Πάσχα


Με τον κουραμπιέ στο στόμα ντυθήκαμε μασκαράδες και πριν προλάβουμε να ξεβάψουμε τα μούτρα μας αρχίσαμε να βάφουμε αυγά πασχαλινά. Τι χρονιά κι αυτή! Ανάμεσα σε σπρεντς, περικοπές μισθών, εξαγγελίες, ρατσισμούς, βόμβες που σκάνε δεξιά κι αριστερά κι όποιον πάρει ο χάρος, ήρθε η ώρα για τις πασχαλινές στρακαστρούκες, αν δεν απαγορευτούν κι αυτές ή δεν συλλαμβάνονται οι στρακαστρουκοφόροι με το αντιτρομοκρατικό.

Α ναι, ήρθε κι η Άνοιξη!

Πάμε λοιπόν στας εξοχάς, ας περιμένουν τα ζόρια για καμμιά δεκαριά μέρες. Δεν θα χαθούμε….

Advertisements

αηδία


Σήμερα από το πρωί μ’ έπιασε μια αηδία. Διάβασα για τα συνθήματα που φώναζαν στη στρατιωτική παρέλαση οι ΟΥΚάδες, μόλις έφυγαν μπροστά από τους επίσημους (οι κότες….).

«Ελληνας γεννιέσαι, δεν γίνεσαι ποτέ, το αίμα σου θα χύσουμε, γουρούνι Αλβανέ»

Και το ακόμα χειρότερο:

«Τους λένε «Σκοπιανούς», τους λένε Αλβανούς, τα ρούχα μου θα ράψω με δέρματ’ απ’ αυτούς»

Χρόνια τώρα προσπαθώ να καταλάβω πως γίνεται ένας λαός-προμηθευτής μεταναστών ξαφνικά  να μεταλλάσσεται σ’ έναν λαό που μισεί τους μετανάστες. Το χειρότερο δεν ήταν που φώναζαν τα συνθήματα οι «ράμπο» σε μια παρέλαση. Το χειρότερο ήταν που τους χειροκροτούσαν και δεν βρέθηκε ένας να τους πετάξει γιαούρτια να γίνει της κολάσεως. Τα φώναζαν ξέροντας την ίδια στιγμή πως πολλοί απ’ αυτούς που παρακολουθούσαν την παρέλαση ήταν μετανάστες.

Πριν διαβάσω την είδηση στο διαδίκτυο, διάβαζα ένα βιβλίο του Paulo Freire, «Η αγωγή του καταπιεζόμενου». Εκεί λοιπόν διάβασα τα εξής που κολλάνε με κάποιο τρόπο με το θέμα.

«Κι όμως οι καταπιεζόμενοι πάντα, τείνουν στο πρώτο στάδιο της πάλης τους, αντί ν’ αγωνίζονται για απελευθέρωση να μεταβληθούν οι ίδιοι σε καταπιεστές ή υποκαταπιεστές. Η ίδια η δομή της σκέψης τους έχει σχηματιστεί από τις αντιφάσεις της συγκεκριμένης υπαρξιακής κατάστασής τους. Το ιδανικό τους είναι να γίνουν άνθρωποι αλλά γι’ αυτούς το να είσαι άνθρωπος σημαίνει να είσαι καταπιεστής. Αυτό είναι το δικό τους μοντέλο ανθρωπιάς. […] Το όραμα του «νέου ανθρώπου» είναι ατομικιστικό. Εξ αιτίας αυτής της ταύτισής του με το δυνάστη, δεν έχει συνείδηση του εαυτού του σαν προσώπου ή σαν μέλους μιας καταπιεζόμενης τάξης. Δεν ζητά τις αγροτικές μεταρρυθμίσεις για να γίνει ελεύθερος άνθρωπος, αλλά για ν’ αποκτήσει γη και να γίνει ο ίδιος ιδιοκτήτης γης –ή ακριβέστερα, αφεντικό σε άλλους εργάτες. Σπάνια ο αγρότης που προάγεται σε επιστάτη δεν γίνεται πιο τυρρανικός στους πρώην συντρόφους του από τον ίδιο τον ιδιοκτήτη. Αυτό οφείλεται στο ότι το πλαίσιο της κατάστασης του χωρικού, δηλαδή η καταπίεση, παραμένει αμετάβλητο. Ο επιστάτης, λοιπόν, για να νιώθει σίγουρος στο νέο του πόστο πρέπει να γίνει τόσο σκληρός όσο ήταν και το αφεντικό του –και ακόμα πιο σκληρός. Αυτό εξηγεί την προηγούμενη θέση μας, οτι στο πρώτο στάδιο της πάλης του ο καταπιεζόμενος βρίσκει στο δυνάστη το μοντέλο του του ανδρισμού»

