Θέλω να γίνω ραδιοφωνατζού…


Το ραδιόφωνο ήταν ένα από τα πρώτα πράγματα που με μάγεψαν στη ζωή μου. Το διάβασμα ήρθε μετά. Πρώτα ήρθε το θέατρο, μετά το ραδιόφωνο και τελευταία τα βιβλία.

Ήμουν γύρω στα τρία όταν με πρωτοπήγαν οι γονείς μου στο θέατρο. Βραδινή παράσταση στο ΚΘΒΕ και η Θεσσαλονίκη πνιγμένη στα χιόνια . Οι γονείς μου δεν ήξεραν πως απαγορευόταν παιδιά κάτω των οκτώ ετών στις παραστάσεις και με πήραν μαζί τους να δούμε τον «Καλό άνθρωπο του Σετσουάν». Τους είπαν πως απαγορεύεται, είπαν κι αυτοί πως δεν προλαβαίνουν να με γυρίσουν στο σπίτι και μας άφησαν να μπούμε με την προϋπόθεση πως άμα βγάλω κιχ θα μας πετάξουν έξω. Όχι μόνο δεν έβγαλα κιχ αλλά έφυγα μαγεμένη. Τα χιόνια και όλα τα υπόλοιπα δεν τα θυμάμαι. Θυμάμαι όμως ακόμα μια σκηνή από την παράσταση και το παλτό που φορούσε η μαμά μου. Περίπου δυο χρόνια αργότερα ήρθε το ραδιόφωνο κι άρχισαν οι radio days μου. Ήταν ένα όμορφο και μοντέρνο φορητό Schaub Lorentz που μας έστειλε μαζί με άλλα δώρα ο αδελφός του πατέρα μου, μετανάστης στη Γερμανία. Το ραδιόφωνο ήταν δώρο για μένα, το είχε πει ξεκάθαρα. Από τότε το αυτί μου κόλλησε πάνω του. Κοιμόμουν και ξυπνούσα με το ραδιόφωνο. Το τελειωτικό χτύπημα το έφαγα όταν ανακάλυψα το θέατρο στο ραδιόφωνο. Θέατρο της Κυριακής, «Η Αγνή του λιμανιού» του Κοκτώ, ακόμα το θυμάμαι. Το ακούσαμε παρέα με τη μαμά ενώ όλοι κοιμόταν κι ο μπαμπάς ήταν στη δουλειά. Τι μαγεία!!! Έκλαιγα ακούγοντάς το και νόμιζα πως θα έχει το ίδιο και την επόμενη Κυριακή που ξαναστήθηκα περιμένοντας. Δεν είχε αυτό αλλά ένα άλλο έργο που δεν θυμάμαι ποιο ήταν αλλά ήταν ακόμα καλύτερα. Μετά οι Κυριακές μου γέμισαν με θέατρο, και τα υπόλοιπα βράδια με τις «Σελίδες της λογοτεχνίας μας». Άκουσα όλον τον Ξενόπουλο και την «Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ» από τη φωνή του Κώστα Καστανά , αν θυμάμαι καλά. Αυτές οι φωνές ήταν που με μάγευαν. Ζεστές, απαλές και με καλή άρθρωση. Η μαμά μου βλαστήμαγε την ώρα και τη στιγμή που μου έμαθε ν’ ακούω γιατί κάθε βράδυ ξενυχτούσα. Όταν μου είπε πως δεν αφήνω τους άλλους να κοιμηθούν άρχισα να παίρνω το ραδιόφωνο και να το βάζω κάτω από το μαξιλάρι μου. Κι όταν μου έβαλαν χέρι και γι’ αυτό το επιχείρημά μου ήταν πως το ραδιόφωνο ήταν δικό μου και το έκανα ό,τι ήθελα. Είδαν κι απόειδαν, κατάλαβαν πως πιο εύκολα ξεκολλάς λεφτά από τσιγκούνη παρά το ραδιόφωνο από μένα και με άφησαν στην ησυχία μου. Κι έτσι μεγάλωσα, μαγεμένη κάθε βράδυ από φωνές και μουσικές.

