Σε μια συζήτηση πιάσαμε να λέμε φάσεις της ζωής μας που θέλαμε ν’ ανοίξει η γη να μας καταπιεί. Οπότε σκέφτηκα γιατί να μην τις καταγράψω κάποιες που θυμάμαι; Τα νιάτα φεύγουν το αλτσχάιμερ έρχεται…. Ξεκινάμε λοιπόν με χρονολογική σειρά ( να έχουμε μια σειρά και μια τάξη στη ζωή μας βρε αδελφέ…)

Β’ δημοτικού και σιχαινόμουν να πάω στην άθλια τουαλέτα του σχολείου. Κάθε μέρα, από την α’ τάξη, κρατιόμουν μέχρι το μεσημέρι που πήγαινα τρέχοντας στο σπίτι. Μία φορά δεν κρατήθηκα και μου φύγανε. Κοκκίνησα, πρασίνισα, κιτρίνισα, όλη η τάξη γελούσε και η δασκάλα μ’ έστειλε σπίτι ν’ αλλάξω. Πήγα σπίτι,  άλλαξα και δεν ήθελα να ξαναγυρίσω ποτέ στο σχολείο αλλά η γιαγιά με ξαπόστειλε με συνοπτικές διαδικασίες. Η τάξη συνέχισε να γελάει και να με κοροϊδεύει «κατρουλού» αλλά μετά από λίγες μέρες όλοι το ξέχασαν. Όλοι εκτός από έναν συμμαθητή μου που το θυμόταν μέχρι την Στ’ τάξη (ο γάιδαρος)…..
Λόγω σιχαμάρας την ξανάπαθα στην Αριδαία. Ήμουν με τη γιαγιά μου σ’ ένα χωριό κάπου εκεί αλλά σιχαινόμουν να πάω στην τουαλέτα του σπιτιού που μας φιλοξενούσαν. Εκτός τη σιχασιά φοβόμουν λίγο γιατί έπρεπε να βγω στην αυλή. Το βράδυ φυσικά δεν γινόταν να μην πάω, έκανα την καρδιά μου πέτρα, έκλεισα τη μύτη μου και πήγα μέσα στη μαύρη νύχτα τρέμοντας από το φόβο μου. Την άλλη μέρα το πρωί φύγαμε από κει χωρίς να πάω στην τουαλέτα ευελπιστώντας πως θα κρατηθώ μέχρι τη Θεσσαλονίκη. Στο ΚΤΕΛ της Αριδαίας μου ήρθε τρέλα αλλά η τουαλέτα δεν πλησιαζόταν. Πάλι μου ξανάφυγαν και φορούσα παντελόνι, ένα ψηλολελέκι 14 χρόνων. Βρήκα μια ζακέτα, την τύλιξα γύρω από τη μέση μου, ήταν και καλοκαίρι, και μεσημέρι, γάμησέ τα…. Διότι δεν ήταν μόνο ο λεκές στο παντελόνι που έφτανε μέχρι τα γόνατα, ήμουν σίγουρη πως έζεχνα.

Να μη μιλήσω για το πόσες φορές έχω «γκρεμιστεί» στο δρόμο, έχω κουτουλήσει δέντρα και τοίχους. Στην αρχή ντρεπόμουν μετά συνήθισα. Μόνο μία φορά ντράπηκα λίγο που κοιτώντας μια βιτρίνα πήγα να μπω στο μαγαζί να ρωτήσω για μια τιμή αλλά δεν πρόσεξα πως η πόρτα ήταν κλειστή. Κόντεψα να τη γκρεμίσω και να σφαχτώ. Ευτυχώς μόνο μια κοκκινίλα στο μέτωπο μου έμεινε διότι φυσικά ορμάμε πρώτα με το κεφάλι και ο τρόμος στα μάτια των δύο πωλητριών που ακούγοντας το δυνατό «γκτουπ» παλάβωσαν.

Τέλος, μια φορά μπαίνοντας στο λεωφορείο πάτησα μια μακρυά φούστα που φορούσα με λάστιχο στη μέση. Κατέβηκε μέχρι τα γόνατα….. :oops:
Κι αφού ανέβηκα κατακόκκινη στο λεωφορείο μετά από λίγο άρχισε να χτυπάει το ξυπνητήρι που είχα στην τσάντα μου διότι δεν είχα ρολόι κι εκείνη τη μέρα έπρεπε να ξέρω την ώρα (δεν θυμάμαι γιατί) και πήρα η ξύπνια μαζί μου το ξυπνητήρι….

Το χειρότερο απ’ όλα το έπαθα ταξιδεύοντας με ΚΤΕΛ γραμμή Θεσσαλονίκη – Πάτρα και λίγο πριν τη Λάρισα αρχίζω να νιώθω πως θα λιποθυμήσω. Χλωμιάζω, ιδρώνω, κρυώνω, ζεσταίνομαι και στο τέλος συνειδητοποιώ πως κάτι σε ελαφρά δηλητηρίαση με χτυπάει αλύπητα. Το κακό είναι πως η προγραμματισμένη στάση γίνεται λίγο μετά τη Λαμία. Με νιώθεις; Κοντεύω να πάθω εγκεφαλικό σκεπτόμενη πως το κατούρημα στην Αριδαία ήταν πταίσμα μπροστά σ’ αυτό που θα πάθω αυτή τη φορά. Κρατήθηκα μέχρι τη στάση το θεριό γιατί ντρεπόμουν να πω στον οδηγό να σταματήσει. Και άντε και σταματούσε, που σκατά να τρέχω στη μέση της εθνικής; Όταν φτάσαμε επιτέλους στο βενζινάδικο που γινόταν η στάση, κατέβηκα κουτρουβαλώντας από το λεωφορείο, ξέχασα όχι μόνο πως σιχαίνομαι αλλά και τ’ όνομά μου και κλείστηκα στην άθλια τουαλέτα. Μισή ώρα ήταν η στάση, το χώρισα στα δύο. Ένα τέταρτο τουαλέτα και μετά πήγα στο εστιατόριο δίπλα και ζήτησα από την κυρία στην κουζίνα καφέ ελληνικό και λεμόνι. Ήταν γιατροσόφι της γιαγιάς για τη διάρροια. Έφτιαξα αυτό το σιχαμερό καταπότι και το έφαγα με τρελή χαρά, ούτε γλακτομπούρεκο να ήταν. Η γιαγιά ορκιζόταν πως είχε άμεση δράση κι εγώ ευχόμουν να είχε δίκιο.
Ξαναμπήκαμε στο λεωφορείο κι όλα πήγαιναν καλά μέχρι λίγο πριν την Ιτέα που θα ξανακάναμε στάση. Αμ δε…. Είδα με τρόμο να μη σταματάει στο γνωστό καφενείο-βενζινάδικο. Δεν υπήρχε περίπτωση να φτάσω στην Πάτρα, με το Ρίο-Αντίρριο στη μέση και όλα τα στροφιλίκια, οπότε σηκώθηκα -μισή ντροπή δική μου μισή δική τους- και είπα στον οδηγό να σταματήσει διότι θα πεθάνω. Κι αυτός να μην ακούει τι του έλεγα κατακόκκινη (για άλλη μια φορά στη ζωή μου) μέχρι που αναγκάστηκα να το φωνάξω. Κόκκινη κατέβηκα, κόκκινη ξανανέβηκα με όλο το λεωφορείο να με κοιτάει με συγκατάβαση, οίκτο, γέλιο κλπ κλπ….
Γκραν γκινιόλ εκείνο το ταξίδι, ούτε στον εχθρό μου.

Advertisements