Ο κόσμος καίγεται…


Ο κόσμος καίγεται κι εγώ στην κοσμάρα μου. Στην Αθήνα παίζουν κλέφτες κι αστυνόμους, πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι – American Bar το κάναμε που έλεγε κι ο παπαγιαννόπουλος για να μην πω Far West- κι εγώ στον κόσμο μου. Πέθανε η Έλλη Παπά, ήρθε κι έφυγε η 28η Οκτωβρίου με κουβέντες για το μήκος της φούστας των κοριτσιών στην παρέλαση και τα χτενίσματα των αγοριών και για το ποιός είπε τελικά το «Όχι», ο λαός ή ο Μεταξάς, κι εγώ στον κόσμο μου.

Στο σωλήνα που μάλλον έσπασε στην κουζίνα και τρελαίνομαι στην ιδέα των μαστόρων στο σπίτι, στην εργασία που πρέπει να γράψω και βαριέμαι, στον πατέρα μου που δεν είναι καλά και φοβάμαι πως πιθανόν και να μην είναι καλά για τα καλά. Από το καλοκαίρι δεν ήταν καλά τώρα νομίζω χειροτέρεψε. Δεν ξέρω κι όλας, είμαι μακρυά και ξέρω πως δεν μου τα λένε κι όλα. Δεν έχω καλό προαίσθημα όμως, μακάρι να βγω γελασμένη. Σκέφτομαι πως πρέπει να συνηθίσω στην ιδέα πως θ’ αρχίσω να χάνω σιγά σιγά αγαπημένους. Και τυχερή είμαι που έφτασα μέχρι εδώ χωρίς να βιώσω απώλειες. Προσπαθώ να με προετοιμάσω κι ας μην είναι ακόμα η ώρα του συναγερμού. Μακάρι να είναι ο λάθος ο συναγερμός που χτυπάει μέσα μου….

Στον κόσμο γίνεται χαμός αλλά συγχωρείστε με. Μόνο στην κοσμάρα μου μπορώ να είμαι.

Advertisements

Εμιγκρέδες της Ρουμανίας


Αυτός είναι ο τίτλος ενός τραγουδιού της Λένας Πλάτωνος.

Να κάνω από την αρχή μια δήλωση. Είμαι φαν της Πλάτωνος από την πρώτη στιγμή που κυκλοφόρησε το «Σαμποτάζ» και άκουσα το πρώτο τραγούδι. Άρα δεν ξέρω πόσο αντικειμενική θα είναι η γνώμη μου για τη συναυλία που παρακολούθησα την προηγούμενη Τρίτη στο Παλλάς. Τη συναυλία μου τη «χάρισε» ο Pan, ξέροντας πόσο μου αρέσει η Πλάτωνος και το «Σαμποτάζ» της. Πέρσι έπαιζε στο Κύτταρο αλλά δεν είχα καταφέρει να πάω. Στο φετεινό της όμως come back στο Παλλάς, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, θα ερμήνευαν τα τραγούδια του «Σαμποτάζ» η Σαββίνα Γιαννάτου και ο Γιάννης Παλαμίδας που τα πρωτοερμήνευσαν το 1981.  Το ανεπανάληπτο αυτό τρίο ξαναβρέθηκε για να παρουσιάσει ζωντανά στην σκηνή του Παλλάς σε μια μοναδική συναυλία, τα 13 τραγούδια του «Σαμποτάζ» σε στίχους Μαριανίνας Κριεζή αλλά και άλλα, από την μουσική και στιχουργική δημιουργία της Πλάτωνος. Πραγματικά δεν ήθελα να το χάσω με τίποτε. Βόλεψα υποχρεώσεις και στις οκτώμιση ήμουν έξω από το Παλλάς με τη φιλενάδα Γιούλη, που ναι μεν δεν είχε γεννηθεί όταν κυκλοφόρησε ο δίσκος αλλά από την άλλη κάτι είχε ακούσει, την έπεισε κι ο δικός μου ενθουσιασμός και ήρθε.. Με την πρώτη νότα έγινα κουβάρι από την ένταση. Η Πλάτωνος στο πιάνο, η Σαββίνα και ο Γιάννης ντυμένοι στ’ άσπρα. «Τι νέα, ψιψίνα», «Αλοίμονο», «Οι εμιγκρέδες της Ρουμανίας», τραγούδια από τα «Ημερολόγια» με τη φωνή της Πλάτωνος, λίγο σπασμένη αλλά συγκινητική, τη φωνή της Γιαννάτου το ίδιο κρυστάλλινη όπως πριν από 30 χρόνια και του Παλαμίδα να μην έχει χάσει τίποτε από την ιδιαίτερότητά της Εκεί ανάμεσα και δύο τραγούδια από τη «Λιλιπούπολη», «Το χοντρό μπιζέλι» και το «Ρόζα Ροζαλία». Πανηγύρι έγινε στο κοινό με το που ακούστηκαν οι πρώτες νότες της Λιλιπούπολης. Ξαναθυμήθηκα τον εαυτό μου, φοιτήτρια όντας, να στήνομαι στο ραδιόφωνο να την ακούσω στο Γ’ Πρόγραμμα κι αν δεν προλάβαινα το πρωί να την ακούω στην απογευματινή επανάληψη.

