Έχω νεύρα λέμε…..


Είμαι πολύ τσαντισμένη. Με όλους και με όλα. Όχι με τους γύρω μου, τους στενούς φίλους ή την οικογένεια. Εκεί οι τσαντίλες είναι για απλά καθημερινά πράγματα. Έρχονται και φεύγουν γρήγορα και δεν σημαίνουν πολλά πράγματα επί της ουσίας. με τις καθημερινές τσαντίλες βρίσκω τρόπο να εκτονωθώ. θα γκρινιάξω λίγο, θα τα κουβεντιάσω με μια φίλη, θα πατήσω μια φωνή στο σπίτι, θα μου χαμογελάσει παιχνιδιάρικα ο γιος μου, θα μου περάσει. Με τα υπόλοιπα όμως τι γίνεται; Που η τσαντίλα δεν βρίσκει τρόπο να εκτονωθεί;

Έχω κόψει την τηλεόραση, ηθελημμένα δεν βλέπω ειδήσεις. Παρ’ όλα αυτά όμως οι ειδήσεις μπαίνουν στη ζωή μου με κάποιο τρόπο. Είτε διαβάζοντας εφημερίδα, είτε βλέποντας τους τίτλους των εφημερίδων στα περίπτερα, είτε μέσω internet. Ούτε μια καλή είδηση από πουθενά.  Μια φορά να δω ειδήσεις δε στην τηλεόραση, σαλτάρω. με κάνουν να νιώθω πως αύριο δεν θα έχω φαγητό να ταίσω το παιδί μου και το χειρότερο πως φταίω εγώ γιαυτό. Εγώ η κακούργα που σκόρπαγα τα λεφτά του κράτους και τώρα χρεωκοπήσαμε. Δεν το σκεφτόμουν η κακούργα όταν αγόραζα ρούχα από τα στοκατζίδικα, όταν πήγαινα διακοπές με σκηνή, όταν έπινα δύο ποτά αντί για ένα τη μια φορά το μήνα που έβγαινα με φίλους σε κανένα μπαράκι. Ούτε όταν έκανα παιδί το σκέφτηκα πως έχει έξοδα και θα χρεωκοπήσω το κράτος. Και τσαντίζομαι με τον εαυτό μου που τσαντίζομαι αλλά περισσότερο με όλους αυτούς που με δείχνουν με το δάχτυλο, φορώντας τις κυριλέ γραβάτες τους και τα κουστουμάκια που δεν τ’ αγόρασαν σε στοκατζίδικα, και μου λένε «Εσύ φταις και πρέπει να πληρώσεις. Να σφίξεις το ζωνάρι και ν’ ανεχτείς να σου μειώσουμε το μισθό σου γιατί εσύ φταίς. Παίρνεις πολλά και έχεις ρίξει έξω την επιχείρηση που λέγεται κράτος». Και δεν μπορώ να κάνω κάτι γιαυτό. Δεν μπορώ να πάρω πέτρες και ν’ αρχίσω να τις πετάω επί δικαίων και αδίκων. Δεν μπορώ να πάω και να σπάσω τα μούτρα όλων αυτών με το τεντωμένο δάχτυλο, να πάρω τις γραβάτες τους και να τους τις μπουκώσω στο στόμα να μη μπορέσουν ούτε να ξαναμιλήσουν ούτε ν’ αναπνεύσουν. Και κυρίως, να τους κόψω το δάχτυλο να μη μπορέσουν να το ξανατεντώσουν και να με δείξουν σαν φταίχτη.