Το ραδιόφωνο με συνόδευε πολλά χρόνια ακόμα. Φοιτήτρια και μετά. Ήμουν από φανατικούς ακροατές του Γ’ Προγράμματος επί εποχής Χατζιδάκι, από τους πρώτους και σταθερούς ακροατές του «Καναλιού 15» όταν ξεκίνησε με διευθυντή το Ρούσο Κούνδουρο. Τα βράδια κοιμόμουν πάντα με το ραδιόφωνο ανοιχτό δίπλα στο κρεβάτι μου σε πολύ χαμηλή ένταση. Ξυπνούσα το πρωί και μου άρεσε αυτή η σιγανομουρμούρα του στ’ αυτιά μου. Μέχρι τα τελευταία χρόνια που δεν το αντέχω πια. Πολλή υστερία, πολλά «ουάου», πολλές διακοπές για διαφημίσεις και πολλά άχρηστα και εξυπναδίστικα λόγια. Με κουράζει πλέον…

Τώρα θα μου πείτε τι μ’ έπιασε και θυμήθηκα το ραδιόφωνο. Μ’ έπιασε γιατί ξαναμαγεύτηκα μαζί του από την άλλη μεριά. Να εξηγούμαι. Εδώ και κανα χρόνο βάζω, όποτε έχω κέφι, μουσική σ’ ένα φόρουμ. Μέχρι τώρα έβαζα μόνον μουσική. Έφτιαχνα μιαν αρχική playlist την οποία την προσάρμοζα, προσθέτοντας και αφαιρώντας τραγούδια, ανάλογα με τα κέφια μου και με τα κέφια αυτών (όσων λίγων…) που με άκουγαν. Τις τελευταίες όμως μέρες αποφάσισα να προσθέσω και μικρόφωνο στην όλη κατάσταση. Αυτό ήταν! Ξαναβρήκα τη μαγεία του ραδιοφώνου από άλλο δρόμο! Δεν μπορώ να το περιγράψω αλλά είναι απίστευτο το συναίσθημα του να βάζεις τραγούδια, να μιλάς ανάμεσα και να ξέρεις πως κάποιοι σ’ ακούν! Καμμία σχέση με το να βάζεις απλά μουσική και να φαντάζεσαι πως υπάρχει κάποιος που ακούει. Στη συγκεκριμένη κατάσταση είναι εντελώς διαδραστικά τα πράγματα. Όσοι σ’ ακούν μπορούν να γράφουν ταυτόχρονα σχόλια, παραγγελιές ή παρατηρήσεις. Πέρασα απίθανα κάνοντας εκπομπές και προβλέπω να φάω γερό κόλλημα μ’ αυτό!

Γι’ αυτό λέω: «Θέλω να γίνω ραδιοφωνατζού!!! Προλαβαίνω γιατρέ μου;»

Τη φωτογραφία του παλιού ραδιφώνου την τσίμπησα από το διαδίκτυο. Υπήρχε όμως κι ένα ίδιο στο σπίτι μου εκτός από το φορητό Schaub Lorentz του θείου από τη Γερμανία. Συγκινήθηκα που την είδα. Κάπου σε κάποιο υπόγειο πρέπει να σαπίζει αυτό το ραδιόφωνο, αν υπάρχει ακόμα.

Advertisements

Στιγμιότυπα ΙΙ ή η γιορτή του κόλλυβου


Με αιτία το θάνατο του πατέρα μου έμαθα διάφορα πράγματα για τα οποία μέχρι τώρα δεν είχα ιδέα, ακριβώς επειδή δεν χρειάστηκε και με άφηναν παγερά αδιάφορη. Γραφειοκρατικές διαδικασίες που απαιτούνται μετά από έναν θάνατο αλλά κυρίως ήρθα αντιμέτωπη με αντιλήψεις και συμπεριφορές ανθρώπων.

Την πρώτη στιγμή που το έμαθα με το τηλέφωνο της μάνας μου από το νοσοκομείο, ζαλίστηκα. Όχι  τόσο από το ίδιο το γεγονός, για το οποίο άλλωστε είχα προετοιμαστεί μιας και ήταν αναμενόμενο, όσο με το ότι έπρεπε να κινηθώ πολύ γρήγορα για να κανονίσω πράγματα για τα οποία δεν είχα ιδέα και μάλιστα σ’ ένα τόπο σχεδόν ξένο για μένα. Το χωριό που μένουν δεν είναι ο τόπος μας απλά αποφάσισαν κάποια στιγμή να ζήσουν εκεί. Η μόνη σχέση μου λοιπόν με τον τόπο ήταν οι γονείς μου. Ούτε πολλές φιλίες είχα εκεί, ούτε πολλές παρτίδες με τον κόσμο. Άντε λοιπόν να βρεις στα γρήγορα γραφείο κηδειών και να κανονίσεις τα διαδικαστικά. Στο σπίτι είχαν ήδη σκάσει μύτη οι γείτονες οι οποίοι πήραν αμέσως το πάνω χέρι. Εκεί τα έπαιξα. Το ένα γραφείο πρότεινε ο ένας, το άλλο ο άλλος. Συν το γεγονός πως ο καθένας έλεγε το κοντό και το μακρύ του για το τι διαδικασίες πρέπει ν’ ακολουθηθούν, ποιες παραδόσεις και έθιμα πρέπει να τηρηθούν. Να γίνει πρώτα το ένα και μετά το άλλο ή πρώτα το άλλο και μετά το ένα; Σαν χαζή τους κοιτούσα….

