Έτσι….


Ήταν ένα από τα πιο έντονα δεκαπενθήμερα της ζωής μου. Ακόμα δεν έχω συνειδητοποιήσει εντελώς το θάνατο αλλά όλοι μου λένε πως αυτό είναι φυσιολογικό. Είδα, έκανα και κατάλαβα πράγματα που δεν φανταζόμουν καν πως υπάρχουν, πως μπορώ να τα βιώσω χωρίς να τρελαθώ.

Ο μπαμπάς μου πέθανε κι εγώ τον είδα να λιώνει σε fast forward. Τουλάχιστον αυτό μ’ έκανε να δεχτώ πιο εύκολα το θάνατο που τον λύτρωσε από καταστάσεις που θα τις σιχαινόταν για τον εαυτό του καθώς κι από πάρα πολύ πόνο. Τον σκέφτομαι συνέχεια σε διάφορες στιγμές. Θέλω να τον θυμάμαι όμορφο και γερό, με τα καλά και τ’ άσχημά του. ‘Οχι πως θα ξεχάσω ποτέ τις τελευταίες εικόνες του αλλά θα τον θυμάμαι κυρίως όπως ήταν παλιά. Έτσι δηλαδή.

Advertisements

Αρρώστια Ι


Είναι περίεργο κατάσταση να έρχεσαι κοντά με την αρρώστια και το θάνατο. Δεν έχω ανέβει ακόμα πάνω, δεν έχω δει τον πατέρα μου. Αύριο θα το κάνω. Όμως αυτά που συμβαίνουν τις τελευταίες μέρες έχουν πυροδοτήσει σκέψεις που πάντα υπήρχαν αλλά που ποτέ δεν τις αξιολογούσα ίσως γιατί δεν ήθελα. Κατ’ αρχήν παρατηρώ τον εαυτό μου. Προσπαθώ να καταλάβω πως αντιδρώ και γιατί αντιδρώ όπως αντιδρώ. Μέχρι τώρα δεν έριξα ούτε ένα δάκρυ. Είναι φυσιολογικό αυτό; Είναι άρνηση; Είναι γαϊδουριά; Διώχνω όλες τις σκέψεις που είναι εικόνες με τον πατέρα μου. Όλες τις σκέψεις του τι θα γινόταν αν…. Όλες τους καυγάδες που έχουμε κάνει. Όλες τις εικόνες απ’ όταν ήμουν μικρή και ήμουν το κοριτσάκι του. Μόνο οι εικόνες του καλοκαιριού δεν φεύγουν. Έδειχνε από τότε άρρωστος. Δεν ήταν ο μπαμπάς μου. Το έλεγε και κείνος. «Μα να με κρατάει η κόρη μου από το χέρι για να μπω στη θάλασσα!! Εμένα που έμπαινα και χανόμουν με τις ώρες….». Δεν το χωρούσε το μυαλό του αυτό. Ούτε να κολυμπήσει μπορούσε καλά καλά. Κρατιόταν από το στρώμα και ήμουν κι εγώ δίπλα για να έχω το νου μου. Ήθελε να πάει μέχρι τη σημαδούρα αλλά του είχα πει πως δεν εμπιστεύομαι να πάμε μαζί. Έτσι και πάθαινε κάτι θα τα έχανα και θα πνιγόμασταν παρέα. Του έφυγε ο νταλγκάς όταν ήρθε ο Κ. Τον πήρε και πήγαν μαζί. «Θες να ξαναπάμε;» τον ρώτησε την άλλη μέρα ο Κ. «Όχι παιδί μου» του είπε «φτάνει μια φορά, ήθελα να μου φύγει ο καημός πως δεν έφτασα ούτε καν μέχρι τη σημαδούρα. Από τις δυόμιση βδομάδες που μείναμε στο κάμπινγκ τις 10 περίπου μέρες κατέβαινε στη θάλασσα το πρωί. Και φαινόταν σαν να του έκανε καλό. Έδιωχνα κι εγώ οποιαδήποτε κακή σκέψη μου περνούσε και του το έλεγα. «Είδες μπαμπά; Η θάλασσα σου κάνει καλό κι αυτή η μαλακή άσκηση μέσα στο νερό κάνει καλό στη μέση σου. Κι ό ήλιος σου κάνει καλό» Συμφωνούσε και κείνος αλλά τις τελευταίες μέρες δεν κατέβαινε στη θάλασσα, είχε κουραστεί. Και οι πόνοι ήταν εκεί. Παρ’ όλα αυτά οδηγούσε. Όλα κι όλα… Μπορεί να μη μπορούμε να περπατήσουμε αλλά το τιμόνι δεν το αφήνουμε. Και τώρα στο Κέντρο Υγείας οδηγώντας πήγε. Με γαστρορραγία και αιματοκρίτη 22. Κι αν δεν του έτριζαν τα δόντια θα πήγαινε και μέχρι το νοσοκομείο, 30 χιλιόμετρα μακρυά. Κι ούτε παυσίπονα δεν ήθελε. Με το ζόρι του έδινα κανένα Panadol. Άλλο σχέδιο άνθρωποι η γενιά του, άλλη τεχνολογία.

Μόνο χτες ήθελα να κλάψω. Όταν μου είπε η μαμά πως τη ρωτάει πότε θα πάνε στον ορθοπαιδικό να του πει επιτέλους γιατί πονάει…. Είναι τελικά παράξενο το ποια λεπτομέρεια θα κάνει το πατήρι να ξεχειλίσει.

Ελπίζω την Κυριακή το πρωί που θα βρεθώ εκεί να έχω φορέσει ήδη τη μάσκα μου.

………….


Το προαίσθημα ήταν αληθινό.  Ο καρκίνος έχει κάνει κατάληψη στα κόκκαλα του πατέρα μου. Τι ειρωνία αλήθεια! Ένας καρκίνος στα οστά ήταν ο πρώτος καρκίνος που έμαθα στη ζωή μου. Γιαυτόν έγραψα πριν μερικούς μήνες.  Τώρα ήρθε κοντά μου… Νόμιζα πως η οικογένειά μου θα είναι στο απυρόβλητο. Η γιαγιά αφαίρεσε το νεφρό της -καρκίνος επιθετικός και διηθητικός είχαν πει οι γιατροί- και έζησε μετά απ’ αυτό για 20 χρόνια. Πέθανε από γαστρορραγία τελικά.

Αχ βρε μπαμπά…. Πριν μερικά χρόνια σου είχαν βρει λίγο «τσιμπημένο» το PSA. Θεό σ’ έκανα να πας να το ελέγξεις. Όχι είπες κι έσκασες. «Τι να λέει;» μου έλεγες. «Εμείς τώρα πάμε για απόσυρση». Αυτό το «τσιμπημένο» που δεν ήθελες να γιατρέψεις τρώει τώρα τα κόκκαλά σου.

Κάθομαι παγωμένη. Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω. Ούτε να κλάψω μπορώ. Ούτε να γελάσω. Ούτε να κοιμηθώ. Ούτε να πιω. Σκέφτομαι τη συνέχεια, τη μάνα μου που θα το περάσει μόνη της. Δεν θα του το πει, μόνο αυξανόμενες δόσεις παυσίπονα θα του δίνει μέχρι το τέλος. Ούτε χημιοθεραπείες ούτε τίποτε. Τι νόημα έχει αφού είναι τόσο εκτεταμμένος;

Τέλος.