Χτες το βράδυ τα καταφέρουμε με τις κολλητές μου να συντονιστούμε επιτέλους και βγήκαμε για ένα ποτό. Το ίδιο το γεγονός αξίζει από μόνο του τιμητική αναφορά,` μιας και το να συντονιστούμε και να μπορούμε να είμαστε ελεύθερες και οι τρεις ταυτόχρονα είναι πιο σπάνιο και από συζυγία πλανητών.  Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μου. Με τις φίλες μου βρεθήκαμε, τα είπαμε, γκρινιάξαμε, γελάσαμε, ήπιαμε, περάσαμε καλά εν ολίγοις. Άλλο είναι το θέμα μου.

Με τις δύο κολλητές μου βρεθήκαμε όλες στην Αθήνα περίπου την ίδια εποχή, στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Γνωριζόμασταν από πριν, από τα χρόνια του Πανεπιστήμιου, κι αν μας έλεγε κάποιος πως θα καταλήγαμε να ζούμε στην Αθήνα θα του απαντούσαμε πως τρελός παπάς τον βάφτισε. Τελικά όμως, για τον έναν ή τον άλλον λόγο, βρεθήκαμε στην πρωτεύουσα. Και όλες μείναμε τότε στο κέντρο. Η μόνη που έμεινα ακόμα κάτοικος κέντρου είμαι εγώ. Όλοι οι άλλοι παλιοί μου φίλοι την έκαναν με ελαφρά για τα προάστεια, κυρίως τα βόρεια. Στο κέντρο έχω πλέον μόνον καινούριους φίλους. Για το χατήρι μου όμως χτες κατέβηκαν οι κολλητές προς κέντρο μεριά και φυσικά που αλλού να τις πάω; Τις πήγα στα Εξάρχεια. Έτσι κι αλλιώς πριν χρόνια κι αυτές εκεί τριγύριζαν. Αυτό που μου έκανε εντύπωση δεν ήταν, πως ειδικά η μία που περνάει σπάνια από το κέντρο, είχε αρχίσει να ξεχνάει κάποια σημεία αλλά μια ιστορία που μας είπε η άλλη κολλητή. Μου το είχε πει και στο τηλέφωνο πριν λίγες μέρες αλλά όταν το ξανάκουσα μέσα στο σκηνικό που παίχτηκε μου έκανε στ’ αλήθεια εντύπωση.

Είχαν κατέβει μέσα στις γιορτές με φίλους στην πλατεία και κάθησαν σ’ ένα από τα μαγαζιά που υπάρχουν πάνω στην Πλατεία. Μαζί ήταν και τα παιδιά τους, εφηβάκια λυκειόπαιδα. Πρώτο σοκ για τους πιτσιρικάδες το ξεκάθαρο ντηλ στη μέση της Πλατείας και τα λιωμένα πρεζάκια. Δεν πίστευαν στα μάτια τους. Μάλλον γιαυτούς η πρέζα είναι κάτι που είναι πολύ μακρυά (αν κι αυτό δεν το ρώτησα τη φίλη μου, εννοώ τι σκέφτονται τα παιδιά για την πρέζα). Σοκαρίστηκαν πάντως άσχημα. Τα παιδιά δεν είχαν ξανακατέβει προς κέντρο μεριά παρά μόνον μια δυο φορές τώρα τελευταία σε πορείες. Κι όχι αγριάδες, λίγη πορεία και πίσω. Έτσι, μετά το μαγαζί, τους έκαναν μια βόλτα ξενάγησης στα πέριξ της Πλατείας δρομάκια. Ξέρετε τώρα, «Εδώ είναι το Πολυτεχνείο, ελάτε να κάνουμε μια γύρα να δείτε τι μεγάλο που είναι», «εδώ έχει πολλά μπαράκια, να αυτό που δούλευε η φίλη μου η solaris όταν ήταν πιτσιρίκα» και τέτοια. Οι πιτσιρικάδες (και πιτσιρικούδες αν κατάλαβα καλά) ενθουσιάστηκαν με τα μπαράκια, έμπαιναν μέσα και τα χάζευαν αλλά αυτό που τους έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν αυτό που σε όλους τους παρεπιδημούντες το κέντρο φαίνεται φυσικό.  Τα graffiti και οι ταπετσαρία από αφίσες στους τοίχους. Τους φάνηκαν απίστευτα άσχημα και δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί κάποιοι το έκαναν αυτό. Για να μη μιλήσω για το σχολείο Αραχώβης και Μπενάκη, που ήταν γεμάτο graffiti. Δεν το χωρούσε το μυαλό τους πως μπορούν να υπάρχουν τόσο «βρώμικοι» τοίχοι…

«Τι λες ρε συ» της είπα «πως είναι δυνατόν να εντυπωσιάστηκαν τόσο πολύ και τόσο άσχημα; Σιγά το περίεργο πια….» αλλά αμέσως μετά συνειδητοποίησα πως στα προάστεια, κάθε φορά που πηγαίνω να τις επισκεφτώ, δεν υπάρχουν συνθήματα, graffiti και αφίσες στους τοίχους. Οπότε λογικά τα παιδιά εντυπωσιάστηκαν κι ας τους έλεγε η φίλη μου πως αυτά δίνουν χαρακτήρα στην περιοχή και άλλα τέτοια κουλτουριάρικα. Για τα παιδιά όλα αυτά είναι βρωμιά και τίποτε περισσότερο.

Μετά σκεφτόμουν πως όσα ήταν παράξενα για τα παιδιά των φιλενάδων μου για το δικό μου το παιδί είναι απόλυτα φυσιολογικά, είναι το φυσικό του περιβάλλον. Όπως και το βουητό της λεωφόρου 24 ώρες το 24ωρο, οι σειρήνες, η κίνηση, το γεγονός πως υπάρχει πάντα ανοιχτό περίπτερο πολύ κοντά, πως για τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ δεν χρειάζεται να πάρεις αυτοκίνητο και άλλα τέτοια, που για τα παιδιά των προαστείων δεν είναι αυτονόητα.

Τελικά όμως δεν ξέρω, είναι τυχερά ή άτυχα τα παιδιά των φιλενάδων μου; Είναι τυχερό ή άτυχο το δικό μου;

Advertisements