Τέλος πάντων, μέσα στο χαμό, πήρε στα χέρια της την κατάσταση η μοναδική μου φίλη στο χωριό και κανόνισε τα του γραφείου. Ήταν και στο νοσοκομείο μαζί με τη μάνα μια θεια μου έμπειρη στα θανατικά, οπότε κάπως έτσι τη βρήκαμε την άκρη. Με τα υπόλοιπα όμως; Το ξέρετε πως όλο το βράδυ πρέπει κάποιος να διαβάσει ολόκληρο το Ψαλτήρι; Απορώ πως βρέθηκε, ως δια μαγείας, ένα τέτοιο βιβλίο στο σπίτι και το διάβαζαν διάφορες γυναίκες εκ περιτροπής. Σε κάποια στιγμή είπε κάποια γυναίκα πως πρέπει να εξαφανίσουμε από το σπίτι όλες τις φωτογραφίες και όρμησαν να κατεβάζουν φωτογραφίες από τους τοίχους και να εξαφανίζουν κορνίζες. Κάποια άλλη στιγμή κάποια τσίριξε «Ιιιιι, τους καθρέφτες, να καλύψουμε τους καθρέφτες…» κι έτρεχαν να βρουν σεντόνια για να τους κουκουλώσουν. Ακόμα δεν κατάλαβα τι καυγάς υπάρχει ανάμεσα στους νεκρούς με  τις φωτογραφίες και τους καθρέφτες.

Τέλος πάντων, τελείωσαν κι αυτά και άδειασε το σπίτι μας από τον κόσμο. Φυσικά συνέχισαν όλοι να λένε στη μάνα μου το κοντό και το μακρύ τους. Να είναι αναμμένο συνέχεια ένα καντήλι για σαράντα μέρες και δίπλα ένα ποτήρι με νερό πάντα γεμάτο, έτσι ώστε να έρχεται η ψυχή του πεθαμένου και να βρει να πιει νερό άμα διψάσει. Για πιάτο με μεζέδες δεν είπαν κάτι. Μάλλον οι πεθαμένοι μόνο διψάνε… Πάω λοιπόν σπίτι μου για τα σαράντα και σε κάποια στιγμή που διψούσα ήμουν έτοιμη να το στραγγίσω το ποτήρι αλλά δεν το έκανα για να μην λέει η μαμά πως ήπια το νερό που ήταν μπαγιάτικο. Ευτυχώς… Διότι κάποια στιγμή μου είπε για το ποτήρι και την ψυχή που διψάει και ξεράθηκα στο γέλιο. «Α ρε μάνα» της λέω «παραλίγο να το πιω το νερό κι άντε μετά να σε πείσω πως δεν ήρθε να το στραγγίσει ο μπαμπάς και να σαλτάρεις στα καλά καθούμενα…»

Για τα σαράντα λοιπόν είχαμε νέο κύκλο συνομιλιών. Στα κόλλυβα βάζουμε και ρόδι ή όχι; Πόση ζάχαρη; Τα καρύδια πως μπαίνουν; Η πρότασή μου για μαϊντανό (κάπου τα έφαγα έτσι, τον τελευταίο καιρό έχω βρεθεί σε αρκετές κηδείες και μνημόσυνα) απορρίφθηκε μετά βδελυγμίας. «Μαϊντανό στα κόλλυβα; Τι είναι τα κόλλυβα; Χωριάτικη σαλάτα;» Το θέμα αν τα πετάμε πάνω στο μνήμα και σπάμε το πιάτο ή όχι, αν τα τρώμε ή τι σκατά τα κάνουμε μ’ αυτά είχε λυθεί στα προηγούμενα μνημόσυνα, τα μικρά, όπου η μαμά αποφάσισε να κάνει το δικό της μετά από 3.282 διαφορετικές γνώμες που άκουσε.