Η Γιούλη δίπλα κατάφερε να τραβήξει μερικές φωτογραφίες ενθουσιασμένη, τραγούδι με το τραγούδι, από τα πάντα. Με το που την πήραν χαμπάρι βέβαια ήρθαν και της είπαν πως απαγορεύεται αλλά μέχρι τότε κάτι είχε προλάβει να κρατήσει στην κάρτα μνήμης. Κι εγώ όσο περνάει η ώρα να νιώθω πως συρρικνώνομαι και γίνομαι ένας πυκνός λευκός νάνος. Από την ένταση είχα μεταλλαχθεί σ’ ένα τεράστιο αυτί που ρουφούσε μουσική. Στο πρώτο μέρος υπήρχαν τραγούδια που τα ήξερα και τραγούδια που τ’ άκουγα για πρώτη φορά, όμως το συναίσθημα που μου προξένησαν ήταν το ίδιο μ’ αυτό της πρώτης φοράς που άκουσα το «Σαμποτάζ». Κι η Πλάτωνος να δηλώνει ευτυχισμένη τρις, σ΄ένα τραγούδι που δεν θυμάμαι τον τίτλο του.

Ευτυχώς που υπήρχε διάλειμμα και μπόρεσα να καπνίσω ένα τσιγάρο έξω από το Παλλάς, να χαλαρώσω και να είμαι έτοιμη για το δεύτερο μέρος και την παρουσιάση των τραγουδιών του «Σαμποτάζ». Σ’ αυτό το δεύτερο μέρος, εκτός από τον κόσμο, φάνηκε πως το ευχαριστιόταν και οι δύο τραγουδιστές. Γελούσαν, χαμογελούσαν και αγκαλιάζονταν μεταξύ τους. Το κοινό, που όλοι ήταν «κολλημένοι» με τη δουλειά της Πλάτωνος, ήταν το ίδιο ενθουσιασμένο. Κι η Γιαννάτου με τον Παλαμίδα μας έπαιρναν μαζί τους στην «Πτήση 201», μας έδιναν «Ραντεβού στην όαση», μας κάλεσαν να «Πάμε σινεμά», πήγαμε μαζί τους για ψώνια στο «Σούπερ Μάρκετ» φορώντας «Τα μαγικά μας τα μπλου τζιν»  και κάναμε «Σαμποτάζ» στο τρένο με τις κούκλες των ενοχών και των αραχνιασμένων παραμυθιών…