Βρίσκω πολλές συνάφειες ανάμεσα στο κείμενο του Freire και την κατάσταση που υπάρχει αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα και τη νοοτροπία των Ελλήνων. Μόνο που η συνειδητοποίηση του γιατί συμβαίνουν κάποια πράγματα δεν με παρηγορεί. Εξακολουθώ να έχω τάση για εμετό με το θέμα και το χειρότερο, να νιώθω πως δεν ανήκω εδώ.  Αν αυτοί είναι οι Έλληνες δεν θέλω να είμαι Ελληνίδα. Να φύγουνε, να παν αλλού….

Υπάρχει και βίντεο με το θέμα αλλά δεν θα το βάλω. Θα το βρείτε στην ιστοσελίδα της Ελευθεροτυπίας, στο λινκ που δίνω, εκεί όπου διάβασα για το συμβάν. Περιμένω να δω αν το συγκεκριμένο άγημα θα υποστεί κάποιες κυρώσεις.  Αν θα ψάξουν να βρουν ποιοί ήταν αυτοί οι κύριοι με τα πολιτικά που έδιναν τη γραμμή για τα συνθήματα και οι οποίοι ακολουθούσαν την παρέλαση από την πλευρά των θεατών. Ενας από αυτούς μάλιστα πηγαινοερχόταν με άνεση μεταξύ των θεατών και αυτών που παρήλαυναν, φωνάζοντας πρώτος τα συνθήματα που επαναλάμβαναν οι καταδρομείς. Διότι την πολιτική την ασκούν οι πολιτικοί, όχι οι στρατόκαυλοι.

Update: Φυσικά οι «γενναίοι» ΟΥΚάδες , απ’ ό,τι διαβάζω, άρχισαν τις κωλοτούμπες. «Δεν είμασταν εμείς, ήταν οι άλλοι….», «Δεν φωνάζαμε εμείς αλλά κόσμος που παρακολουθούσε την παρέλαση…» και τέτοια. Μέχρι και πως το ρεπορτάζ ήταν ψεύτικο διάβασα και το βίντεο φτιαχτό. Να χαρώ εγώ κάτι παληκαράδες λεβεντομαλάκες!!!!!!

πέτρα βουβή


Πέτρα βουβή στο βορεινό πως νταγιαντίζεις πε μου
το ξεροβόρι του χιονιά, την όργητα τ’ ανέμου.

Κι οι πέτρες δεν την έχουνε την τόση αμοναξά μου
γιατί είδα μια κι είχε αγκαλιά τη ρίζα τ’ ασφεντάμου.

όχι μόνο άσχημα….


Τον τελευταίο καιρό δεν έχω κέφια. Θα μου πείτε και ποιος έχει; Κανείς, το ξέρω…. Δεν έχω κέφια όμως κι αυτό με κάνει να μη θέλω να γράφω όμορφες ιστορίες από τα παλιά ή γλυκές ιστορίες ή ιστορίες που μυρίζουν «βασιλικό κι ασβέστη….». Υπάρχει όμως πολλή μαυρίλα γύρω τριγύρω, πολλή απαισιοδοξία για το μέλλον, πως ν’ ασχοληθείς με όμορφα πράγματα; Το «μαύρο» που βλέπω να έρχεται κατά πάνω μας δεν μ’ αφήνει διάθεση για ομορφιές.

Αυτά κουβέντιαζα προχτές μ’ ένα φίλο και σε κάποια στιγμή του διηγήθηκα μια πρόσφατη ιστορία (τι παράξενο αυτό για μένα ε;). «Να ρε συ μου» λέει «να κάτι όμορφο να γράψεις που λες πως δεν υπάρχει πια τίποτε όμορφο κι όλα είναι άσχημα και μαύρα…». Δίκιο είχε, υπάρχουν κι όμορφα πράγματα, όμορφοι άνθρωποι μέσα στη γενική ασχήμια. Αυτή είναι λοιπόν η ιστορία…..