Το μνημόσυνο λοιπόν έχει οριστεί για Κυριακή πρωί αλλά η παράδοση λέει πως το Σάββατο το απόγευμα πρέπει να πάμε τα δικά μας κόλλυβα, άλλα αυτά όχι τα πολλά του επίσημου μνημόσυνου, στο νεκροταφείο για να διαβάσει ο παπάς τρισάγιο. Και πάμε στο νεκροταφείο κι αντικρίζω ένα τεράστιο πάρτι. Τι κόσμος! Έβρεχε κιόλας και το νεκροταφείο είχε γεμίσει με πολύχρωμες ομπρέλες. Κάθε τάφος κι ένα πλήθος με ομπρέλες και πιατέλες. Ο παπάς να τρέχει από τάφο σε τάφο, να διαβάζει στα γρήγορα τα δικά του, να εύχεται «Καλή ψυχή και καλό παράδεισο» και βουρ για τον επόμενο. Το πολύχρωμο πλήθος τον ακολουθούσε από τάφο σε τάφο –εκτός από τους κοντινούς συγγενείς- μη τυχόν και μείνει κάποιος παραπονεμένος. Αμέσως άνοιγαν οι πιατέλες και άρχιζαν οι συγγενείς να γεμίζουν ποτηράκια με κόλλυβα. Και ο ένας κυνηγούσε τον άλλο να του δώσει κι από τα δικά του. Δέκα χέρια έπρεπε να έχει ο καθένας για να κρατήσει όλα τα ποτηράκια και τα κουπάκια. Δοκίμαζαν από το ένα, έκαναν κριτική «γεια στα χέρια σας, πολύ ωραία τα κάνατε, να ζήσετε να τον θυμάστε» και πέρναγαν στο επόμενο κουπάκι για να κάνουν τη σύγκριση. Μερικές έτρεχαν να προλάβουν να δώσουν πρώτες πριν προλάβουν να γεμίσουν τα χέρια των λαμβανόντων μέρος στο πάρτι. Μου δώσανε και μένα κανά δυο ποτηράκια να μοιράσω, «σε ποιον να δώσω;» ρώταγα «δεν ξέρω κανέναν». «Δώσε καλέ σ’ όποιον βρεις μπροστά σου» ήταν η απάντηση, οπότε όποιον έβλεπα του έδινα κι ένα ποτηράκι. Στο τέλος ήθελα να τους λέω «πάρτε καλέ κι από τα δικά μας, να δείτε τι νόστιμα που τα έφτιαξε η μαμά μου». Αν κι εδώ που τα λέμε δεν πρόλαβα να τα δοκιμάσω, την μοιράσαμε την πιατέλα στα γρήγορα. Έκανα όμως τα συγκριτικά τεστ με τα κόλλυβα των άλλων. Έφαγα μέχρι σκασμού, ήπια κι έναν κουβά νερό και μετά κάθισα σαν βόας να τα χωνέψω, είναι και βαριά τ’ άτιμα… Δεν μπορώ όμως ν’ αντισταθώ γιατί ξέχασα να σας πω πως είμαι φαν του κόλλυβου. Μικρούλα όταν ήμουν περίμενα πότε θα μας αφήσει χρόνους κάποιος παππούς της γειτονιάς να τσακίσω τα κόλλυβα.

Η όλη διαδικασία μου θύμισε κάτι από τις γιορτές που διοργανώνουν διάφορες περιοχές για να προωθήσουν τα ντόπια προϊόντα. Γιορτή της μελιτζάνας, γιορτή της πατάτας, της σαρδέλας. Ε λοιπόν, στα νεκροταφεία τέτοιες μέρες διοργανώνεται η γιορτή του κόλλυβου. Όσοι πιστοί προσέλθετε….

Φρου φρου κι αρώματα


Δεν πιστεύω πως υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει τις αδυναμίες του, τις εξαρτήσεις του, τα «κολλήματά» του, τα φετίχ του, τα πράγματα που ενώ δεν είναι άκρως απαραίτητα για τη ζωή χαίρεται να τα κατέχει και να τα αυγατίζει. Μη μου πείτε πως δεν έχετε!!! Όλοι έχουμε, για ψαχτείτε…..

Το δικά μου κολλήματα, οι τρέλες μου, είναι αρκετές αλλά τα μεγαλύτερα είναι τα βιβλία και τα αρώματα. Μετά έρχονται τα αξεσουάρ και τα παπούτσια. Δεν μπορώ ν’ αντισταθώ σ’ ένα βιβλίο και σ’ ένα άρωμα. Γιαυτό και δεν μπαίνω πλέον συχνά σε βιβλιοπωλεία και σε μαγαζιά με αρώματα. Χόντοι_Μόντοι είναι απαγορευμένες περιοχές. Όπως και Ελευθερουδάκηδες, Πολιτείες κλπ.