Χειρότερα όμως από τους γραβατωμένους μου τη δίνουν οι γύρω μου. Που δεν τους φταίνε αυτοί με τις γραβάτες αλλά εγώ. Παρακολουθώ συζητήσεις δεξιά και αριστερά και βλέπω μίσος. Του αστού προς τον αγρότη, του ιδιωτικού υπάλληλου προς το δημόσιο υπάλληλο, του μικρού προς το μεγάλο, του έλληνα προς τον ξένο, του ξένου προς τον πιο ξένο, του… του… του…. Κι εντάξει, καταλαβαίνω πως οργισμένοι άνθρωποι είναι που έχουν λαλήσει από το σφίξιμο του ζωναριού αλλά λίγο μυαλό δεν υπάρχει; Επειδή δεν μπορούμε καν να δούμε το φταίχτη τα βάζουμε με τον διπλανό ταλαίπωρο; Αυτός φταίει για όλα; Θα περικόψουν τους μισθούς των εκπαιδευτικών λένε και βλέπω τρελές χαρές γύρω μου. «Καλά να τους κάνουν τους άχρηστους, με 330 ευρώ να τους έχουν που κάθονται όλη μέρα και τα ξύνουν. Που θέλουν και λεφτά με τόσο λίγες ώρες δουλειά τη μέρα και διακοπές το καλοκαίρι…. Γιατί αυτοί να παίρνουν τον ιλιγγιώδη μισθό των 1400 ευρώ κατά μέσο όρο, όταν ο άλλος δουλεύει 10 ώρες τη μέρα για 800 ευρώ; Στην πυρά οι εκπαιδευτικοί!!!! Άρον άρον σταύρωσον αυτούς!!!» Λες και οι εκπαιδευτικοί φταίνε για το πως έχει καταντήσει η δημόσια εκπαίδευση, αυτοί φταίνε για την παραπαιδεία, για τις -ανά αλλαγή υπουργού- μεγαλόπνοες μεταρρυθμίσεις (γεμίσαμε Παπανούτσους, μη χέσω…) που κάθε φορά είναι 10 βήματα πίσω, για τα άθλια σχολικά κτίρια, για τα αναλυτικά προγράμματα που είναι το στίγμα της εκάστοτε εκπαιδευτικής πολιτικής και που -στην Ελλάδα μόνο- είναι συνήθως γραμμένα στο γόνατο. Οι εκπαιδευτικοί αποφασίζουν για όλα αυτά, ως γνωστόν. Δεν σκέφτεται κανείς απ’ αυτούς που μας φτύνουν,  πως φτάσαμε στο σημείο να είναι από τις πιο απαξιωμένες επαγγελματικές ομάδες οι εκπαιδευτικοί. Και με πιο τρόπο έγινε αυτή η απαξίωση μέσα σε πολύ λίγα χρόνια. Ούτε οι γιατροί με τα τόσα φακελλάκια δεν βιώνουν τόση απαξίωση. Δεν σκέφτονται πως απαξιώνοντας την δημόσια εκπαίδευση και τους λειτουργούς της, απαξιώνεις το μέλλον του τόπου σου. Πως μπορεί όλο αυτό να ήταν στημένο και καλά σκηνοθετημένο. Τίποτε, οι δάσκαλοι φταίνε για όλα. Να γκρεμίσουμε τη δημόσια εκπαίδευση, να την παραδώσουμε στους ιδιώτες να δούμε το φως μας. Και τρελαίνομαι εντελώς όταν αυτά τ’ ακούω όχι από δεξιούς αλλά από ακροδεξιούς εθνικιστές και εθνικοσοσιαλιστές εχθρούς της Νέας Τάξης και της Παγκοσμιοποίησης. Που είναι τόσο ανεγκέφαλοι ώστε να μην καταλαβαίνουν πως η άλωση της δημόσιας παιδείας από τους ιδιώτες είναι ένα από τους πρωταρχικούς στόχους της παγκοσμιοποίησης που σιχαίνονται. Τρελαίνομαι κι όταν τ’ ακούω από ανθρώπους που δεν τους φτάνουν να πληρώσουν το φροντιστήριο αγγλικών για τα παιδιά τους και ονειρεύονται ιδιωτικά πανεπιστήμια. Που πας ρε καραμήτρο και θες και ιδιωτικό πανεπιστήμιο, γυμνάσιο και πάει λέγοντας; Για να μείνει εντελώς αμόρφωτο το παιδί σου στον αιώνα τον άπαντα; Αυτό θέλουν να επιτύχουν, μια κοινωνία δύο ταχυτήτων, η ελίτ και η πλέμπα, κι εσύ καραμήτρο υπογράφεις με χαρά να είσαι εσύ και τα παιδιά σου για πάντα στην αναλώσιμη πλέμπα. Και τα βάζεις με το διπλανό σου γιατί έχει 100 ευρώ παραπάνω στο μισθό. Όχι ν’ ανέβει ο δικός σου που είναι άθλιος αλλά να κατέβει του διπλανού που είναι κάπως λιγότερο άθλιος.