Ένας από τους ανθρώπους που μου στάθηκε πάρα πολύ σ’ όλη την ιστορία με την αρρώστια και το θάνατο του πατέρα μου, ήταν ένας άγνωστος. Ένας άνθρωπος που δεν τον έχω συναντήσει ποτέ στη ζωή μου και που είμαι σίγουρη πως δεν με πίστευε όσες φορές του είπα –εκείνες τις μέρες αλλά και μετά- πως μου κάνει καλό η επικοινωνία μας. Πως έγινε όλο αυτό;

Τον Χ. τον «συνάντησα» σ΄ένα διαδικτυακό φόρουμ. Φαντάζομαι πως οι περισσότεροι μιαν ιδέα την έχετε από το τι είναι αυτό το πράγμα. Για μένα είναι ένα virtual καφενείο κι έχει ακριβώς την ίδια λειτουργία μόνο που δεν χρειάζεται να μετακινηθώ. Έχει τους σταθερούς θαμώνες, τους περαστικούς, τους πρωινούς, τους βραδυνούς, τους φωνακλάδες, τους ήσυχους, τους κακιασμένους, τους ανθρώπους με χιούμορ, όσους τύπους ανθρώπων συναντάει κανείς και σ’ ένα πραγματικό καφενείο που συχνάζει. Υπάρχουν συμπάθειες, αντιπάθειες, συμμαχίες, αντιπαλότητες, καυγάδες για ποδόσφαιρο και πολιτική, κουτσομπολιά…. Τα πανταόλα. Περνάς, λες καμμιά κουβέντα, τσακώνεσαι κάποιες φορές, συναnτάς διαδικτυακούς αλλά και κανονικούς φίλους, τους οποίους δύσκολα πλέον τους συναντάς στον real world γιατί έχει τόσο γαμηθεί η ζωή μας που δεν μένει χρόνος για πολλά πολλά και έτσι κάπως περνάς την ώρα σου.

Ο Χ. Λοιπόν ήταν εκεί μέσα μια περσόνα με χιούμορ, πολύ χιούμορ πράγμα που την καθιστούσε, αν μη τι άλλο, αξιοπρόσεχτη στα μάτια μου. Επίσης του άρεσε η μουσική που έβαζα κατά καιρούς και εξαιτίας της μουσικής αρχίσαμε να «μιλάμε». «Ποιο κομμάτι ήταν αυτό που έβαλες πριν, μήπως έχεις το άλλο…», και τέτοια. Κουβέντα στην κουβέντα αρχίσαμε να λέμε κι άλλα πράγματα κι άρχισα να συνειδητοποιώ πως το χιούμορ αυτού του ανθρώπου έκρυβε πολύ πόνο πίσω του. Νέος άνθρωπος, πολύ πιο νέος από μένα, αλλά με πολύ ζόρι, πολύ βάσανο στη ζωή του. Όσο πιο πολύ «συζητούσαμε» τόσο καταλάβαινα τα αδιέξοδά του. Κάποια στιγμή με ρώτησε που θα μπορούσε να βρει κάποια μουσικά κομμάτια και του είπα πως θα του τα στείλω εγώ. Μου έδωσε μια διεύθυνση και του έστειλα μερικά cd με επιλογές από τραγούδια που μου είπε πως του άρεσαν. Πάντα πίστευα πως η μουσική μπορούσε να έχει μια επίδραση θετική στον άνθρωπο, εγώ τουλάχιστον θα χαιρόμουν πολύ αν κάποιος έμπαινε στον κόπο να φτιάξει μια επιλογή για μένα.