Προς το παρόν αφήνω τη σχέση πάθους με τα βιβλία και πιάνω κάτι πιο ανάλαφρο, τα αρώματα.

Τα αρώματα με τρέλαιναν από παιδί. Η μαμά μου δεν είχε, της φαινόταν υπερβολική πολυτέλεια, αλλά όταν πηγαίναμε σε κάποιο σπίτι και έβλεπα ένα τέτοιο μπουκαλάκι μαγευόμουν. Αυτά τα κρυστάλινα με τη φουσκίτσα και τη φουντίτσα ήταν η αδυναμία μου. Πάταγες τη φουσκίτσα, άκουγες ένα τσιφ και μοσχοβολούσε ο τόπος. Αρώματα τότε δεν είχαν όλες οι γυναίκες. Άντε καμμιά κολώνια Φουζέρ χύμα και πολύ ήταν. Άρα οι γυναίκες που μπορούσαν να έχουν τέτοια μπουκαλάκια κατείχαν τα κλειδιά ενός αρωματικού παραδείσου.

Μεγαλώνοντας απόκτησα με αιματηρές οικονομίες την πρώτη μου κολώνια, μια άλλη μου έκανε δώρο ο καλός μου γυρίζοντας από ταξίδι στο εξωτερικό. Έγιναν η μαγιά για την τρέλα μου αν κι ανακάλυψα πως υπάρχουν και πιο παλαβές/οι από μένα.

Τα αρώματα για μένα δεν είναι μια αυτομάτη διαδικασία, γιαυτό και έχω πολλά. Δεν βάζουμε πάνω μας ό,τι νάναι έτσι χωρίς να το σκεφτούμε. Τα αρώματα πάνε με τη διάθεση, την ώρα, την εποχή, το είδος των ρούχων αλλά ακόμα και με τα χρώματα που φοράς. Με σπορ ντύσιμο και αθλητικά δεν θα βάλεις Prada, αυτό πάει με ταγέρ αλλά και πάλι ταγέρ το χειμώνα. Το καλοκαίρι θα βάλεις White Linen, κυριλέ αλλά και παιχνιδιάρικο. Θυμάμαι παλιά, όταν είχε πρωτοκυκλοφορήσει η Loulou, η μισή Ελλάδα την ψέκαζε πάνω της. Έμπαινες στο λεωφορείο καλοκαίρι και πρωί και σου ερχόταν να ξεράσεις. Που πας μαντάμ με τη Loulou πρωινιάτικα μέσα στην κάψα. Ήταν πολύ βαριά και πολύ γλυκιά κολώνια και οι περισσότερες ψέκαζαν πάνω τους το μισό μπουκάλι, μπας και δεν τους έπαιρναν όλοι χαμπάρι, από δύο χιλιόμετρα μακρυά, πως αυτές ξέρουν ποια είναι η τελευταία λέξη της μόδας στα αρώματα. Ή τη φορούσαν κάτι κοριτσάκια 18χρονα. Με τίποτε 18χρονο, καλοκαίρι και πρωί δεν επιτρέπεται να φοράει Loulou ή Opium (ακόμα χειρότερα). Για τα κοριτσάκια αλλά και τις μεγαλύτερες μια χαρά είναι η Ộ de Lancộme, φρέσκια και λεμονάτη ή η DKNY.

Κατά καιρούς κάνω κάτι παρορμητικές αγορές, μυρίζω ένα άρωμα και το ερωτεύομαι κεραυνοβόλα. Το φοράω συνεχώς για μια βδομάδα ή ένα μήνα και μετά το κάνω πέρα μέχρι να μου ξανάρθει η διάθεση να το φορέσω. Φυσικά έχω και τους σταθερούς και μεγάλους έρωτες. Δυο τρία αρώματα που υπάρχουν σταθερά στη συλλογή μου και ανανεώνονται κάθε που ένα μπουκάλι τελειώνει. Κάτι σαν «από δω η γυναίκα μου κι από δω ο έρωτάς μου…» ένα πράγμα.

Φυσικά το οποιοδήποτε άρωμα πάει μόνο σε καθαρό δέρμα και καθαρά ρούχα. Όσοι ακολουθούν το παράδειγμα των γάλλων αυτοκρατόρων με σκοπό να καλύψουν την απλυσιά τους, είναι χειρότερα αηδιαστικοί από τους ξεκάθαρα βρωμύλους.

