Δεν είναι η πρώτη φορά που πετυχαίνω τον συγκεκριμένο τύπο στο Μετρό. Δεύτερη ή τρίτη είναι αλλά αυτή τη φορά δεν είχα ακουστικά στ’ αυτιά. Κάπου έβαλα το καλώδιο που φορτίζει το εργαλείο και δεν θυμάμαι που, οπότε τις τελευταίες μέρες κυκλοφορώ unplugged. Υπάρχουν οι σταθεροί επιβάτες του Μετρό που τους βλέπεις κάθε πρωί, ξέρεις σε ποιον σταθμό ανεβαίνουν, ποια συγκεκριμένη θέση προτιμούν, που κατεβαίνουν, αν είναι βιαστικοί, αν ανεβαίνουν τις σκάλες ή αφήνονται να τους ανεβάσουν οι κυλιόμενες. Ο συγκεκριμένος τύπος δεν ξεχωρίζει με την πρώτη ματιά, πενηνταπεντάρης με γυαλιά και απλά ντυμένος με παντελόνι υφασμάτινο, πουκάμισο και μπουφάν. Σαν όλους τους ανθρώπους που πάνε το πρωί στη δουλειά τους. Την πρώτη φορά τον κατάλαβα γιατί στεκόταν κάπου πίσω μου και μιλούσε μάλλον αρκετά δυνατά για να το καταλάβω παρ’ όλο που τ’ αυτιά μου ήταν βουλωμένα. Νόμιζα πως με κάποιον κουβέντιαζε και σκέφτηκα γι’ άλλη μια φορά πως δεν αντέχω τους ανθρώπους που πιάνουν την κουβέντα φωνάζοντας έτσι ώστε να τους ακούει όλο το βαγόνι. Λάθος μου, ο τύπος δεν είχε πιάσει την κουβέντα με κάποιον, μόνος του μιλούσε ή πιο σωστά απευθυνόταν στους επιβάτες του βαγονιού κι έλεγε κάτι για το Χριστό. Προχωρούσε αργά κι έλεγε…. «Άλλος ένας πυροβολημένος» σκέφτηκα και δυνάμωσα την ένταση της μουσικής. Γι αυτό ακούω μουσική άλλωστε στο δρόμο, για να γλιτώνω από τους κάθε λογής πυροβολημένους.

Σήμερα όμως -θέλοντας και μη αφού δεν είχα ακουστικά και μουσική- άκουσα όλη τη διάλεξη. Στο ίδιο στιλ πάλι, περπατούσε αργά μέσα στο βαγόνι, ανάμεσα σ’ ανθρώπους που δεν του έδιναν σημασία, διάβαζαν εφημερίδα, κοιτούσαν το πάτωμα και το ταβάνι αμήχανοι όταν έπεφτε το βλέμμα του πάνω τους ή δυσανασχετούσαν εμφανώς όπως εγώ, που ειδικά το πρωί δεν μπορώ ν’ ακούω και πολλά πολλά. «Ο Χριστός» έλεγε «είναι αγάπη, πρέπει να συνομιλούμε μαζί του μεγαλόφωνα και να τον αγαπάμε, δεν αξίζει την αγάπη μας αυτός που έδωσε τη ζωή του για μας; Τι θέλει ο καημένος; Να γίνουμε καλόγεροι; Να απομακρυνθούμε από τη ζωή; Όοοοχι….. να τον αγαπάμε θέλει και να κάνουμε την προσευχή μας και να διαβάζουμε τις Γραφές». Ηρέμησε, είπα στον εαυτό μου, θα πάει παρακάτω και θα τελειώσουμε. Αμ δε…. Βρέθηκε παππούς επιβάτης που τον άρχισε στις ερωτήσεις. Και τι ερωτήσεις!! Διότι ξέχασα να πω πως ο τύπος μιλούσε και για το διάβολο που μας κάνει ν’ ακούμε φωνές που μας προτρέπουν στο κακό. Ο παππούς του είπε πως οι φωνές αυτές δεν εκπορεύονται από το διάβολο αλλά τις εκπέμπουν μηχανήματα κι αν βρούμε και καταστρέψουμε τα μηχανήματα τότε θα γυρίσουμε στο Χριστό. Τόμπολα! Κι είχα δυο στάσεις ακόμα….. Μόλις γυρίσω σπίτι θα το κάνω άνω κάτω για να βρω το κωλοκαλώδιο, δεν την ξαναπατάω έτσι άλλη φορά.

Ευτυχώς μια στάση πριν κατέβω άδειασε θέση παρακάτω, πήγε να κάτσει ο παππούς και τον ακολούθησε και ο τύπος. Δεν άκουγα πλέον τι λέγανε, ήταν κι ανοιχτά τα παράθυρα οπότε ο θόρυβος του τρένου έσβηνε τις φωνές τους αλλά παρατηρούσα τα πρόσωπά τους. Ο τύπος αγόρευε με θέρμη, όρθιος πάνω από τον παππού κι ο παππούς άκουγε με τεντωμένο το λαιμό και γουρλωμένα μάτια, σαν μαθητής που ακούει τρομερά ενδιαφέροντα πράγματα από το δάσκαλο. Βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ του…

Update: O Snowball μου ζήτησε περιγραφή του παππού μπας και τον πετύχει σε καμμιά διαδρομή. Κι επειδή δεν χαλάω χατήρια σε φίλους, ιδού: Χιονόμπαλα, έχε τα μάτια σου ανοιχτά από δω και πέρα αν κι ο παππούς δεν πρέπει να ξεκινάει κουβέντες από μόνος του. Μάλλον είναι λιγότερο πυροβολημένος από τον μόνιμο ιεροκύρηκα του Μετρό.

Λοιπόν, ο παππούς ήταν αρκετά ψηλός, ηλικίας πάνω από 70 χρόνων αλλά με τους παππούδες δεν είμαι ποτέ σίγουρη. Μουστακάκι αλά Χίτλερ στο πιο φαρδύ του, άσπρα μαλλιά -χωρίς καράφλα αλλά αραιωμένα και σχετικά μακριά για παππούς- που πετούσαν. Ντύσιμο απλό -όχι κουστουμιές- και κλασική σακούλα φαρμακείου στο χέρι. Ίδιος με άλλους 1432 παππούδες που θα συναντήσεις στο Μετρό το πρωί. Όλα τα λεφτά όμως ήταν το βλέμμα του όταν άκουγε τον πυροβολημένο. Σαν μαθητούδι που άκουγε κάτι περίπλοκο και προσπαθούσε να το καταλάβει. Κουνούσε το κεφάλι του πάνω κάτω όταν συμφωνούσε, συνοφρυώνονταν όταν κάτι δεν το πολυκαταλάβαινε. Και φυσικά ήταν σίγουρος πως οι φωνές που άκουγε δεν ήταν ο σατανάς που προσπαθούσε να τον σαφηνεύσει και να του πάρει την ψυχή αλλά τα μηχανήματα τα κρυμμένα κάπου και φτιαγμένα «απ’ αυτούς» που έχουν βαλθεί να ελέγχουν το μυαλό μας και να μας σκλαβώσουν…

Advertisements