_MG_0005_a Η Πλάτωνος εμφανίστηκε στο τέλος, κάθησε στο πιάνο με τον Παλαμίδα γονατισμένο δίπλα της, του έδωσε πάσα για το «Κοπερτί» και όλο το Παλλάς ανατρίχιασε. Αυτό ήταν το τελευταίο τραγούδι, το κοινό χειροοκροτούσε όρθιο κι εγώ δεν νομίζω πως έχω χειροκροτήσει άλλη φορά τόσο πολύ. Ξαναβγήκαν για encore, έφυγαν αλλά ο κόσμος επέμενε κι έτσι υπήρξε και δεύτερο. Και πάλι νομίζω δεν μας έφτασε….

Βγαίνοντας από το θέατρο ήταν αδύνατο να πάω κατευθείαν στο σπίτι και να πέσω για ύπνο. Χρειαζόμουν αποφόρτιση κι έτσι πήγαμε με την ενθουσιασμένη μικρή για ένα ποτήρι κρασί και λίγη κουβέντα.

Ρολά ασφαλείας και νεοφιλελευθερισμός…


Σαν μαγαζί απέναντι από το Πολυτεχνείο νιώθω λίγο πριν την επέτειο της 17 Νοέμβρη. Με τα σιδερένια ρολά χωρίς τρύπες, έτοιμα να αποκρούσουν τις ορδές των βαρβάρων. Περίεργη κατάσταση αν σκεφτεί κανείς πως εδώ δεν υπήρχαν ορδές αλλά μόνον ένας βάρβαρος. Το μόνο που σκέφτομαι είναι πως θα φάνε πόρτα διάφοροι διαδικτυακοί φίλοι και δεν θα καταλαβαίνουν τι παίχτηκε και τους κλείδωσα απ’ έξω. Αλλά προς το παρόν δεν γινόταν αλλιώς. Ή που θα το έκλεινα το μαγαζί ή θα έβαζα ρολά ασφαλείας. Τέλος πάντων, προς στιγμήν του πέρασε του μαλάκα το δικό του.

Αλλαγή θέματος.

Τον τελευταίο καιρό διαβάζω (προσπαθώ τουλάχιστον) διάφορα πράγματα που δεν είχα ξαναδιαβάσει ποτέ στη ζωή μου. Για φιλελευθερισμό, νεοφιλελευθερισμό, κοινοτισμό, κοινωνικό φιλελευθερισμό, μαρξισμό και άλλα φιλοσοφικοκοινωνικά και οικονομικά θέματα. Έννοιες τις οποίες όλοι τις χρησιμοποιούμε (κι εγώ μαζί) αλλά που ποτέ εγώ τουλάχιστον δεν είχα στα σοβαρά ασχοληθεί με το τι σημαίνουν ακριβώς. Κι όλα αυτά για να γράψω ένα κείμενο-εργασία για τη θέση της εκπαίδευσης στη σύγχρονη εποχή του νεοφιλελευθερισμού και της οικονομίας της αγοράς. Η εκπαίδευση από δημόσιο αγαθό όπως θεωρείτο μέχρι τώρα στις δημοκρατικές κοινωνίες της δύσης, έχει πλέον μετατραπεί -αν όχι ολοκληρωτικά αλλά εκεί πάει το πράγμα- σε οικονομικό αγαθό. Και σαν οικονομικό αγαθό διέπεται και από άλλους κανόνες. Η γνώση είναι προϊόν, ο μαθητής/φοιτητής είναι πελάτης και οι εκπαιδευτικοί οργανισμοί μαγαζιά που παράγουν σωρηδόν ειδικευμένο και αναλώσιμο προσωπικό. Στις Βρυξέλλες και αλλού υπογράφονται συμφωνίες και συνθήκες που θα καθορίσουν το μέλλον μας κι εμείς χαμπάρι δεν παίρνουμε. Μέχρι το τέλος του χρόνου πρέπει να υπογράψουμε την Οδηγία Bolkenstein «περί χάραξης πολιτικής εξάλειψης των εμποδίων που παρακωλύουν την ελεύθερη κυκλοφορία υπηρεσιών και την ελευθερία εγκατάστασης των παροχών υπηρεσιών που επηρρεάζουν τόσο τους φορείς που επιθυμούν να εγκατασταθούν σε άλλα κράτη μέλη όσο και εκείνους που παρέχουν υπηρεσία σε άλλο κράτος μέλος χωρίς να έχουν εγκατασταθεί στο κράτος αυτό». Τι ωραία που είναι διατυπωμένη ε; Με τίποτε δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά σε τι ακριβώς κατάσταση μας βάζει. Που επηρεάζει όλο αυτό την εκπαίδευση; Υποθετικά οι υπηρεσίες εκπαίδευσης δεν συμπεριλαμβάνονται στην Οδηγία. Συμπεριλαμβάνονται όμως διάφορες άλλες που επηρεάζουν την ποιότητα της εκπαίδευσης όπως υπηρεσίες σχετικές με βιβλιοθήκες, η έρευνα κ. α. Αν λάβουμε υπόψη και την επικείμενη αναγνώριση των κολλεγιών που συνεργάζονται με ξένα πανεπιστήμια μέσω franchising, την Συνθήκη της Μπολόνια και την επικείμενη Συνθήκη της Πράγας έχουμε λίγο πιο ολοκληρωμένη την εικόνα.