Τσαντίζομαι περισσότερο μ’ αυτούς τους ανεγκέφαλους χειροκροτητές της αθλιότητας στην οποία θέλουν να μας ρίξουν αυτοί που μας δείχνουν με το δάχτυλο. Και δυστυχώς δεν μπορώ να κάνω τίποτε γιαυτό. με την τσαντίλα μου θα μείνω να παραμιλάω μονάχη μου.

Advertisements

Ένα τραγούδι και η ιστορία του: interlude (time)


Είναι δυο μέρες τώρα που κόλλησα άσχημα μ’ ένα τραγούδι. Δεν είναι η πρώτη φορά που μου συμβαίνει. Κατά καιρούς κολλάω με διάφορα.  Θυμάμαι μια εποχή άκουγα όλη μέρα το Passenger του Iggy Pop. Μιαν άλλη φορά είχα κολλήσει με το Kyoto Song των Cure. Τώρα κόλλησα με το Interlude. Δεν το άκουσα προχτές για πρώτη φορά, έχω καιρό τώρα το cd της Diamanda Galas που το περιέχει. Προχτές όμως ξαφνικά το άκουσα πιο προσεχτικά και κόλλησα. Άρχισα να ψάχνω λοιπόν στοιχεία γιαυτό, κυρίως τους στίχους κι έτσι βρήκα ποιος και που το πρωτοτραγούδησε και τι άλλες διασκευές του υπάρχουν.

Λοιπόν,0ι στίχοι έχουν γραφτεί από τον Hal Shaper για την ταινία του Douglas Sirk «Interlude» το 1968 και το είχε τραγουδήσει η Timi Yuro. Δένει αρμονικά με την μουσική του George De La Rue.

Η εκτέλεση των Morrissey & Siouxsie δεν διαφέρει πολύ από την αυθεντική είναι από ένα single 8/8/1994

Η εκτέλεση όμως που μ’ αρέσει περισσότερο απ’ όλες είναι η σπαρακτική εκτέλεση της Diamanda Galas

Interlude

Time, is like a dream,
Now, for a time,
you are mine.
Let’s hold fast,
to the dream,
that tastes and sparkles like wine.

Who knows if it’s real,
or just something we’re both dreaming of.
What seems like an interlude now,
Could be the beginning of love.

Loving you, is the world that’s strange,
So much more than my heart can hold,
Loving you makes the whole world change.
Loving you, I could not grow old.

No-nobody knows,
When love will end,
so ’til then, sweet fiend.
Time, is like a dream
and, now, for a time,
You are mine.
Let’s hold fast to the dream
that tastes and sparkles like

Στίχοι: Hal Shaper
Μουσική: George De La Rue
Πρώτη εκτέλεση: Timi Yuro

Έχει διασκευαστεί από τους δικούς μας Πλιάτσικα και Τσάτσου με τίτλο «Στο αίμα μου αλλάζει ο καιρός». Δεν είναι κακοί οι στίχοι στην ελληνική διασκευή και η φωνή της Τσάτσου είναι σκοτεινή και ζεστή όπως της Diamanda.

Στο αίμα μου αλλάζει ο καιρός

Βάφεις με τη βροχή
τη μέρα που δίπλα ξυπνά
στο αίμα σου αλλάζει ο καιρός
και όσο αλλάζει πονάω

Ποιος ξέρει αν μπορείς να ελπίζεις
να βλέπεις να ξεχνάς
και αν θέλεις να αρχίσεις ξανά
μια αρχή που ένα τέλος γεννά

Ο Αύγουστος σε μία φωτογραφία
μακρινός, βαθύς γλυκός
μοιάζεις να μην είσαι εσύ
μοιάζω να να μην είμαι εγώ

Πόσα μου ζητάς κι αν στο χρόνο
θα τα βρεις ποτέ
Πόσα σου ζητάω και πόσα σου χρωστάω
Στο αίμα σου αλλάζει ο καιρός
και όσο αλλάζει πονάω

Ποιος ξέρει αν μπορείς να ελπίζεις…

Στίχοι: Φίλιππος Πλιάτσικας & Γιάννης Παπαχρήστου
Μουσική: George De La Rue
Πρώτη εκτέλεση: Πυξ Λαξ

Τέλος υπάρχει και μια διασκευή στα γιαπωνέζικα από την Asakawa Maki, η οποία δεν έχω ιδέα ποιά είναι. Αν εξαιρέσω τα γιαπωνέζικα που με ξενίζουν είναι κι αυτή πολύ καλή εκτέλεση από μια ακόμα φωνή στο στιλ της φωνής της Galas.

