τσαμπουκάδες, πείθοντας διάφορα ανεγκέφαλα πως εμείς είμασταν ο ταξικός εχθρός… Φυσικά, αφού τα έσπαγαν σε μας πήγαιναν και τ’ ακουμπούσαν κανονικά στα μπαράκια, χωρίς αντίρρηση και τσαμπουκάδες.

Δεν περίμενα να ξαναπέσω σε τέτοια συζήτηση και σιχάθηκα για μιαν ακόμα φορά.

Σε κείνο το «Στέκι», ένα βράδυ μας ήρθε η ιδέα να φτιάξουμε έναν αγροτοφοιτητικό συνεταιρισμό και να επινοικιάσουμε από το Πανεπιστήμιο τις ελιές και τ’ αμπέλια που είχε. Το κάναμε κι αυτό αλλά αυτή είναι άλλη μια ατυχής ιστορία…..

Advertisements