Το μέλλον που προδιαγράφουν και αποφασίζουν για μας και κυρίως για τα παιδιά μας είναι ένα τεράστιο χάσμα που όλο και θα μεγαλώνει αναμεσα στην ελίτ που θα μπορεί ν’ αγοράζει ποιοτικές υπηρεσίες εκπαίδευσης και στην αναλώσιμη πλέμπα.

Τέλειο ε;

Μη ξεχάσω, μ’ αρέσει πολύ ένα βιβλίο που έπεσε αυτόν τον καιρό στα χέρια μου. «Το τέλος της εργασίας και το μέλλον της», του Jeremy Rifkin από τις Εκδόσεις «ΛΙΒΑΝΗ». Βιβλίο γραμμένο από οικονομολόγο, το οποίο το καταλαβαίνουν άνετα ακόμα και οι αδαείς σαν και μένα. Μέχρι το σημείο που διάβασα βλέπω ένα μέλλον μαύρο κι άραχλο. Δεν ξέρω α υπάρχει κάποια νότα αισιοδοξίας στο τέλος του.

Τέλος εποχής;


Χτες το βράδυ, ομολογώ, πως ήμουν στο παρά πέντε να εξαφανίσω το παρόν από προσώπου Blogger αλλά και να εξαφανιστώ γενικά από το διαδίκτυο. Συνειδητοποίησα, λίγο άγαρμπα θα έλεγα, κάτι που δεν ήθελα να δω. Πως δεν έχει σημασία ποιός είσαι, ποιοί είναι οι φίλοι σου, πως σε αντιμετωπίζουν φανερά οι άνθρωποι αφήνοντας σχόλια στο μπλογκ σου ή απαντώντας σε όσα γράφεις σ’ ένα φόρουμ. Το θέμα είναι πως υπάρχουν ένα σωρό άσχετοι που παίρνουν μάτι τη ζωή και τις σκέψεις σου και που μπορεί να τις χρησιμοποιήσουν κάποια στιγμή κατά το δοκούν. Πως το διαδίκτυο δεν είναι η γειτονιά μου στη Θεσσαλονίκη, που όλοι ξέραμε όλους και ακόμα και τα κουτσομπολιά ήταν τελικά πταίσματα. Και ακόμα πως κυκλοφορούν πολλοί άρρωστοι, πολλοί ψυχάκηδες, πολλοί διεστραμμένοι. Και μη γελάς εσύ (ξέρεις ποιός είσαι εσύ) και μη μου πεις «εγώ σου τα έλεγα χαζοπούλι». Εσύ μου τα έλεγες, εγώ δεν τ’ άκουγα. Ίσως να φταίει ο ενθουσιασμός του νεοφώτιστου
Ήδη λόγω κάποιων καταστάσεων είχα αρχίσει μιαν αυτολογοκρισία. Ασυνείδητα στην αρχή, λίγο πιο συνειδητή όσο περνούσε ο καιρός. Δεν μ’ αρέσει όμως έτσι. Δεν θέλω να ρίχνω κλεφτές ματιές πάνω από τον διαδικτυακό μου ώμο, για να δω ποιός θα κάνει τι πίσω από την πλάτη μου. Δεν έχει πλάκα έτσι.
Δεν ξέρω τι θα κάνω. Μπορεί και να τους γράψω όλους και να συνεχίσω απτόητη. θα σας φάω δεν θα με φάτε, ένα πράγμα. Μπορεί να τα σβήσω όλα, έτσι κι αλλιώς δεν θα χάσει τίποτε η κοινωνία. Εγώ, ναι, θα χάσω. θα χάσω μιαν εκτόνωση και μιαν επικοινωνία. Μπορεί…. δεν ξέρω τι μπορεί. Αλλά θα το πω, δεν αντέχω.
Άι σιχτίρ μαλακισμένα ανθρωπάρια, άνανδρα κομπλεξικά σκουληκάκια, ανάρχιδα αντράκια που πουλάτε μαγκιά κρυμμένοι. Ουστ μαλάκες.

Εκλογές και πάλι αλλά αλλιώτικες


Ο Crazy Gamer γύρισε σήμερα από το σχολείο με νεύρα. Είχαν εκλογές στα πλαίσια του μαθήματος της κοινωνικής και πολιτικής αγωγής (ή κάπως έτσι) και έκαναν μια προσομοίωση των εκλογών των ενηλίκων για να εκλέξουν το προεδρείο της τάξης τους. Και ένιωσε στο πετσί του πως και με τι κριτήρια ψηφίζει ο κόσμος. Είχε ενδιαφέρον πάντως που τα παιδάκια ψηφίζουν τελικά με τα ίδια κριτήρια που έχουν και οι γονείς τους. Δεν πειράζει, ήταν ένα καλό μάθημα για την αληθινή ζωή.

Πριν γυρίσω σπίτι όμως κι ακούσω τον καταιγισμό παραπόνων και νεύρων του Gamer αναρωτιόμουν πως στα κομμάτια σ’ έναν σταθμό του μετρό που παραδόθηκε πριν ένα μήνα (Νομισματοκοπείο) είναι πολύ συχνά χαλασμένες οι κυλιόμενες σκάλες. Την πρώτη φορά που τις βρήκα σταματημένες (όχι όλες βέβαια) ήταν μέσα στην πρώτη βδομάδα της λειτουργίας του. Κι εντάξει, καταλαβαίνω πως ένα «εργαλείο» που δουλεύει τόσες ώρες συνέχεια πρέπει να συντητείται συχνά. Αλλά βρε παιδί μου, εκείνες δεν πρόλαβαν να λειτουργήσουν και τά ‘παιξαν….

Κι έχει ένα φεγγάρι απόψε….


