Τα τελευταία τρία τέσσερα χρόνια έχω γράψει τόσες λέξεις, όσες δεν είχα γράψει μέχρι τώρα σε όλη μου τη ζωή. Λέξεις στο μπλογκ, σε φόρα, λέξεις για τη δουλειά, τις εργασίες, λέξεις για δημοσιεύσεις, λέξεις, λέξεις, λέξεις….

Μέχρι να γίνει η αρχή, έγραφα μόνον τα υποχρεωτικά. Όσα σπούδασα ήταν είτε θετικές επιστήμες, είτε καλλιτεχνικά.. Εκφωνήσεις ασκήσεων, απαντήσεις με σύμβολα, θέματα για τις εργασίες στη δεύτερη σχολή. Άντε και καμμιά υπεύθυνη δήλωση του Ν. 105 (δεν θυμάμαι πως τον λένε τώρα). Θυμάμαι τον τρόμο μπροστά στη λευκή σελίδα του Word όταν έπρεπε να ξεκινήσω να γράφω την πρώτη εργασία. 3000 λέξεις ήταν το όριο κι εγώ σκεφτόμουν πως δεν είναι σίγουρο πως μπορώ να γράψω 300. Τις έγραψα, τις ξεπέρασα κι έπρεπε να κόψω στο τέλος. Δεν το πίστευα. Είχα ποτιστεί από το σχολείο ακόμα με την ιδέα πως είμαι άχρηστη στο γραπτό λόγο. Στο μάθημα της έκθεσης είχα απλά αξιοπρεπείς βαθμούς. Οι δάσκαλοι είχαν αποφανθεί πως δεν είναι ακριβώς το στοιχείο μου. Τους πίστεψα στο τέλος κι έτσι πορευόμουν στη ζωή. Διάβαζα πολύ κκαι δεν έγραφα τίποτε. Μόνο όταν έγραφα γράμματα στο φίλο μου τον Pascal γέμιζα σελίδες ολόκληρες, χειρόγραφες όπου του περιέγραφα διάφορες φάσεις που είχαν γίνει ανάμεσα στα δύο γράμματα.. Έτσι κι αλλιώς βλεπόμασταν σπάνια οπότε τα γράμματα ήταν ο μόνος τρόπος να μη χανόμαστε. Μια δυο φορές λοιπόν με είχε ρωτήσει γιατί δεν γράφω ποτέ κάτι άλλο εκτός από γράμματα. Τότε αυτός πάλευε ένα βιβλίο για τις ελληνικές του εμπειρίες, δεν ξέρω αν το τελείωσε ποτέ. «Τι να γράψω βρε συ;» του λέω «εγώ δεν ξέρω να γράφω. Μόνο να διηγούμαι ιστορίες ξέρω αλλα κι αυτό προφορικά επειδή στον προφορικό λόγο συμμετέχω ολόκληρη. Χέρια, μάτια, σώμα. Στο χαρτί πως να διηγηθείς μια ιστορία χωρίς την υποστήριξη από τη γλώσσα του σώματος;». «Μα στα γράμματα που μου στέλνεις πως το κάνεις; Αφού τα διαβάζω και μπαίνω στις ιστορίες σου». «Τα γράμματα είναι γράμματα» του απάντησα «στα γράμματα μιλάμε σ’ έναν φίλο». Χαζή απάντηση αλλά κανείς δεν με έπειθε πως μπορούσα να γράψω οτιδήποτε. Είχα και το άλλο πρόβλημα. Οι σκέψεις μου έτρεχαν πιο γρήγορα από τα χέρια μου και δεν τις προλάβαινα. Ή μου ερχόταν ιδέες στο λεωφορείο, στο δρόμο, εκεί που χάζευα τη θάλασσα και δεν ήμουν ο τύπος με το μπλοκάκι που θα καθόταν να τις σημειώσει. Άσε που είχα κράξει άγρια κάτι τύπους που το έκαναν πολύ επιδεικτικά και τους θεωρούσα ψώνια.

Έτσι έμενα στις προφορικές διηγήσεις μέχρι που γράφτηκα σ’ ένα φόρουμ εκπαιδευτικών. Εκεί ξεψάρωσα σιγά σιγά και μετά ήρθε το μεταπτυχιακό. Θεωρητικό, όχι ασκήσεις και σύμβολα. Θέλοντας και μη άρχισα να γράφω κατεβατά και να μένω έκπληκτη όταν στην κριτική άκουγα πως αν μη τι άλλο έγραφα καλά κείμενα, με καλή δομή και σωστά ελληνικά. Στην αρχή νόμιζα πως μου έκαναν πλάκα, κάτι σαν χρύσωμα στο χάπι του στιλ «καλά γράφεις μωρέ, μπορεί να γράφεις σαχλαμάρες αλλά τις γράφεις καλά» αλλά οι βαθμοί μου δεν συνηγορούσαν σ’ αυτή την άποψη. Και μετά ήρθε το μπλογκ, αφού είχα ψιλοπειραματιστεί μ’ ένα άλλο μπλογκ το οποίο κρατούσα κλειστό. Στην αρχή έβαζα ποιήματα, κείμενα άλλων και κανένα δικό μου μικρούλικο. Όσο ξεψάρωνα τόσο μεγάλωναν τα κείμενα κι έγιναν σεντόνια διπλόφαρδα στο τέλος.

Και τώρα μπούκωσα. Δεν θέλω ούτε να διαβάζω ούτε να γράφω. Ταβανοθεραπεία θέλω να κάνω, να χαζεύω όλη μέρα όπως τα καλοκαίρια. Αλλά το ταβάνι όσο και να το χαζεύεις πάντα το ίδιο μένει γαμώτο…..

Έτσι ξανανοίγω βιβλία και ξαναγράφω μπούρδες. Σε δουλειά να βρισκόμαστε δηλαδή. Τελικά δεν ξέρω να κάνω κάτι άλλο. Είμαι εθισμένη, ένα πρεζάκι των λέξεων….

Advertisements