Το ραδιόφωνο ήταν ένα από τα πρώτα πράγματα που με μάγεψαν στη ζωή μου. Το διάβασμα ήρθε μετά. Πρώτα ήρθε το θέατρο, μετά το ραδιόφωνο και τελευταία τα βιβλία.

Ήμουν γύρω στα τρία όταν με πρωτοπήγαν οι γονείς μου στο θέατρο. Βραδινή παράσταση στο ΚΘΒΕ και η Θεσσαλονίκη πνιγμένη στα χιόνια . Οι γονείς μου δεν ήξεραν πως απαγορευόταν παιδιά κάτω των οκτώ ετών στις παραστάσεις και με πήραν μαζί τους να δούμε τον «Καλό άνθρωπο του Σετσουάν». Τους είπαν πως απαγορεύεται, είπαν κι αυτοί πως δεν προλαβαίνουν να με γυρίσουν στο σπίτι και μας άφησαν να μπούμε με την προϋπόθεση πως άμα βγάλω κιχ θα μας πετάξουν έξω. Όχι μόνο δεν έβγαλα κιχ αλλά έφυγα μαγεμένη. Τα χιόνια και όλα τα υπόλοιπα δεν τα θυμάμαι. Θυμάμαι όμως ακόμα μια σκηνή από την παράσταση και το παλτό που φορούσε η μαμά μου. Περίπου δυο χρόνια αργότερα ήρθε το ραδιόφωνο κι άρχισαν οι radio days μου. Ήταν ένα όμορφο και μοντέρνο φορητό Schaub Lorentz που μας έστειλε μαζί με άλλα δώρα ο αδελφός του πατέρα μου, μετανάστης στη Γερμανία. Το ραδιόφωνο ήταν δώρο για μένα, το είχε πει ξεκάθαρα. Από τότε το αυτί μου κόλλησε πάνω του. Κοιμόμουν και ξυπνούσα με το ραδιόφωνο. Το τελειωτικό χτύπημα το έφαγα όταν ανακάλυψα το θέατρο στο ραδιόφωνο. Θέατρο της Κυριακής, «Η Αγνή του λιμανιού» του Κοκτώ, ακόμα το θυμάμαι. Το ακούσαμε παρέα με τη μαμά ενώ όλοι κοιμόταν κι ο μπαμπάς ήταν στη δουλειά. Τι μαγεία!!! Έκλαιγα ακούγοντάς το και νόμιζα πως θα έχει το ίδιο και την επόμενη Κυριακή που ξαναστήθηκα περιμένοντας. Δεν είχε αυτό αλλά ένα άλλο έργο που δεν θυμάμαι ποιο ήταν αλλά ήταν ακόμα καλύτερα. Μετά οι Κυριακές μου γέμισαν με θέατρο, και τα υπόλοιπα βράδια με τις «Σελίδες της λογοτεχνίας μας». Άκουσα όλον τον Ξενόπουλο και την «Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ» από τη φωνή του Κώστα Καστανά , αν θυμάμαι καλά. Αυτές οι φωνές ήταν που με μάγευαν. Ζεστές, απαλές και με καλή άρθρωση. Η μαμά μου βλαστήμαγε την ώρα και τη στιγμή που μου έμαθε ν’ ακούω γιατί κάθε βράδυ ξενυχτούσα. Όταν μου είπε πως δεν αφήνω τους άλλους να κοιμηθούν άρχισα να παίρνω το ραδιόφωνο και να το βάζω κάτω από το μαξιλάρι μου. Κι όταν μου έβαλαν χέρι και γι’ αυτό το επιχείρημά μου ήταν πως το ραδιόφωνο ήταν δικό μου και το έκανα ό,τι ήθελα. Είδαν κι απόειδαν, κατάλαβαν πως πιο εύκολα ξεκολλάς λεφτά από τσιγκούνη παρά το ραδιόφωνο από μένα και με άφησαν στην ησυχία μου. Κι έτσι μεγάλωσα, μαγεμένη κάθε βράδυ από φωνές και μουσικές.

Το ραδιόφωνο με συνόδευε πολλά χρόνια ακόμα. Φοιτήτρια και μετά. Ήμουν από φανατικούς ακροατές του Γ’ Προγράμματος επί εποχής Χατζιδάκι, από τους πρώτους και σταθερούς ακροατές του «Καναλιού 15» όταν ξεκίνησε με διευθυντή το Ρούσο Κούνδουρο. Τα βράδια κοιμόμουν πάντα με το ραδιόφωνο ανοιχτό δίπλα στο κρεβάτι μου σε πολύ χαμηλή ένταση. Ξυπνούσα το πρωί και μου άρεσε αυτή η σιγανομουρμούρα του στ’ αυτιά μου. Μέχρι τα τελευταία χρόνια που δεν το αντέχω πια. Πολλή υστερία, πολλά «ουάου», πολλές διακοπές για διαφημίσεις και πολλά άχρηστα και εξυπναδίστικα λόγια. Με κουράζει πλέον…

Τώρα θα μου πείτε τι μ’ έπιασε και θυμήθηκα το ραδιόφωνο. Μ’ έπιασε γιατί ξαναμαγεύτηκα μαζί του από την άλλη μεριά. Να εξηγούμαι. Εδώ και κανα χρόνο βάζω, όποτε έχω κέφι, μουσική σ’ ένα φόρουμ. Μέχρι τώρα έβαζα μόνον μουσική. Έφτιαχνα μιαν αρχική playlist την οποία την προσάρμοζα, προσθέτοντας και αφαιρώντας τραγούδια, ανάλογα με τα κέφια μου και με τα κέφια αυτών (όσων λίγων…) που με άκουγαν. Τις τελευταίες όμως μέρες αποφάσισα να προσθέσω και μικρόφωνο στην όλη κατάσταση. Αυτό ήταν! Ξαναβρήκα τη μαγεία του ραδιοφώνου από άλλο δρόμο! Δεν μπορώ να το περιγράψω αλλά είναι απίστευτο το συναίσθημα του να βάζεις τραγούδια, να μιλάς ανάμεσα και να ξέρεις πως κάποιοι σ’ ακούν! Καμμία σχέση με το να βάζεις απλά μουσική και να φαντάζεσαι πως υπάρχει κάποιος που ακούει. Στη συγκεκριμένη κατάσταση είναι εντελώς διαδραστικά τα πράγματα. Όσοι σ’ ακούν μπορούν να γράφουν ταυτόχρονα σχόλια, παραγγελιές ή παρατηρήσεις. Πέρασα απίθανα κάνοντας εκπομπές και προβλέπω να φάω γερό κόλλημα μ’ αυτό!

Γι’ αυτό λέω: «Θέλω να γίνω ραδιοφωνατζού!!! Προλαβαίνω γιατρέ μου;»

Τη φωτογραφία του παλιού ραδιφώνου την τσίμπησα από το διαδίκτυο. Υπήρχε όμως κι ένα ίδιο στο σπίτι μου εκτός από το φορητό Schaub Lorentz του θείου από τη Γερμανία. Συγκινήθηκα που την είδα. Κάπου σε κάποιο υπόγειο πρέπει να σαπίζει αυτό το ραδιόφωνο, αν υπάρχει ακόμα.

Advertisements