Ήδη είχα όμως αρχίσει να έχω τα άσχημα προαισθήματα σε σχέση με την υγεία του πατέρα μου και σε μια κουβέντα μας το ανέφερα. Μετά από λίγες μέρες μπήκε ο πατέρας μου για πρώτη φορά στο νοσοκομείο κι έμαθα για τον καρκίνο. Εκείνο το βράδυ σχεδόν δεν κοιμήθηκα. Στο σπίτι οι άλλοι δύο κοιμόταν κι εγώ, σαν λιοντάρι στο κλουβί, κλωθογύριζα στο διαδίκτυο…. Δεν θυμάμαι αν τον πέτυχα εκείνο το βράδυ ή το επόμενο αλλά του είπα τον πόνο μου. Και τότε μου αποκάλυψε πως σχετικά πρόσφατα είχε ζήσει κάτι παρόμοιο με τη μάνα του. Έτσι αρχίσαμε πια να μιλάμε, εγώ για το μπαμπά μου που έβλεπα να έρχεται το τέλος κι εκείνος για τη μάνα του που την έχασε πρόσφατα με παρόμοιο τρόπο. Μου έκανε καλό να μιλάω και καταλάβαινα πως του έκανε καλό να μιλάει. Άγνωστοι ουσιαστικά μεταξύ μας, ήταν πιο εύκολο να εκφράζουμε τη στεναχώρια μας ο ένας στον άλλο. Δεν ξέρω ακριβώς τι συνέβαινε στη δική του ζωή αλλά για μένα ήταν δύσκολο να τα βγάζω στο σπίτι μου, δεν ήθελα να φορτώνω ούτε τον Κ. ούτε τον μικρό με τις μαυρίλες μου.

Τη βδομάδα που έβγαλα στο νοσοκομείο, πριν το τέλος, ο Χ. μ’ έπαιρνε σχεδόν κάθε μέρα τηλέφωνο να δει πως τη βγάζω. Το περίμενα αυτό το τηλεφώνημα, μ’ έβγαζε από την τρέλα του νοσοκομείου. Δεν μιλούσαμε για το μπαμπά, κυρίως έλεγα/λέγαμε σαχλαμάρες άσχετες. Για τον καιρό, για τη θέα από το νοσοκομείο, για μουσική, για τα βουνά στο χωριό του, για το αν έχει καλές παραστάσεις στην Αθήνα και σε ποιες θα ήθελα να πάω….

Δεν ξέρω αν συνειδητοποίησε ποτέ πόσο καλό μου έκανε αυτό. Μου έλεγε πως μ’ έπαιρνε τηλέφωνο γιατί τα είχε ζήσει πρόσφατα, τα πέρασε πολύ μόνος και καταλάβαινε πόσο ανάγκη μπορεί να είχα για κουβέντα με κάποιον άνθρωπο τελείως έξω από μένα και τους δικούς μου ανθρώπους. Κι έτσι ήταν….. Όπως και μ’ έναν νεαρό στο νοσοκομείο, που είχε κι αυτός τον πατέρα του σοβαρά άρρωστο και μια μέρα που έκοβα βόλτες στο διάδρομο (την τελευταία μέρα του μπαμπά, τότε που πλέον ήξερα πως το τέλος ήταν κοντά) με το δάκρυ στην άκρη του ματιού και το στόμα σφιγμένο, ήρθε και αυθόρμητα μ’ αγκάλιασε και μου είπε να κάνω κουράγιο και μετά γύρισε δίπλα στο δικό του μπαμπά.

Μετά την κηδεία έμεινα άλλη μια βδομάδα για να ξεμπλέξω όσο το δυνατό περισσότερα από τα γραφειοκρατικά της μαμάς. Ο Χ. με πήρε μια δυο φορές τηλέφωνο και μετά χάθηκε. Τον έψαξα αλλά δεν απαντούσε πουθενά. Ούτε στα τηλέφωνα, ούτε στα sms, ούτε σε ένα δύο mail που του έστειλα ρωτώντας τον αν είναι καλά. Μετά από δύο περίπου μήνες τον πέτυχα ένα βράδυ στο msn. Τον ρώτησα γιατί χάθηκε έτσι κι αν είναι καλά. Δεν ήταν, ήταν χειρότερα από πριν αλλά δεν ήθελε να μου φορτώνει και τη δική του στεναχώρια. Θα εύρισκε μόνος του το δρόμο. Έτσι είπε κι από τότε δεν έχω νέα του.

Τον σκέφτομαι που και πού. Εύχομαι να διορθώθηκαν κάπως τα πράγματα στη ζωή του. Και θα ήθελα κάποια στιγμή ν’ ανταποδώσω το καλό που μου έκανε. Θα το κάνω, αν όχι στον ίδιο κάπου αλλού, σε κάποιον άλλο. Το χρωστάω….

Να είσαι καλά Χ. όπου κι αν βρίσκεσαι.

γλυκά πονούσε το μαχαίρι…..


Αυτό που με στεναχωρεί δεν είναι το 20, 30, 40%  που θα χάσω από τα έτσι κι αλλιώς λίγα έσοδά μου.

