Είναι περίεργο κατάσταση να έρχεσαι κοντά με την αρρώστια και το θάνατο. Δεν έχω ανέβει ακόμα πάνω, δεν έχω δει τον πατέρα μου. Αύριο θα το κάνω. Όμως αυτά που συμβαίνουν τις τελευταίες μέρες έχουν πυροδοτήσει σκέψεις που πάντα υπήρχαν αλλά που ποτέ δεν τις αξιολογούσα ίσως γιατί δεν ήθελα. Κατ’ αρχήν παρατηρώ τον εαυτό μου. Προσπαθώ να καταλάβω πως αντιδρώ και γιατί αντιδρώ όπως αντιδρώ. Μέχρι τώρα δεν έριξα ούτε ένα δάκρυ. Είναι φυσιολογικό αυτό; Είναι άρνηση; Είναι γαϊδουριά; Διώχνω όλες τις σκέψεις που είναι εικόνες με τον πατέρα μου. Όλες τις σκέψεις του τι θα γινόταν αν…. Όλες τους καυγάδες που έχουμε κάνει. Όλες τις εικόνες απ’ όταν ήμουν μικρή και ήμουν το κοριτσάκι του. Μόνο οι εικόνες του καλοκαιριού δεν φεύγουν. Έδειχνε από τότε άρρωστος. Δεν ήταν ο μπαμπάς μου. Το έλεγε και κείνος. «Μα να με κρατάει η κόρη μου από το χέρι για να μπω στη θάλασσα!! Εμένα που έμπαινα και χανόμουν με τις ώρες….». Δεν το χωρούσε το μυαλό του αυτό. Ούτε να κολυμπήσει μπορούσε καλά καλά. Κρατιόταν από το στρώμα και ήμουν κι εγώ δίπλα για να έχω το νου μου. Ήθελε να πάει μέχρι τη σημαδούρα αλλά του είχα πει πως δεν εμπιστεύομαι να πάμε μαζί. Έτσι και πάθαινε κάτι θα τα έχανα και θα πνιγόμασταν παρέα. Του έφυγε ο νταλγκάς όταν ήρθε ο Κ. Τον πήρε και πήγαν μαζί. «Θες να ξαναπάμε;» τον ρώτησε την άλλη μέρα ο Κ. «Όχι παιδί μου» του είπε «φτάνει μια φορά, ήθελα να μου φύγει ο καημός πως δεν έφτασα ούτε καν μέχρι τη σημαδούρα. Από τις δυόμιση βδομάδες που μείναμε στο κάμπινγκ τις 10 περίπου μέρες κατέβαινε στη θάλασσα το πρωί. Και φαινόταν σαν να του έκανε καλό. Έδιωχνα κι εγώ οποιαδήποτε κακή σκέψη μου περνούσε και του το έλεγα. «Είδες μπαμπά; Η θάλασσα σου κάνει καλό κι αυτή η μαλακή άσκηση μέσα στο νερό κάνει καλό στη μέση σου. Κι ό ήλιος σου κάνει καλό» Συμφωνούσε και κείνος αλλά τις τελευταίες μέρες δεν κατέβαινε στη θάλασσα, είχε κουραστεί. Και οι πόνοι ήταν εκεί. Παρ’ όλα αυτά οδηγούσε. Όλα κι όλα… Μπορεί να μη μπορούμε να περπατήσουμε αλλά το τιμόνι δεν το αφήνουμε. Και τώρα στο Κέντρο Υγείας οδηγώντας πήγε. Με γαστρορραγία και αιματοκρίτη 22. Κι αν δεν του έτριζαν τα δόντια θα πήγαινε και μέχρι το νοσοκομείο, 30 χιλιόμετρα μακρυά. Κι ούτε παυσίπονα δεν ήθελε. Με το ζόρι του έδινα κανένα Panadol. Άλλο σχέδιο άνθρωποι η γενιά του, άλλη τεχνολογία.

Μόνο χτες ήθελα να κλάψω. Όταν μου είπε η μαμά πως τη ρωτάει πότε θα πάνε στον ορθοπαιδικό να του πει επιτέλους γιατί πονάει…. Είναι τελικά παράξενο το ποια λεπτομέρεια θα κάνει το πατήρι να ξεχειλίσει.

Ελπίζω την Κυριακή το πρωί που θα βρεθώ εκεί να έχω φορέσει ήδη τη μάσκα μου.

Advertisements