Συνήθως τελειώνω όσα αρχίζω. Κι όταν αφήνω κάτι μισοτελειωμένο, με στοιχειώνει. Εδώ και καιρό λοιπόν τριγυρίζουν στο κεφάλι μου με παράπονα, οι γείτονες που τους άφησα έξω από τις περιγραφές της γειτονιάς με τους χωματόδρομους. Σαν πιτσιρίκια, που γκρινιάζουν στα πόδια της μαμάς γιατί δεν τους πήρε παγωτό ενώ πήρε στο μεγαλύτερο. Η ιδέα να γράφω για τους ανθρώπους εκείνης της εποχής, ξεκίνησε διαβάζοντας ένα κείμενο της FARAONA που ανέφερε εκείνες τις γειτονιές και ανακάλυψα έτσι, πως μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά. Τη ρώτησα αν θυμόταν τον τάδε και το δείνα, διάφορους μαγαζάτορες-φιγούρες της περιοχής. Τους θυμόταν και τότε της είπα πως θα κάτσω να τους θυμηθώ όλους και να γράψω γιαυτούς. Κυρίως, για να τους ξαναθυμηθώ και να μην τους ξεχάσω ποτέ. Αλλά επειδή συνήθως γι’ αλλού ξεκινάω κι αλλού πηγαίνω, ξεκίνησα από τους γείτονές μου στην πολυκατοικία. Έμειναν όμως οι μαγαζάτορες και οι υπόλοιποι γείτονες να κλαίνε παραπονιάρικα. Δεν θέλω να τους αφήσω με το παράπονο, η ιστορία πρέπει να φτάσει στο τέλος της….