Η χτεσινή νύχτα ήταν απ’ αυτές τις γλυκές φθινοπωρινές νύχτες. Χλιαρή και ολόφωτη. Γιατί εκτός από εκλογές είχε και πανσέληνο. Ένα ολοστρόγγυλο και φωτεινό φεγγάρι στολισμένο με λίγα σύννεφα. Είμαι σίγουρη πως λίγοι γύρισαν τα μάτια τους στον ουρανό να το χαζέψουν. Είχαν άλλες προτεραιότητες, όπως κι εγώ άλλωστε. Απλά στο δικό μου σπίτι, αν σηκώσεις τα μάτια σου από την τηλεόραση, βλέπεις το φεγγάρι.
Αλλάξανε λοιπόν τα πράγματα…. Πως αλλάξανε θα δείξει. Η ομολογουμένως χειρότερη κυβλέρνηση των τελευταίων χρόνων έφυγε με τα πιο ηχηρά ταρατατζούμ. Όλοι περίμεναν την ήττα αλλά κανείς νομίζω δεν φανταζόταν τέτοια συντριβή. Ο χοντρούλης ήταν σαν κλαμμένη ρέγγα στις δηλώσεις του στο Ζάππειο αλλά νομίζω πως κατά βάθος ήταν ευχαριστημένος. Αυτός ο άνθρωπος ποτέ δεν μου έδωσε την εντύπωση πως το φχαριστιόταν που ήταν πρωθυπουργός. Μου θύμιζε πάντα το μεγάλο γιο της οικογένειας που έπρεπε ν’ ακολουθήσει τον μπαμπά και να κρατήσει το μαγαζί ενώ αυτός ήθελε να γίνει κιθαρίστας. Ή απλώς να φάει με την ησυχία του τα λεφτά του μπαμπά. Νομίζω πως τώρα πλέον θα κάτσει στο σπιτάκι του να παίζει με τα παιδάκια του (ίσως) να πίνει μπύτες και να παίζει pro. Το καθήκον του απέναντι στην οικογενεική επιχείρηση το έκανε. Άσχετα αν το μαγαζί φαλήρισε κι έχει αρχίσει ήδη η σφαγή για το ποιός θα κληρονομήσει το στέμμα. Έχουμε να δούμε πράματα και θάματα τους επόμενους μήνες.
Στο Καραταφεραίικο χοροπηδάνε αλλά δεν νομίζω πως υπάρχει λόγος για τόση χαρά. Όπως διάβασα κάπου, με τη ΝΔ στα τέσσερα πήρε κάτι ψιλά. Μέχρι εκεί νομίζω φτάνουν, άντε ίσως λίγο παραπάνω. Χαίρεται ο Καρατζαφεράκος. Τον ακούω να δίνει το χεράκι στους Νουδούληδες. «Παίδες είμαι κι εγώ εδώ» λέει. Κι αυτός το μαγαζάκι του, ίσως το μεγαλύτερο λαμόγιο απ’ όλους. Δεν του βγήκαν όμως οι κωλοτούμπες που έκανε κι ας χοροπηδάνε οι οπαδοί του.