Ν’ ανοίξει η γη να με καταπιεί…


Σε μια συζήτηση πιάσαμε να λέμε φάσεις της ζωής μας που θέλαμε ν’ ανοίξει η γη να μας καταπιεί. Οπότε σκέφτηκα γιατί να μην τις καταγράψω κάποιες που θυμάμαι; Τα νιάτα φεύγουν το αλτσχάιμερ έρχεται…. Ξεκινάμε λοιπόν με χρονολογική σειρά ( να έχουμε μια σειρά και μια τάξη στη ζωή μας βρε αδελφέ…)

Β’ δημοτικού και σιχαινόμουν να πάω στην άθλια τουαλέτα του σχολείου. Κάθε μέρα, από την α’ τάξη, κρατιόμουν μέχρι το μεσημέρι που πήγαινα τρέχοντας στο σπίτι. Μία φορά δεν κρατήθηκα και μου φύγανε. Κοκκίνησα, πρασίνισα, κιτρίνισα, όλη η τάξη γελούσε και η δασκάλα μ’ έστειλε σπίτι ν’ αλλάξω. Πήγα σπίτι,  άλλαξα και δεν ήθελα να ξαναγυρίσω ποτέ στο σχολείο αλλά η γιαγιά με ξαπόστειλε με συνοπτικές διαδικασίες. Η τάξη συνέχισε να γελάει και να με κοροϊδεύει «κατρουλού» αλλά μετά από λίγες μέρες όλοι το ξέχασαν. Όλοι εκτός από έναν συμμαθητή μου που το θυμόταν μέχρι την Στ’ τάξη (ο γάιδαρος)…..
Λόγω σιχαμάρας την ξανάπαθα στην Αριδαία. Ήμουν με τη γιαγιά μου σ’ ένα χωριό κάπου εκεί αλλά σιχαινόμουν να πάω στην τουαλέτα του σπιτιού που μας φιλοξενούσαν. Εκτός τη σιχασιά φοβόμουν λίγο γιατί έπρεπε να βγω στην αυλή. Το βράδυ φυσικά δεν γινόταν να μην πάω, έκανα την καρδιά μου πέτρα, έκλεισα τη μύτη μου και πήγα μέσα στη μαύρη νύχτα τρέμοντας από το φόβο μου. Την άλλη μέρα το πρωί φύγαμε από κει χωρίς να πάω στην τουαλέτα ευελπιστώντας πως θα κρατηθώ μέχρι τη Θεσσαλονίκη. Στο ΚΤΕΛ της Αριδαίας μου ήρθε τρέλα αλλά η τουαλέτα δεν πλησιαζόταν. Πάλι μου ξανάφυγαν και φορούσα παντελόνι, ένα ψηλολελέκι 14 χρόνων. Βρήκα μια ζακέτα, την τύλιξα γύρω από τη μέση μου, ήταν και καλοκαίρι, και μεσημέρι, γάμησέ τα…. Διότι δεν ήταν μόνο ο λεκές στο παντελόνι που έφτανε μέχρι τα γόνατα, ήμουν σίγουρη πως έζεχνα.

Να μη μιλήσω για το πόσες φορές έχω «γκρεμιστεί» στο δρόμο, έχω κουτουλήσει δέντρα και τοίχους. Στην αρχή ντρεπόμουν μετά συνήθισα. Μόνο μία φορά ντράπηκα λίγο που κοιτώντας μια βιτρίνα πήγα να μπω στο μαγαζί να ρωτήσω για μια τιμή αλλά δεν πρόσεξα πως η πόρτα ήταν κλειστή. Κόντεψα να τη γκρεμίσω και να σφαχτώ. Ευτυχώς μόνο μια κοκκινίλα στο μέτωπο μου έμεινε διότι φυσικά ορμάμε πρώτα με το κεφάλι και ο τρόμος στα μάτια των δύο πωλητριών που ακούγοντας το δυνατό «γκτουπ» παλάβωσαν.