Έτσι μπαίνει στο κάδρο η κυρά Στέλλα με τις κουρελούδες της. Είχαν έρθει οικογενειακώς από την Ορεστιάδα kαι έμενε στο υπόγειο της απέναντι πολυκατοικίας. Είχε όμως τη δική της αυλίτσα και είσοδο από κει, εκτός από την κύρια είσοδο. Η κυρά Στέλλα είχε βγάλει στο στενάκι μας ένα παλιό πίσω κάθισμα αυτοκινήτου (από κείνα τα παλιά, τα ενιαία των αμερικάνικων αυτοκινήτων), έβγαζε και καρεκλίτσες και μαζεύονταν οι γείτονες και τα λέγανε τα καλοκαιριάτικα βράδια με το παιδομάνι να παίζει τριγύρω. Έφτιαχνε κουρελούδες αλλά όχι στον αργαλειό, κάτι άλλες που πέρναγε τα κουρελάκια σε μια βάση και οι κουρελούδες της ήταν «μαλλιαρές». Γιαυτό στην αυλή της υπήρχαν σακκούλες με χρωματιστά κουρελάκια και καμιά φορά μας έδινε κανένα μεγαλούτσικο να φτιάξουμε κι εμείς φουστάνια στις κούκλες μας.. Όλη η γειτονιά είχε τουλάχιστον ένα πατάκι της κυρά Στέλλας. Καλή γυναίκα, με το μόνο που θύμωνε ήταν όταν από τους παραπάνω ορόφους πέταγαν πράγματα από το μπαλκόνι και λέρωναν την αυλίτσα της.
Δίπλα ήταν το διώροφο της γυναίκας του Τσάρου και παραδίπλα η κυρά Μαρίκα, η μανάβισσα, σε μια μονοκατοικία. Είχε μανάβικο αλλά η μαμά δεν ψώνιζε απ’ αυτήν, έλεγε πως δεν ήταν φρέσκα τα ζαρζαβατικά και τα φρούτα της. Εμείς ψωνίζαμε από άλλο μανάβη, στη Φλέμινγκ. Αυτό σήμαινε φυσικά, ψυχρές σχέσεις ανάμεσα στη Μαρίκα και μας με τη μαμά μου να λέει «ε τι, επειδή είναι γειτόνισσα πρέπει να τρώμε χάλια λαχανικά και φρούτα;». Δεν της ρίχνω άδικο της μαμάς αλλά η Μαρίκα είχε το δικό της νταλγκά. Είχε κι ένα γιο η Μαρίκα, το Μαργαρίτη, λίγο μεγαλύτερος από μένα. Μια φορά αποφασίσαμε με το Μαργαρίτη να βγάλουμε λεφτά στήνοντας μια παράσταση στην αυλή τους. Βγάλαμε τις καρέκλες του σπιτιού στην αυλή (και τις «καλές» της τραπεζαρίας), κρεμάσαμε ένα σεντόνι άσπρο στα σκοινιά της μπουγάδας κι έτοιμο το θέατρο. Μια δραχμή το εισιτήριο και γέμισε η αυλή με την πιτσιρικάδα της γειτονιάς. Η Μαρίκα ήταν στο μαγαζί και δεν είχε ιδέα φυσικά. Ο Μαργαρίτης έπαιζε κιθάρα (για την ακρίβεια γρατζουνούσε μια κιθάρα) και μέχρι να ετοιμαστούμε ήταν πίσω από το σεντόνι και διασκέδαζε –ντεμέκ- το φιλοθεάμον κοινό μας που αδημονούσε. Και πάνω εκεί, γύρισε η Μαρίκα σπίτι να πάρει κάτι κι έγινε το έλα να δεις. Είδε το σπίτι της να έχει μετακομίσει στην αυλή και τρελάθηκε. Μας πήρε με το σκουπόξυλο και όποιον πάρει ο Χάρος, με το Μαργαρίτη να έχει μαζέψει φυσικά τις περισσότερες. Εννοείται πως μας πέρασαν κι ένα δεύτερο χέρι οι μαμάδες μας, που έδωσαν δίκιο στην ταλαίπωρη Μαρίκα. Τα λεφτά που μαζέψαμε δεν θυμάμαι τι απέγιναν… Στα κεραμίδια της Μαρίκας πάντως, πέταξα τα περισσότερα από τα δόντια που άλλαξα όταν ήμουν παιδάκι καθ’ υπόδειξη της γιαγιάς που έλεγε πως έτσι πρέπει να κάνουμε με τα δόντια μας.
Δίπλα από της Μαρίκας ήταν ένα άδειο στενό οικόπεδο και μετά το σπιτάκι της Ασπασίας. Η στρίγκλα της γειτονιάς, με σφιχτά χείλη και σφιχτό κότσο. Κι η κόρη της έτσι ήταν μέχρι που παντρεύτηκε, γεροντοκόρη για τα δεδομένα της εποχής, και μετά ερχόταν μόνον για επίσκεψη με τον ταλαίπωρο τον άντρα της που ήταν το ίδιο ταλαίπωρος με τον άντρα της Ασπασίας. Εκείνος ο καημένος ήταν γλυκομίλητος και πάντα έλεγε καλημέρα με χαμόγελο κάτω από το μπερέ που φορούσε, πάντα εκτός αν συνόδευε την Ασπασία. Η Ασπασία μπροστά με τον κότσο της, στυφή και αγέλαστη κι άντρας της ν’ ακολουθεί με το κεφάλι κάτω. Όλα την ενοχλούσαν και κυρίως οι φωνές των παιδιών που έπαιζαν το καλοκαίρι. Έτσι, μια φορά ανακαλύψαμε πως είχε σκορπίσει και μισοθάψει σπασμένα γυαλιά στο χώμα του στενού μας έξω από το σπίτι της, για να μας αποτρέψει από το να παίζουμε εκεί. Τουλάχιστον έτσι αποφάνθηκε το λαϊκό δικαστήριο της γειτονιάς και την καταδίκασε σε ισόβια μοναξιά. Κανένας δεν της έλεγε καλημέρα πια. Δεν ξέρω πόσο την ένοιαζε αυτό την Ασπασία. Ησυχία πάντως δεν βρήκε. Εξακολουθούσαμε να παίζουμε και έξω από το σπίτι της και να την ενοχλούμε. Μόνον όταν έβγαινε από το σπίτι σταματούσαμε, μέχρι να μας προσπεράσει και μετά συνεχίζαμε με μεγαλύτερη δύναμη.
Παραδίπλα από την Ασπασία, έμενε η γιαγιά Αγνή που πάντα μου προξενούσε μεγάλη στεναχώρια. Ήταν πιο μεγάλη από τη δικιά μου τη γιαγιά και έμενε μόνη της σ’ ένα σπιτάκι νοικιασμένο. Σπάνια έβγαινε, συνήθως ήταν στο παράθυρο κι έβλεπε τα παιδιά να παίζουν και την απέναντι πολυκατοικία. Αν κι επειδή ήταν στο βάθος του στενού (το τελευταίο σπιτάκι δεξιά), δεν φτάναμε συχνά μέχρι εκεί όταν παίζαμε, παρά μόνον όταν θέλαμε να μπούμε στο μισογκρεμισμένο σπίτι στο βάθος και να ψάξουμε για «θησαυρούς». Αυτό φυσικά κρυφά από τους γονείς μας, που φοβόταν μη σκοτωθούμε εκεί μέσα πατώντας κάποιο σάπιο πάτωμα. Αλλά ποιος ακούει τους γονείς μπροστά στην πρόκληση της ανακάλυψης κρυμμένων μυστικών; (οργίαζε η φαντασία μας…)
Κάποιες φορές την γιαγιά Αγνή την επισκεπτόταν ο γιος της. Ερχόταν για λίγη ώρα σοβαρός και κουστουμαρισμένος, καθόταν μαζί της να τα πούνε, έφευγε κι έμενε η γιαγιά Αγνή με τη στεναχώρια να τον περιμένει στο παράθυρο πότε θα ξανάρθει. Ο μύθος της γειτονιάς έλεγε, πως ο γιος της είχε λεφτά και μεγάλο σπίτι αλλά δεν την ήθελε η γυναίκα του στα πόδια της. Της χάλαγε το image του ρετιρέ που έμεναν κι έτσι ο γιος της τής νοίκιαζε αυτό το σπιτάκι κι ερχόταν να τη δει όποτε μπορούσε. Το λαϊκό δικαστήριο της γειτονιάς την είχε καταδικάσει για υπέρτατη αναλγησία και όλοι λυπόταν τη γιαγιά Αγνή γι αυτό που έπαθε στα γεράματά της. Κι η δική μου η γιαγιά μάλλον θα θεωρούσε τον εαυτό της τυχερό, που η δικιά της η κόρη δεν την πέταξε να ζει μόνη της σ’ ένα σπιτάκι νοικιασμένο και να τη λυπάται η γειτονιά, αν και ποτέ δεν τη ρώτησα αν σκεφτόταν όντως έτσι. Ποιος ξέρει όμως; Η γιαγιά Αγνή φάνταζε γλυκύτατη στα δικά μας μάτια αλλά κανείς δεν ξέρει πως φερόταν στο γιο και τη νύφη της.

Στη φωτογραφία ένα παιδικό μου σκιτσάκι. Φαίνεται μια πολυκατοικία απέναντι και τα κεραμίδια της κυρά Μαρίκας που δέχονταν τα δόντια που άλλαζα.

Advertisements