Δεν είναι ούτε το ότι, έτσι όπως πάει, δεν ξέρω αν θα μπορώ να πάω διακοπές κι αυτό το καλοκαίρι. Το σπίτι της μαμάς να είναι καλά, έχει τη θάλασσα κοντά κι ας μην είναι ό,τι καλύτερη επιλογή. Κάποιοι άλλοι δεν την έχουν καν…

Δεν είναι που θα κάνω το σκατό μου παξιμάδι για να συνεχίσει ο μικρός τα μαθήματα στις ξένες γλώσσες μιας και «τα παίρνει τα γράμματα’ και είναι κρίμα να του κόψεις κάτι που του αρέσει και στο οποίο τα πάει καλά.

Δεν είναι που θα σκεφτόμαστε πόσο θα φάμε και αν θα βγούμε μια φορά το μήνα ή μια φορά το δίμηνο. Αν θα πιούμε ένα ποτό ή δύο.

Δεν είναι το αναγκαστικό μάζεμα από περιττές  «πολυτέλειες», τα στοκατζίδικα να είναι καλά.

Δεν είναι που ούτε να μας περάσει από το μυαλό η ιδέα για ένα ταξίδι, κάπου σ’ ένα φίλο βρε αδελφέ που έχω να βγω χρόνια μια βόλτα στο εξωτερικό και την έχω υποσχεθεί στον μικρό.

Δεν είναι πολλά απ’ αυτά τα πρακτικής φύσης πράγματα.

Αυτό που με στεναχωρεί πραγματικά είναι που σιγά σιγά και μεθοδικά μας έχουν στρέψει τον έναν εναντίον του άλλου. Ο καθένας εναντίον όλων.

Δεν είναι η πρώτη φορά που διαβάζω κάτι τέτοιο:

«Koιταξε και εγω κανω σεμιναρια σε υφισταμενους που δεν ειναι παιδακια του δημοτικου και για να σε ακουσουν χρειαζεται τεραστια υπομονη απο μερους σου για να επιβληθεις. Το να μπαινεις μες στην ταξη και να θεωρεις δυσκολο το να πεις το 1 και το 2 σε παιδια τη στιγμη που εχουν διωξει και απο το καθηκον της εκπαιδευσης την διαπαιδαγωγηση του μαθητη το θεωρω μαλλον γελοιο επιχειρημα. Το οτι φαινεται δυσκολο στους δασκαλους οφειλεται στο οτι δεν εχουν δουλεψει σε πραγματικη δουλεια με ωραριο και στρες»

Παλιά τσαντιζόμουν, τώρα δεν έχω καν το κουράγιο να γίνω έξαλλη. Οι δάσκαλοι εναντίον των καθηγητών, οι εφοριακοί εναντίον των γιατρών, οι ιδιωτικοί εναντίον των δημόσιων υπαλλήλων, οι αστοί εναντίον των αγροτών, οι έλληνες (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό…) εναντίον των μεταναστών, οι αλβανοί εναντίον των αφρικανών, οι γυναίκες εναντίον των αντρών, τα παιδιά εναντίον των μεγάλων, ο 5ος όροφος εναντίον του 1ου…. και πάει λέγοντας. Δεν έγινε μόνο του, χρόνια τώρα το μαχαιράκι κόβει σιγά σιγά το σαλαμάκι σε φετούλες. Κι εμείς νομίζαμε πως μας κάνουν καντάδα με Βοσκόπουλο, «Γλυκά πονούσε το μαχαίρι, έσταζε μέλι η μαχαιριά….».

Το κακό είναι πως οι φετούλες χαίρονται που δεν ανήκουν στο σαλαμάκι, είμαστε ελεύθερες σου λένε. Ελεύθερες να γαμήσουμε τις υπόλοιπες φετούλες. Μόνοι μας θα βγάλουμε τα μάτια μας ή μάλλον καλύτερα τα μάτια του διπλανού και θα προσπαθήσουμε να σώσουμε τα δικά μας κρατώντας τα κλειστά.