Ο τίτλος ήταν ιδέα μιας διαδικτυακής φίλης που έχει μεγαλύτερη τρέλα από μένα για τα αρώματα.

Στιγμιότυπα


Δεν είναι η πρώτη φορά που πετυχαίνω τον συγκεκριμένο τύπο στο Μετρό. Δεύτερη ή τρίτη είναι αλλά αυτή τη φορά δεν είχα ακουστικά στ’ αυτιά. Κάπου έβαλα το καλώδιο που φορτίζει το εργαλείο και δεν θυμάμαι που, οπότε τις τελευταίες μέρες κυκλοφορώ unplugged. Υπάρχουν οι σταθεροί επιβάτες του Μετρό που τους βλέπεις κάθε πρωί, ξέρεις σε ποιον σταθμό ανεβαίνουν, ποια συγκεκριμένη θέση προτιμούν, που κατεβαίνουν, αν είναι βιαστικοί, αν ανεβαίνουν τις σκάλες ή αφήνονται να τους ανεβάσουν οι κυλιόμενες. Ο συγκεκριμένος τύπος δεν ξεχωρίζει με την πρώτη ματιά, πενηνταπεντάρης με γυαλιά και απλά ντυμένος με παντελόνι υφασμάτινο, πουκάμισο και μπουφάν. Σαν όλους τους ανθρώπους που πάνε το πρωί στη δουλειά τους. Την πρώτη φορά τον κατάλαβα γιατί στεκόταν κάπου πίσω μου και μιλούσε μάλλον αρκετά δυνατά για να το καταλάβω παρ’ όλο που τ’ αυτιά μου ήταν βουλωμένα. Νόμιζα πως με κάποιον κουβέντιαζε και σκέφτηκα γι’ άλλη μια φορά πως δεν αντέχω τους ανθρώπους που πιάνουν την κουβέντα φωνάζοντας έτσι ώστε να τους ακούει όλο το βαγόνι. Λάθος μου, ο τύπος δεν είχε πιάσει την κουβέντα με κάποιον, μόνος του μιλούσε ή πιο σωστά απευθυνόταν στους επιβάτες του βαγονιού κι έλεγε κάτι για το Χριστό. Προχωρούσε αργά κι έλεγε…. «Άλλος ένας πυροβολημένος» σκέφτηκα και δυνάμωσα την ένταση της μουσικής. Γι αυτό ακούω μουσική άλλωστε στο δρόμο, για να γλιτώνω από τους κάθε λογής πυροβολημένους.

Σήμερα όμως -θέλοντας και μη αφού δεν είχα ακουστικά και μουσική- άκουσα όλη τη διάλεξη. Στο ίδιο στιλ πάλι, περπατούσε αργά μέσα στο βαγόνι, ανάμεσα σ’ ανθρώπους που δεν του έδιναν σημασία, διάβαζαν εφημερίδα, κοιτούσαν το πάτωμα και το ταβάνι αμήχανοι όταν έπεφτε το βλέμμα του πάνω τους ή δυσανασχετούσαν εμφανώς όπως εγώ, που ειδικά το πρωί δεν μπορώ ν’ ακούω και πολλά πολλά. «Ο Χριστός» έλεγε «είναι αγάπη, πρέπει να συνομιλούμε μαζί του μεγαλόφωνα και να τον αγαπάμε, δεν αξίζει την αγάπη μας αυτός που έδωσε τη ζωή του για μας; Τι θέλει ο καημένος; Να γίνουμε καλόγεροι; Να απομακρυνθούμε από τη ζωή; Όοοοχι….. να τον αγαπάμε θέλει και να κάνουμε την προσευχή μας και να διαβάζουμε τις Γραφές». Ηρέμησε, είπα στον εαυτό μου, θα πάει παρακάτω και θα τελειώσουμε. Αμ δε…. Βρέθηκε παππούς επιβάτης που τον άρχισε στις ερωτήσεις. Και τι ερωτήσεις!! Διότι ξέχασα να πω πως ο τύπος μιλούσε και για το διάβολο που μας κάνει ν’ ακούμε φωνές που μας προτρέπουν στο κακό. Ο παππούς του είπε πως οι φωνές αυτές δεν εκπορεύονται από το διάβολο αλλά τις εκπέμπουν μηχανήματα κι αν βρούμε και καταστρέψουμε τα μηχανήματα τότε θα γυρίσουμε στο Χριστό. Τόμπολα! Κι είχα δυο στάσεις ακόμα….. Μόλις γυρίσω σπίτι θα το κάνω άνω κάτω για να βρω το κωλοκαλώδιο, δεν την ξαναπατάω έτσι άλλη φορά.