Τέλος, μια φορά μπαίνοντας στο λεωφορείο πάτησα μια μακρυά φούστα που φορούσα με λάστιχο στη μέση. Κατέβηκε μέχρι τα γόνατα….. :oops:
Κι αφού ανέβηκα κατακόκκινη στο λεωφορείο μετά από λίγο άρχισε να χτυπάει το ξυπνητήρι που είχα στην τσάντα μου διότι δεν είχα ρολόι κι εκείνη τη μέρα έπρεπε να ξέρω την ώρα (δεν θυμάμαι γιατί) και πήρα η ξύπνια μαζί μου το ξυπνητήρι….

Το χειρότερο απ’ όλα το έπαθα ταξιδεύοντας με ΚΤΕΛ γραμμή Θεσσαλονίκη – Πάτρα και λίγο πριν τη Λάρισα αρχίζω να νιώθω πως θα λιποθυμήσω. Χλωμιάζω, ιδρώνω, κρυώνω, ζεσταίνομαι και στο τέλος συνειδητοποιώ πως κάτι σε ελαφρά δηλητηρίαση με χτυπάει αλύπητα. Το κακό είναι πως η προγραμματισμένη στάση γίνεται λίγο μετά τη Λαμία. Με νιώθεις; Κοντεύω να πάθω εγκεφαλικό σκεπτόμενη πως το κατούρημα στην Αριδαία ήταν πταίσμα μπροστά σ’ αυτό που θα πάθω αυτή τη φορά. Κρατήθηκα μέχρι τη στάση το θεριό γιατί ντρεπόμουν να πω στον οδηγό να σταματήσει. Και άντε και σταματούσε, που σκατά να τρέχω στη μέση της εθνικής; Όταν φτάσαμε επιτέλους στο βενζινάδικο που γινόταν η στάση, κατέβηκα κουτρουβαλώντας από το λεωφορείο, ξέχασα όχι μόνο πως σιχαίνομαι αλλά και τ’ όνομά μου και κλείστηκα στην άθλια τουαλέτα. Μισή ώρα ήταν η στάση, το χώρισα στα δύο. Ένα τέταρτο τουαλέτα και μετά πήγα στο εστιατόριο δίπλα και ζήτησα από την κυρία στην κουζίνα καφέ ελληνικό και λεμόνι. Ήταν γιατροσόφι της γιαγιάς για τη διάρροια. Έφτιαξα αυτό το σιχαμερό καταπότι και το έφαγα με τρελή χαρά, ούτε γλακτομπούρεκο να ήταν. Η γιαγιά ορκιζόταν πως είχε άμεση δράση κι εγώ ευχόμουν να είχε δίκιο.
Ξαναμπήκαμε στο λεωφορείο κι όλα πήγαιναν καλά μέχρι λίγο πριν την Ιτέα που θα ξανακάναμε στάση. Αμ δε…. Είδα με τρόμο να μη σταματάει στο γνωστό καφενείο-βενζινάδικο. Δεν υπήρχε περίπτωση να φτάσω στην Πάτρα, με το Ρίο-Αντίρριο στη μέση και όλα τα στροφιλίκια, οπότε σηκώθηκα -μισή ντροπή δική μου μισή δική τους- και είπα στον οδηγό να σταματήσει διότι θα πεθάνω. Κι αυτός να μην ακούει τι του έλεγα κατακόκκινη (για άλλη μια φορά στη ζωή μου) μέχρι που αναγκάστηκα να το φωνάξω. Κόκκινη κατέβηκα, κόκκινη ξανανέβηκα με όλο το λεωφορείο να με κοιτάει με συγκατάβαση, οίκτο, γέλιο κλπ κλπ….
Γκραν γκινιόλ εκείνο το ταξίδι, ούτε στον εχθρό μου.