Και η αριστερά το χάλι της. Θα μου πεις τι περίμενες; Παραπάνω; Όχι φυσικά, και πάλι καλά πήγαν. Άσχετα αν η συγκεκριμένη συγκυρία ήταν ταμάμ για να πάνε καλύτερα. Μέχρι όμως να καταλάβουν σε ποιόν αιώνα βρισκόμαστε, ειδικά το ΚΚΕ, δεν βλέπω να παίρνουν περισσότερα. Χάρηκα όμως που διασώθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ. Προς το παρόν τουλάχιστον κι αυτό το οφείλει στο Τσιπρόπουλο. Δεν είμαι πολύ αισιόδοξη αλλά τουλάχιστον αυτοί έχουν μια καλύτερη αίσθηση για την εποχή. Σίγουρα δεν ζουν στο 1920. Που ακριβώς ζουν δεν είμαι σίγουρη, θα δείξει κι αυτό.
Γιαυτό που σίγουρα χάρηκα είναι που έμειναν εκτός βουλής κάτι σαν την Παπακώστα. Η γυναίκα που μπορούσε να μιλάει με ρυθμό πολυβόλου μια ώρα και να μη λέει απολύτως τίποτε. Ελπίζω να μη ξαναδώ τη μουτσουνάρα της στις ειδήσεις (όσο βλέπω τέλος πάντων…). Ή η Κουντουρά. Ποιόν εκπροσωπούσε αυτό το άτομο; Τι έργο είχε στη Βουλή εκτός από το να περιφέρει την άψογη σιλουέτα της και τα καλοραμμένα ταγεράκια της; Δεν καταλαβαίνω με τι κριτήρια τους ψηφίζει ο κόσμος. Σαν εκείνον τον ανεκδιήγητο ηθοποιό της Λάμψης (;) που έγινε βουλευτής. Τι σκατά φαντάστηκαν όταν τον έστειλαν στη Βουλή; Πως θα έλεγε εκείνες τις απίθανες ατάκες του αδιάφθορου μπάτσου που του έγραφε ο άλλος ο απίθανος, ο Φώσκολος; Θα μου πεις έγινε ο Αποστολάκης βουλευτής… Δεν ξέρω καν αν ήταν καλός ποδοσφαιριστής αλλά τι σκατά έργο θα κάνει στη Βουλή;
Εκλογές τέλος λοιπόν κι αυτή δεν ήταν αποτίμηση ή βαθυστόχαστη ανάλυση του εκλογικού αποτελέσματος. Ήταν αυτά που σκεφτόμουν κοιτώντας μια την οθόνη της τηλεόρασης και μια το φεγγάρι…

