Με αιτία το θάνατο του πατέρα μου έμαθα διάφορα πράγματα για τα οποία μέχρι τώρα δεν είχα ιδέα, ακριβώς επειδή δεν χρειάστηκε και με άφηναν παγερά αδιάφορη. Γραφειοκρατικές διαδικασίες που απαιτούνται μετά από έναν θάνατο αλλά κυρίως ήρθα αντιμέτωπη με αντιλήψεις και συμπεριφορές ανθρώπων.

Την πρώτη στιγμή που το έμαθα με το τηλέφωνο της μάνας μου από το νοσοκομείο, ζαλίστηκα. Όχι  τόσο από το ίδιο το γεγονός, για το οποίο άλλωστε είχα προετοιμαστεί μιας και ήταν αναμενόμενο, όσο με το ότι έπρεπε να κινηθώ πολύ γρήγορα για να κανονίσω πράγματα για τα οποία δεν είχα ιδέα και μάλιστα σ’ ένα τόπο σχεδόν ξένο για μένα. Το χωριό που μένουν δεν είναι ο τόπος μας απλά αποφάσισαν κάποια στιγμή να ζήσουν εκεί. Η μόνη σχέση μου λοιπόν με τον τόπο ήταν οι γονείς μου. Ούτε πολλές φιλίες είχα εκεί, ούτε πολλές παρτίδες με τον κόσμο. Άντε λοιπόν να βρεις στα γρήγορα γραφείο κηδειών και να κανονίσεις τα διαδικαστικά. Στο σπίτι είχαν ήδη σκάσει μύτη οι γείτονες οι οποίοι πήραν αμέσως το πάνω χέρι. Εκεί τα έπαιξα. Το ένα γραφείο πρότεινε ο ένας, το άλλο ο άλλος. Συν το γεγονός πως ο καθένας έλεγε το κοντό και το μακρύ του για το τι διαδικασίες πρέπει ν’ ακολουθηθούν, ποιες παραδόσεις και έθιμα πρέπει να τηρηθούν. Να γίνει πρώτα το ένα και μετά το άλλο ή πρώτα το άλλο και μετά το ένα; Σαν χαζή τους κοιτούσα….

Τέλος πάντων, μέσα στο χαμό, πήρε στα χέρια της την κατάσταση η μοναδική μου φίλη στο χωριό και κανόνισε τα του γραφείου. Ήταν και στο νοσοκομείο μαζί με τη μάνα μια θεια μου έμπειρη στα θανατικά, οπότε κάπως έτσι τη βρήκαμε την άκρη. Με τα υπόλοιπα όμως; Το ξέρετε πως όλο το βράδυ πρέπει κάποιος να διαβάσει ολόκληρο το Ψαλτήρι; Απορώ πως βρέθηκε, ως δια μαγείας, ένα τέτοιο βιβλίο στο σπίτι και το διάβαζαν διάφορες γυναίκες εκ περιτροπής. Σε κάποια στιγμή είπε κάποια γυναίκα πως πρέπει να εξαφανίσουμε από το σπίτι όλες τις φωτογραφίες και όρμησαν να κατεβάζουν φωτογραφίες από τους τοίχους και να εξαφανίζουν κορνίζες. Κάποια άλλη στιγμή κάποια τσίριξε «Ιιιιι, τους καθρέφτες, να καλύψουμε τους καθρέφτες…» κι έτρεχαν να βρουν σεντόνια για να τους κουκουλώσουν. Ακόμα δεν κατάλαβα τι καυγάς υπάρχει ανάμεσα στους νεκρούς με  τις φωτογραφίες και τους καθρέφτες.

Τέλος πάντων, τελείωσαν κι αυτά και άδειασε το σπίτι μας από τον κόσμο. Φυσικά συνέχισαν όλοι να λένε στη μάνα μου το κοντό και το μακρύ τους. Να είναι αναμμένο συνέχεια ένα καντήλι για σαράντα μέρες και δίπλα ένα ποτήρι με νερό πάντα γεμάτο, έτσι ώστε να έρχεται η ψυχή του πεθαμένου και να βρει να πιει νερό άμα διψάσει. Για πιάτο με μεζέδες δεν είπαν κάτι. Μάλλον οι πεθαμένοι μόνο διψάνε… Πάω λοιπόν σπίτι μου για τα σαράντα και σε κάποια στιγμή που διψούσα ήμουν έτοιμη να το στραγγίσω το ποτήρι αλλά δεν το έκανα για να μην λέει η μαμά πως ήπια το νερό που ήταν μπαγιάτικο. Ευτυχώς… Διότι κάποια στιγμή μου είπε για το ποτήρι και την ψυχή που διψάει και ξεράθηκα στο γέλιο. «Α ρε μάνα» της λέω «παραλίγο να το πιω το νερό κι άντε μετά να σε πείσω πως δεν ήρθε να το στραγγίσει ο μπαμπάς και να σαλτάρεις στα καλά καθούμενα…»

