Όταν ήμουν μικρή φοβόμουν διάφορα πράγματα αλλά κυρίως το σκοτάδι και τα πράγματα που μπορεί να έκρυβε. Για πολλά χρόνια μ’ έπιανε πανικός στην ιδέα της νύχτας που θα ερχόταν. Έβλεπα συχνά το ίδιο όνειρο, πως έπιανε φωτιά το σπίτι μας και προσπαθούσαμε να σωθούμε, κι αυτό μ’ έκανε να μη θέλω να κοιμηθώ. Δεν ξέρω για ποιο λόγο έβλεπα κάτι τέτοιο, δεν μας είχε συμβεί κάτι. Αλλά και πριν τον ύπνο ήμουν σίγουρη πως κάτω από το κρεβάτι μου είχε τέρατα που με το που θα κοιμόταν όλοι και θα ησύχαζε το σπίτι, θα ορμούσαν πάνω μου. Έτσι κουκουλωνόμουν και κρυβόμουν σαν στρουθοκαμηλάκι κάτω από τα σκεπάσματα, ακόμα κι αν έσκαγε ο τζίτζικας, προκειμένου να σωθώ απ’ τα τέρατα. Όταν πήγα πρώτη γυμνασίου, εντεκάμιση χρονών ήμουν, μου έτυχε κάτι πολύ άσχημο και ενώ δεν σταμάτησα να φοβάμαι το σκοτάδι έπαθα κάτι πολύ χειρότερο, άρχισα να φοβάμαι τους ανθρώπους. Με τρομοκρατούσαν οι άγνωστοι, δεν γυρνούσα σπίτι από τ’ αγγλικά αν δεν ερχόταν να με πάρει κάποιος, δεν έμπαινα στην πολυκατοικία αν δεν υπήρχε κάποιος να με περιμένει. Με άκουγε όλη η γειτονιά όταν επέστρεφα στο σπίτι. Μου την έδινε που φοβόμουν τόσο, ένιωθα φυλακισμένη στους φόβους μου και ήθελα να ελευθερωθώ. Έτσι όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο σε άλλη πόλη δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά, έφυγα. Η μαμά μου απορούσε πως θα τα καταφέρω να ζήσω μόνη μου αφού φοβόμουν τόσο πολύ.

Εγώ όμως το φευγιό μου το είχα αποφασίσει από πολύ μικρή, ήθελα να φύγω για να ζήσω μόνη μου και να μετρηθώ με τον εαυτό μου. Να μου αποδείξω πως μπορώ να πραγματοποιήσω όλα όσα ισχυριζόμουν πως μπορώ να κάνω. Κυρίως όμως πως μπορώ να επιβιώσω χωρίς δεκανίκια. Το πρώτο μου σπίτι δεν ήταν στο κέντρο της πόλης και παρ’ όλο που είχα συγκάτοικους δεν ήταν φίλοι μου, ήμουν μόνη μου. Τα βράδια γυρνούσα σπίτι πολλές φορές μόνη γιατί παρ’ όλο που φοβόμουν το έπαιζα και μαγκάκι που δεν έχω ανάγκη να με συνοδεύουν. Για κάποιους μήνες όμως είχα ένα ψαλίδι στην τσάντα μου το οποίο το κρατούσα στο χέρι μόλις άφηνα τους πολυσύχναστους δρόμους. Συνειδητοποίησα κάποια στιγμή τι έκανα και σταμάτησα. Κατάλαβα πως μπορεί να γινόταν κανένα κακό αν κάποιος με πλησίαζε μέσα στη νύχτα για να με ρωτήσει κάτι, κι εγώ μέσα στον πανικό μου νόμιζα πως με πλησίαζε για κακό. Σιγά σιγά άρχισα ν’ απελευθερώνομαι από τους φόβους μου αλλά ακόμα δεν μπορούσα να μείνω βράδυ μόνη στο σπίτι. Σε τέτοια περίπτωση έπαιρνα τους δρόμους να βρω σε ποιου φίλου το σπίτι θα κοιμηθώ ή ποιος θα κοιμηθεί στο δικό μου κι αν δεν εύρισκα λύση πέρναγα λευκές νύχτες, ρίχνοντας πασιέντζες, με μουσική και ανοιχτά όλα τα φώτα, μέχρι να φέξει. Μου την έδινε αυτό, πάλι ένοιωθα φυλακισμένη στο φόβο και εξαρτημένη από άλλους. Εγώ, που άφησα την οικογένεια μου πιτσιρίκι για να κατακτήσω αυτή την πολύτιμη ανεξαρτησία. Αυτό το κάστρο έπεσε όταν αποφασισα να έρθω στην Αθήνα πλέον για να συνεχίσω με άλλες σπουδές. Νοίκιασα ένα μεγάλο παλιό σπίτι και κοιμήθηκα το πρώτο βράδυ μόνη. Μόνη, σ’ ένα άδειο σπίτι. Αυτό ήταν, τον νίκησα το φόβο μου κι έμεινα 11 χρόνια σ’ αυτό το σπίτι, μόνη μου τα περισσότερα. Δεν κλείδωνα ποτέ -παρά μόνον όταν έφευγα για διακοπές- και κοιμόμουν μ’ ανοιχτά παράθυρα και μπαλκονόπορτες. Στα έντεκα χρόνια που έμεινα εκεί δεν έκλεισα ποτέ κανένα παντζούρι. Τα βράδυα γυρνούσα στο σπίτι με τα πόδια χωρίς να φοβάμαι ιδιαίτερα, ό,τι ώρα και να ήταν. Εντάξει, το σπίτι δεν ήταν σε απομονωμένη γειτονιά αλλά παντού θα μπορούσε να συμβεί κάτι. Ήμουν πολύ χαρούμενη με τη μοναχική ζωή μου και επίσης πολύ χαρούμενη που ανέπνεα και ζούσα  ελεύθερη από φόβο. Δεν έχω ξαναφοβηθεί μέχρι τώρα. Εξακολουθώ όταν βγαίνω το βράδυ να γυρνάω στο σπίτι μόνη και ποδαράτα, δεν είμαι στην τσίτα όταν είμαι στο δρόμο ή σε λεωφορεία, παρ’ όλο που το πορτοφόλι μου έχει κάνει φτερά παραπάνω από μία φορές.