Συνομωσιολογίες


Μεσημέρι και γυρίζω στο σπίτι από τη δουλειά. Βγαίνω από το Μετρό και ορμάω στο πρώτο τρόλει που βρίσκω μπροστά μου. Έτσι κι αλλιώς για 3 στάσεις το παίρνω και δεν με νοιάζει ούτε που πάει ούτε αν είναι γεμάτο. Άδειο ήταν αλλά για τρεις στάσεις στάθηκα όρθια και μάλιστα στη μπροστινή μεριά του κοντά στον οδηγό. Στη θέση δεξιά και μπροστά καθόταν ασπρομάλλης κύριος και πάνω στα πόδια του είχε μια τσάντα. Δεν έδωσα σημασία αλλά με την περιφερειακή όραση κατάλαβα πως ήταν παππούς καλοδιατηρημένος, καθαρός και προσεγμένος.

Μόλις περάσαμε τη στάση πριν αυτή που θα κατέβαινα έκανα δυο βήματα και έφτασα στη διαχωριστική μπάρα, ανάμεσα στον οδηγό και τους επιβάτες. Περίμενα να φτάσουμε στη στάση γιατί αρκετοί οδηγοί σε κράζουν αν περάσεις μπροστά από τη μπάρα νωρίτερα. Μέχρι να φτάσουμε στη στάση, μας έπιασε και φανάρι πριν, χάζευα δεξιά κι αριστερά, τα φωτάκια στο ταμπλό του οδηγού, τις ενδείξεις και τέτοια χαζά αλλά αρκετά αφηρημένα χωρίς να δίνω ιδιαίτερη σημασία. Ξαφνικά, και όσο κρατούσε το φανάρι,  μου τράβηξε την προσοχή ένα σακουλάκι που ακούμπησε ο οδηγός πάνω στο τιμόνι και το περιεργαζόταν. Είχε μέσα κάτι σαν μικρή εφημερίδα κι ένα cd. Μέχρι να εστιάσω στο σακουλάκι, άναψε το πράσινο κι ο οδηγός το μάζεψε κι έβαλε μπρος. Έτσι όπως ήμουν δίπλα στον παππού άκουσα κάτι να μουρμουρίζει, εν ριπή οφθαλμού άνοιξε την τσάντα που είχε στα πόδια και με σπασμένα ελληνικά μου πάσαρε ένα σακουλάκι ολόιδιο μ’ αυτό του οδηγού που χάζευα πριν λίγα δευτερόλεπτα και προσπαθούσα να καταλάβω τι είναι. «Πάρτο, πάρτο» μου είπε ενώ κατέβαινα. Το πήρα γιατί είχε πολύ ευγενική φάτσα ενώ συνήθως δεν ακουμπάω έντυπα που μου πασάρουν. Ε ρε γλέντια!!!

Το σακουλάκι περιείχε ένα σκασμό φυλλάδια και το cd. Τα φυλλάδια δεν άντεξα να τα διαβάσω αλλά παραθέτω τίτλους (και κρατώ την ορθογραφία τους).

«Γιατί πρέπει να αρνηθούμε την κάρτα ΑΜΚΑ και να την επιστρέψουμε σε αυτούς που απροκάλυπτα εκβιαστικά και αυταρχικά μας απειλούν οτι μας περιμένουν εξωντοτικές ποινές εαν δεν τις παραλάβουμε». $σέλιδη φόρμα έντυπης αίτησης για μη αποδοχή του ΑΜΚΑ.

«Αντίσταση στον νεο-οθωμανισμό: Συγκέντρωση ενάντια στην ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. Πλατεία Κλαυθμώνος, Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2008 στις 6 μ.μ. και πορεία στην Τουρκική Πρεσβεία». Το κάλεσμα από το περιοδικό ΑΡΔΗΝ και την εφημερίδα ΡΗΞΗ (α ρε Καραμπελιά, ποιος να τό ‘λεγε….)

«Ξέρεις γιατί ο σημερινός φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ.) του συστήματος TAXIS (Ε.Κ.Α.Μ.) ως ισόβιος και μοναδικός , είναι ο κολάσιμος αριθμός του Αντίχριστου 666; Και συνεπώς απορριπτέος από κάθε χριστιανό!». Αυτό σε πολλά αντίτυπα για να εμπεδώσω.