Ευτυχώς μια στάση πριν κατέβω άδειασε θέση παρακάτω, πήγε να κάτσει ο παππούς και τον ακολούθησε και ο τύπος. Δεν άκουγα πλέον τι λέγανε, ήταν κι ανοιχτά τα παράθυρα οπότε ο θόρυβος του τρένου έσβηνε τις φωνές τους αλλά παρατηρούσα τα πρόσωπά τους. Ο τύπος αγόρευε με θέρμη, όρθιος πάνω από τον παππού κι ο παππούς άκουγε με τεντωμένο το λαιμό και γουρλωμένα μάτια, σαν μαθητής που ακούει τρομερά ενδιαφέροντα πράγματα από το δάσκαλο. Βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ του…

Update: O Snowball μου ζήτησε περιγραφή του παππού μπας και τον πετύχει σε καμμιά διαδρομή. Κι επειδή δεν χαλάω χατήρια σε φίλους, ιδού: Χιονόμπαλα, έχε τα μάτια σου ανοιχτά από δω και πέρα αν κι ο παππούς δεν πρέπει να ξεκινάει κουβέντες από μόνος του. Μάλλον είναι λιγότερο πυροβολημένος από τον μόνιμο ιεροκύρηκα του Μετρό.

Λοιπόν, ο παππούς ήταν αρκετά ψηλός, ηλικίας πάνω από 70 χρόνων αλλά με τους παππούδες δεν είμαι ποτέ σίγουρη. Μουστακάκι αλά Χίτλερ στο πιο φαρδύ του, άσπρα μαλλιά -χωρίς καράφλα αλλά αραιωμένα και σχετικά μακριά για παππούς- που πετούσαν. Ντύσιμο απλό -όχι κουστουμιές- και κλασική σακούλα φαρμακείου στο χέρι. Ίδιος με άλλους 1432 παππούδες που θα συναντήσεις στο Μετρό το πρωί. Όλα τα λεφτά όμως ήταν το βλέμμα του όταν άκουγε τον πυροβολημένο. Σαν μαθητούδι που άκουγε κάτι περίπλοκο και προσπαθούσε να το καταλάβει. Κουνούσε το κεφάλι του πάνω κάτω όταν συμφωνούσε, συνοφρυώνονταν όταν κάτι δεν το πολυκαταλάβαινε. Και φυσικά ήταν σίγουρος πως οι φωνές που άκουγε δεν ήταν ο σατανάς που προσπαθούσε να τον σαφηνεύσει και να του πάρει την ψυχή αλλά τα μηχανήματα τα κρυμμένα κάπου και φτιαγμένα «απ’ αυτούς» που έχουν βαλθεί να ελέγχουν το μυαλό μας και να μας σκλαβώσουν…

λέξεις


Τα τελευταία τρία τέσσερα χρόνια έχω γράψει τόσες λέξεις, όσες δεν είχα γράψει μέχρι τώρα σε όλη μου τη ζωή. Λέξεις στο μπλογκ, σε φόρα, λέξεις για τη δουλειά, τις εργασίες, λέξεις για δημοσιεύσεις, λέξεις, λέξεις, λέξεις….