Κι όμως, κάτι έχει αλλάξει. Έχω αρχίσει και αγριεύομαι κάθε μέρα και περισσότερο. Μέσα σε λίγους μήνες ο κόσμος αγρίεψε πολύ και είμαστε ακόμα στην αρχή, τα χειρότερα είμαι σίγουρη πως δεν έχουν έρθει ακόμα. Με τρομάζει αυτή η αγριάδα. Με τρομάζει η ευκολία με την οποία τραβιούνται πιστόλια και αδειάζουν πάνω σ’ ανθρώπους. Η ευκολία με την οποία κάποιος πετάει μια χειροβομβίδα μέσα σε κόσμο. Η απελπισία που κάνει κάποιους ανθρώπους να ορμάνε σε άλλους για 5 ευρώ. Οι τσιρίδες που άκουσα το βράδυ της Αποκριάς κάτω από το σπίτι μου από μια κοπέλα που μάλλον της έκλεψαν το κινητό και οι δύο τύποι που είδα από το μπαλκόνι να τρέχουν σφαίρα να ξεφύγουν. Το σχόλιο του Snοwball για το πορτοφόλι που βούτηξαν από την έγκυο γυναίκα του. Όλα όσα ακούω τις λίγες φορές που βάζω ειδήσεις. Η οργή που νοιώθω να φουντώνει γύρω μου μαζί με την απελπισία. Όλα αυτά που ψυχανεμίζομαι πως θα ξαναφέρουν το φόβο μέσα μου. Έκανα αγώνα για ν’ απελευθερωθώ απ’ αυτόν, πολλά χρόνια. Και γιαυτό οργίζομαι  αλλά δεν ξέρω προς τα που να στρέψω την οργή μου.  Ποιοί θα φταίνε αν θα με κυριεύσει πάλι; Με ποιους να τα βάλω; Απ’ όλη αυτή την κρίση νομίζω πως αυτό θα είναι το πιο βαρύ για μένα, σιχαίνομαι να φοβάμαι τους ανθρώπους, σιχαίνομαι να βάζω στο νου μου πρώτα το κακό.

Κάνω ό,τι μπορώ για να απομακρύνω το φόβο, είναι εχθρός της λογικής. Και κάνω ό,τι μπορώ για να μη γεμίσω φόβους το παιδί μου. Φοβάμαι όμως πως τελικά ο φόβος θα αποδειχτεί πιο δυνατός και θα με πετάξει στο καναβάτσο….

Advertisements