«Άκρως υπερεπείγον συναγερμός στους έλληνες πολίτες και ορθόδοξους χριστιανούς».Αυτό από μια μικτή επιτροπή των ορθοδόξων χριστιανών κατά του ηλεκτρονικού φακελλώματος και του 666.

«Ποιμένες πολλοί τον αμπελώνα μου διέφθειραν» 12σέλιδο πόνημα του Αθηνών Αυξεντίου, Αρχιεπίσκοπου Γ.Ο.Χ. Ελλάδος από το 1994. (Ποιός είναι πάλι τούτος, ξέρει κανείς; Και ποιοί είναι οι Γ.Ο.Χ.;)

Το cd δεν το είδα ολόκληρο. Μου έφτασαν οι τίτλοι των ενοτήτων του του συνοδευόμενοι από μία μουσική-θρίλερ…

  1. Νέα Τάξη
  2. Αδιευκρίνιστος τίτλος
  3. Τα σχέδιά τους
  4. Πυρηνικά
  5. Ακτινοβολία τροφίμων
  6. Υποσυνείδητα οι 2 πύργοι
  7. Κινητά ακτινοβολίες
  8. Κινητά
  9. Ένα απόσπασμα από μια εκπομπή του Κούλογλου που δεν κατάλαβα ποια ήταν.

Και φυσικά (δεν άντεξα την περιέργεια) είχε κομμάτια για τα chemtrails, αναφορές σε ilumminati και τέτοια.

Άρες μάρες κουκουνάρες δηλαδή. Απλά μου έκανε εντύπωση όλο το σκηνικό με τον παππού που έμοιαζε με γερμανό και σίγουρα δεν ήταν έλληνας. Έχει ξεφύγει ο κόσμος λέμε….. αλλά όλο και πιο πολλοί τα πιστεύουν όλα αυτά και μερικά ακόμα.

Άραγε ο Κούλογλου το ξέρει με τι τρόπο χρησιμοποιούνται οι εκπομπές του;

Βόλτα στα Εξάρχεια


Χτες το βράδυ τα καταφέρουμε με τις κολλητές μου να συντονιστούμε επιτέλους και βγήκαμε για ένα ποτό. Το ίδιο το γεγονός αξίζει από μόνο του τιμητική αναφορά,` μιας και το να συντονιστούμε και να μπορούμε να είμαστε ελεύθερες και οι τρεις ταυτόχρονα είναι πιο σπάνιο και από συζυγία πλανητών.  Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μου. Με τις φίλες μου βρεθήκαμε, τα είπαμε, γκρινιάξαμε, γελάσαμε, ήπιαμε, περάσαμε καλά εν ολίγοις. Άλλο είναι το θέμα μου.

Με τις δύο κολλητές μου βρεθήκαμε όλες στην Αθήνα περίπου την ίδια εποχή, στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Γνωριζόμασταν από πριν, από τα χρόνια του Πανεπιστήμιου, κι αν μας έλεγε κάποιος πως θα καταλήγαμε να ζούμε στην Αθήνα θα του απαντούσαμε πως τρελός παπάς τον βάφτισε. Τελικά όμως, για τον έναν ή τον άλλον λόγο, βρεθήκαμε στην πρωτεύουσα. Και όλες μείναμε τότε στο κέντρο. Η μόνη που έμεινα ακόμα κάτοικος κέντρου είμαι εγώ. Όλοι οι άλλοι παλιοί μου φίλοι την έκαναν με ελαφρά για τα προάστεια, κυρίως τα βόρεια. Στο κέντρο έχω πλέον μόνον καινούριους φίλους. Για το χατήρι μου όμως χτες κατέβηκαν οι κολλητές προς κέντρο μεριά και φυσικά που αλλού να τις πάω; Τις πήγα στα Εξάρχεια. Έτσι κι αλλιώς πριν χρόνια κι αυτές εκεί τριγύριζαν. Αυτό που μου έκανε εντύπωση δεν ήταν, πως ειδικά η μία που περνάει σπάνια από το κέντρο, είχε αρχίσει να ξεχνάει κάποια σημεία αλλά μια ιστορία που μας είπε η άλλη κολλητή. Μου το είχε πει και στο τηλέφωνο πριν λίγες μέρες αλλά όταν το ξανάκουσα μέσα στο σκηνικό που παίχτηκε μου έκανε στ’ αλήθεια εντύπωση.