Μέχρι να γίνει η αρχή, έγραφα μόνον τα υποχρεωτικά. Όσα σπούδασα ήταν είτε θετικές επιστήμες, είτε καλλιτεχνικά.. Εκφωνήσεις ασκήσεων, απαντήσεις με σύμβολα, θέματα για τις εργασίες στη δεύτερη σχολή. Άντε και καμμιά υπεύθυνη δήλωση του Ν. 105 (δεν θυμάμαι πως τον λένε τώρα). Θυμάμαι τον τρόμο μπροστά στη λευκή σελίδα του Word όταν έπρεπε να ξεκινήσω να γράφω την πρώτη εργασία. 3000 λέξεις ήταν το όριο κι εγώ σκεφτόμουν πως δεν είναι σίγουρο πως μπορώ να γράψω 300. Τις έγραψα, τις ξεπέρασα κι έπρεπε να κόψω στο τέλος. Δεν το πίστευα. Είχα ποτιστεί από το σχολείο ακόμα με την ιδέα πως είμαι άχρηστη στο γραπτό λόγο. Στο μάθημα της έκθεσης είχα απλά αξιοπρεπείς βαθμούς. Οι δάσκαλοι είχαν αποφανθεί πως δεν είναι ακριβώς το στοιχείο μου. Τους πίστεψα στο τέλος κι έτσι πορευόμουν στη ζωή. Διάβαζα πολύ κκαι δεν έγραφα τίποτε. Μόνο όταν έγραφα γράμματα στο φίλο μου τον Pascal γέμιζα σελίδες ολόκληρες, χειρόγραφες όπου του περιέγραφα διάφορες φάσεις που είχαν γίνει ανάμεσα στα δύο γράμματα.. Έτσι κι αλλιώς βλεπόμασταν σπάνια οπότε τα γράμματα ήταν ο μόνος τρόπος να μη χανόμαστε. Μια δυο φορές λοιπόν με είχε ρωτήσει γιατί δεν γράφω ποτέ κάτι άλλο εκτός από γράμματα. Τότε αυτός πάλευε ένα βιβλίο για τις ελληνικές του εμπειρίες, δεν ξέρω αν το τελείωσε ποτέ. «Τι να γράψω βρε συ;» του λέω «εγώ δεν ξέρω να γράφω. Μόνο να διηγούμαι ιστορίες ξέρω αλλα κι αυτό προφορικά επειδή στον προφορικό λόγο συμμετέχω ολόκληρη. Χέρια, μάτια, σώμα. Στο χαρτί πως να διηγηθείς μια ιστορία χωρίς την υποστήριξη από τη γλώσσα του σώματος;». «Μα στα γράμματα που μου στέλνεις πως το κάνεις; Αφού τα διαβάζω και μπαίνω στις ιστορίες σου». «Τα γράμματα είναι γράμματα» του απάντησα «στα γράμματα μιλάμε σ’ έναν φίλο». Χαζή απάντηση αλλά κανείς δεν με έπειθε πως μπορούσα να γράψω οτιδήποτε. Είχα και το άλλο πρόβλημα. Οι σκέψεις μου έτρεχαν πιο γρήγορα από τα χέρια μου και δεν τις προλάβαινα. Ή μου ερχόταν ιδέες στο λεωφορείο, στο δρόμο, εκεί που χάζευα τη θάλασσα και δεν ήμουν ο τύπος με το μπλοκάκι που θα καθόταν να τις σημειώσει. Άσε που είχα κράξει άγρια κάτι τύπους που το έκαναν πολύ επιδεικτικά και τους θεωρούσα ψώνια.

Έτσι έμενα στις προφορικές διηγήσεις μέχρι που γράφτηκα σ’ ένα φόρουμ εκπαιδευτικών. Εκεί ξεψάρωσα σιγά σιγά και μετά ήρθε το μεταπτυχιακό. Θεωρητικό, όχι ασκήσεις και σύμβολα. Θέλοντας και μη άρχισα να γράφω κατεβατά και να μένω έκπληκτη όταν στην κριτική άκουγα πως αν μη τι άλλο έγραφα καλά κείμενα, με καλή δομή και σωστά ελληνικά. Στην αρχή νόμιζα πως μου έκαναν πλάκα, κάτι σαν χρύσωμα στο χάπι του στιλ «καλά γράφεις μωρέ, μπορεί να γράφεις σαχλαμάρες αλλά τις γράφεις καλά» αλλά οι βαθμοί μου δεν συνηγορούσαν σ’ αυτή την άποψη. Και μετά ήρθε το μπλογκ, αφού είχα ψιλοπειραματιστεί μ’ ένα άλλο μπλογκ το οποίο κρατούσα κλειστό. Στην αρχή έβαζα ποιήματα, κείμενα άλλων και κανένα δικό μου μικρούλικο. Όσο ξεψάρωνα τόσο μεγάλωναν τα κείμενα κι έγιναν σεντόνια διπλόφαρδα στο τέλος.

Και τώρα μπούκωσα. Δεν θέλω ούτε να διαβάζω ούτε να γράφω. Ταβανοθεραπεία θέλω να κάνω, να χαζεύω όλη μέρα όπως τα καλοκαίρια. Αλλά το ταβάνι όσο και να το χαζεύεις πάντα το ίδιο μένει γαμώτο…..

Έτσι ξανανοίγω βιβλία και ξαναγράφω μπούρδες. Σε δουλειά να βρισκόμαστε δηλαδή. Τελικά δεν ξέρω να κάνω κάτι άλλο. Είμαι εθισμένη, ένα πρεζάκι των λέξεων….