Για τα σαράντα λοιπόν είχαμε νέο κύκλο συνομιλιών. Στα κόλλυβα βάζουμε και ρόδι ή όχι; Πόση ζάχαρη; Τα καρύδια πως μπαίνουν; Η πρότασή μου για μαϊντανό (κάπου τα έφαγα έτσι, τον τελευταίο καιρό έχω βρεθεί σε αρκετές κηδείες και μνημόσυνα) απορρίφθηκε μετά βδελυγμίας. «Μαϊντανό στα κόλλυβα; Τι είναι τα κόλλυβα; Χωριάτικη σαλάτα;» Το θέμα αν τα πετάμε πάνω στο μνήμα και σπάμε το πιάτο ή όχι, αν τα τρώμε ή τι σκατά τα κάνουμε μ’ αυτά είχε λυθεί στα προηγούμενα μνημόσυνα, τα μικρά, όπου η μαμά αποφάσισε να κάνει το δικό της μετά από 3.282 διαφορετικές γνώμες που άκουσε.

Το μνημόσυνο λοιπόν έχει οριστεί για Κυριακή πρωί αλλά η παράδοση λέει πως το Σάββατο το απόγευμα πρέπει να πάμε τα δικά μας κόλλυβα, άλλα αυτά όχι τα πολλά του επίσημου μνημόσυνου, στο νεκροταφείο για να διαβάσει ο παπάς τρισάγιο. Και πάμε στο νεκροταφείο κι αντικρίζω ένα τεράστιο πάρτι. Τι κόσμος! Έβρεχε κιόλας και το νεκροταφείο είχε γεμίσει με πολύχρωμες ομπρέλες. Κάθε τάφος κι ένα πλήθος με ομπρέλες και πιατέλες. Ο παπάς να τρέχει από τάφο σε τάφο, να διαβάζει στα γρήγορα τα δικά του, να εύχεται «Καλή ψυχή και καλό παράδεισο» και βουρ για τον επόμενο. Το πολύχρωμο πλήθος τον ακολουθούσε από τάφο σε τάφο –εκτός από τους κοντινούς συγγενείς- μη τυχόν και μείνει κάποιος παραπονεμένος. Αμέσως άνοιγαν οι πιατέλες και άρχιζαν οι συγγενείς να γεμίζουν ποτηράκια με κόλλυβα. Και ο ένας κυνηγούσε τον άλλο να του δώσει κι από τα δικά του. Δέκα χέρια έπρεπε να έχει ο καθένας για να κρατήσει όλα τα ποτηράκια και τα κουπάκια. Δοκίμαζαν από το ένα, έκαναν κριτική «γεια στα χέρια σας, πολύ ωραία τα κάνατε, να ζήσετε να τον θυμάστε» και πέρναγαν στο επόμενο κουπάκι για να κάνουν τη σύγκριση. Μερικές έτρεχαν να προλάβουν να δώσουν πρώτες πριν προλάβουν να γεμίσουν τα χέρια των λαμβανόντων μέρος στο πάρτι. Μου δώσανε και μένα κανά δυο ποτηράκια να μοιράσω, «σε ποιον να δώσω;» ρώταγα «δεν ξέρω κανέναν». «Δώσε καλέ σ’ όποιον βρεις μπροστά σου» ήταν η απάντηση, οπότε όποιον έβλεπα του έδινα κι ένα ποτηράκι. Στο τέλος ήθελα να τους λέω «πάρτε καλέ κι από τα δικά μας, να δείτε τι νόστιμα που τα έφτιαξε η μαμά μου». Αν κι εδώ που τα λέμε δεν πρόλαβα να τα δοκιμάσω, την μοιράσαμε την πιατέλα στα γρήγορα. Έκανα όμως τα συγκριτικά τεστ με τα κόλλυβα των άλλων. Έφαγα μέχρι σκασμού, ήπια κι έναν κουβά νερό και μετά κάθισα σαν βόας να τα χωνέψω, είναι και βαριά τ’ άτιμα… Δεν μπορώ όμως ν’ αντισταθώ γιατί ξέχασα να σας πω πως είμαι φαν του κόλλυβου. Μικρούλα όταν ήμουν περίμενα πότε θα μας αφήσει χρόνους κάποιος παππούς της γειτονιάς να τσακίσω τα κόλλυβα.

Η όλη διαδικασία μου θύμισε κάτι από τις γιορτές που διοργανώνουν διάφορες περιοχές για να προωθήσουν τα ντόπια προϊόντα. Γιορτή της μελιτζάνας, γιορτή της πατάτας, της σαρδέλας. Ε λοιπόν, στα νεκροταφεία τέτοιες μέρες διοργανώνεται η γιορτή του κόλλυβου. Όσοι πιστοί προσέλθετε….

Advertisements