Είχαν κατέβει μέσα στις γιορτές με φίλους στην πλατεία και κάθησαν σ’ ένα από τα μαγαζιά που υπάρχουν πάνω στην Πλατεία. Μαζί ήταν και τα παιδιά τους, εφηβάκια λυκειόπαιδα. Πρώτο σοκ για τους πιτσιρικάδες το ξεκάθαρο ντηλ στη μέση της Πλατείας και τα λιωμένα πρεζάκια. Δεν πίστευαν στα μάτια τους. Μάλλον γιαυτούς η πρέζα είναι κάτι που είναι πολύ μακρυά (αν κι αυτό δεν το ρώτησα τη φίλη μου, εννοώ τι σκέφτονται τα παιδιά για την πρέζα). Σοκαρίστηκαν πάντως άσχημα. Τα παιδιά δεν είχαν ξανακατέβει προς κέντρο μεριά παρά μόνον μια δυο φορές τώρα τελευταία σε πορείες. Κι όχι αγριάδες, λίγη πορεία και πίσω. Έτσι, μετά το μαγαζί, τους έκαναν μια βόλτα ξενάγησης στα πέριξ της Πλατείας δρομάκια. Ξέρετε τώρα, «Εδώ είναι το Πολυτεχνείο, ελάτε να κάνουμε μια γύρα να δείτε τι μεγάλο που είναι», «εδώ έχει πολλά μπαράκια, να αυτό που δούλευε η φίλη μου η solaris όταν ήταν πιτσιρίκα» και τέτοια. Οι πιτσιρικάδες (και πιτσιρικούδες αν κατάλαβα καλά) ενθουσιάστηκαν με τα μπαράκια, έμπαιναν μέσα και τα χάζευαν αλλά αυτό που τους έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν αυτό που σε όλους τους παρεπιδημούντες το κέντρο φαίνεται φυσικό.  Τα graffiti και οι ταπετσαρία από αφίσες στους τοίχους. Τους φάνηκαν απίστευτα άσχημα και δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί κάποιοι το έκαναν αυτό. Για να μη μιλήσω για το σχολείο Αραχώβης και Μπενάκη, που ήταν γεμάτο graffiti. Δεν το χωρούσε το μυαλό τους πως μπορούν να υπάρχουν τόσο «βρώμικοι» τοίχοι…

«Τι λες ρε συ» της είπα «πως είναι δυνατόν να εντυπωσιάστηκαν τόσο πολύ και τόσο άσχημα; Σιγά το περίεργο πια….» αλλά αμέσως μετά συνειδητοποίησα πως στα προάστεια, κάθε φορά που πηγαίνω να τις επισκεφτώ, δεν υπάρχουν συνθήματα, graffiti και αφίσες στους τοίχους. Οπότε λογικά τα παιδιά εντυπωσιάστηκαν κι ας τους έλεγε η φίλη μου πως αυτά δίνουν χαρακτήρα στην περιοχή και άλλα τέτοια κουλτουριάρικα. Για τα παιδιά όλα αυτά είναι βρωμιά και τίποτε περισσότερο.

Μετά σκεφτόμουν πως όσα ήταν παράξενα για τα παιδιά των φιλενάδων μου για το δικό μου το παιδί είναι απόλυτα φυσιολογικά, είναι το φυσικό του περιβάλλον. Όπως και το βουητό της λεωφόρου 24 ώρες το 24ωρο, οι σειρήνες, η κίνηση, το γεγονός πως υπάρχει πάντα ανοιχτό περίπτερο πολύ κοντά, πως για τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ δεν χρειάζεται να πάρεις αυτοκίνητο και άλλα τέτοια, που για τα παιδιά των προαστείων δεν είναι αυτονόητα.

Τελικά όμως δεν ξέρω, είναι τυχερά ή άτυχα τα παιδιά των φιλενάδων μου; Είναι τυχερό ή άτυχο το δικό μου;