Συγκέντρωση


Το απόγευμα κατά τις 7.30 πέρασα κάθετα τη συγκέντρωση του ΠΑΣΟΚ. Λεωφορεία δεν υπήρχαν κι έτσι το κόψαμε με το γιο μου ποδαράτο, μετά το μπάσκετ. Προβολείς, σημαίες, φυλλάδια, καλαμπόκια και σουβλάκια. Όλο το γνωστό σκηνικό και ο πιο ξύπνιος απ’ όλους είχε στήσει πάγκο και πουλούσε cd με το λογότυπο του κόμματος στο εξώφυλλο. Πήγα να δω τι περιείχαν. Τραγούδια του ΠΑΣΟΚ. «Θα τον τρελάνουμε τον ήλιο», «Carmina Burana”, κλπ. Πούλαγε ο έξυπνος ο έμπορας. Έφυγα από τον πάγκο του γελώντας. Κόσμος κατέβαινε με σημαίες κι εμείς ανεβαίναμε. Τι μου έκανε εντύπωση; Το βλέμμα τους. Γενικά δεν κατεβαίνω σε προεκλογικές συγκεντρώσεις. Ποτέ δεν κατέβαινα. Σε πορείες και συλλαλητήρια ναι, σε προεκλογικές συγκεντρώσεις όχι. Απλά τα τελευταία χρόνια ζω στην «καρδιά των γεγονότων» κι έτσι τα βλέπω. Θυμάμαι όμως το βλέμμα των ανθρώπων στις αντίστοιχες συγκεντρώσεις του ’81 και ’85 που περνάγαμε μια βόλτα να κόψουμε κίνηση. Τότε ήταν ενθουσιασμένοι και γεμάτοι ελπίδα και ήταν πολύ, πάρα πολύ περισσότεροι. Σήμερα απλά έκαναν το καθήκον τους, διεκπεραιωτικά τελείως και φυσικά πολύ λιγότεροι.
Και η παρατήρηση του γιού μου. «Μαμά, βλέπω πως στην συγκέντρωση κατεβαίνουν σχεδόν μόνο παπουλέτα». «Τι παπουλέτα ρε»; του λέω «Ε να βρε μαμά, με καράφλες και μουστάκια». Όντως, κυρίως «παπουλέτα» ήταν που φαντάζομαι πολλοί απ’ αυτούς θα ήταν και το ’81 χωρίς καράφλες και κοιλιές και με το βλέμμα λαμπερό.
Η συγκέντρωση τελείωσε. Ο αρχηγός είπε ό,τι είχε να πει, γέμισε και ο ουρανός πράσινα πυροτεχνήματα. Αύριο θα γεμίσει μπλε πυροτεχνήματα αλλά αύριο δεν έχουμε μπάσκετ.
The show must go on…