Πασχαλινό μπαζάρ


Ο καιρός κύλησε γρήγορα, πολύ γρήγορα από τον περασμένο Νοέμβρη, και να’ μαστε στις παραμονές του Πάσχα οργανώνοντας ένα ακόμα μπαζάρ, το Σάββατο 13 και την Κυριακή 14 Μαρτίου. Κι αυτή τη φορά το ραντεβού μας θα είναι στο φιλόξενο Cabaret Voltaire στην οδό Μαραθώνος 30 στο Μεταξουργείο. Εκεί για δυο μέρες θα μπορούμε όλοι να βοηθήσουμε στην προσπάθεια του xeblogαρίσματος για την ενίσχυση τόσο των άπορων φυλακισμένων όσο και των μαμάδων με τα παιδάκια έως 3 ετών που βρίσκονται στις φυλακές της Θήβας: είτε αγοράζοντας κάποια από τα είδη που θα πωλούνται στο μπαζάρ, όπως λαμπάδες βιβλία, διακοσμητικά, κοσμήματα, αλλά και εδέσματα -ευγενική προσφορά από τους Δρόμους Ζωής, είτε φέρνοντας είδη πρώτης ανάγκης όπως πάνες, είδη προσωπικής υγιεινής, φόρμες γυμναστικής και τις πάντα υπερπολύτιμες τηλεκάρτες, η βοήθειά σας θα είναι ανεκτίμητη. Όπως ανεκτίμητη θα είναι και η προώθηση αυτού του μηνύματος. Στους δύσκολους καιρούς που ζούμε η ανθρωπιά και η αλληλεγγύη μπορούν να γίνουν τα κλειδιά που θα ανοίξουν το παράθυρο στην ελπίδα.
Σας περιμένουμε εκεί!

Ship to Gaza


Tελείωσαν οι γάμοι, τα πανηγύρια, οι βόλτες στα βουνά και τις θάλασσες. Τώρα τα κεφάλια μέσα και μέσα στις τσέπες μας φραγκοδίφραγκα. Όσα θα μείνουν από τα «μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά» που κάνουν έφοδο στο πορτοφόλι μας λες και τα φάγαμε από μισά στα μπουζούκια και τώρα πρέπει να πληρώσουμε το λογαριασμό ρεφενέ.

Δεν περιμένει όμως κανείς από εμένα την άσχετη να κάνω οικονομική ανάλυση, παρ’ όλο που το κεφάλι μου έχει γεμίσει με σπρεντς, σουάπς κι άλλες τέτοιες πίπες που δεν έχουν υπόσταση αλλά τις ονομάζουν «προϊόντα» και με νευριάζουν τα μάλα. Προϊόντα κύριοί μου είναι κάτι που το πιάνεις, μια ντομάτα, ένα μπλουζάκι, ένα ψυγείο. Όχι ένα πράγμα που δεν έχει μυρωδιά, σχήμα, χρώμα, βάρος παρά μόνο τη μυρωδιά της απληστίας. Τέλος πάντων γιαυτά έχουν γράψει κόσμος και κοσμάκης, το Μπαλόνι, ο Νεφελίκας, η Κατερίνα,  το Theoulini και άλλοι πολλοί. Συν τα άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά και οι αναλύσεις από ειδήμονες και μη στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Βοήθεια, το κεφάλι μου!!!!!!

Υπάρχει όμως, εκτός από το δικό μας ζόρι που είναι μεγάλο και θα μεγαλώσει κι άλλο, κι ένας μεγάλος άγνωστος κόσμος εκεί, έξω από την Ελλάδα. Εκεί στο μεγάλο άγνωστο κόσμο και πολύ κοντά σε μας υπάρχει μια μικρή περιοχή, η Γάζα. Κι εκεί τα δικά μας προβλήματα τους φαίνονται παιδικά παιχνίδια. Εκεί πεθαίνουν καθημερινά και κανείς δεν ασχολείται. Μόνο κάποιοι «τρελοί» κι ανάμεσά τους κάποιοι φίλοι και αγαπημένοι μου άνθρωποι, πήραν κάτι καίκια και τα κατάφεραν να φτάσουν στη Γάζα από τη θάλασσα πριν 2 χρόνια. Και το ξανά-κάνανε και θα το ξανακάνουν. Τους θαυμάζω και τους ζηλεύω αλλά αυτά τα χρόνια δεν μπορώ να πάω μαζί τους όσο κι αν ζηλεύω όταν τους ακούω να οργανώνουν τα ταξίδια τους. Ίσως να μη τολμούσα  ποτέ να το κάνω ακόμα κι αν δεν υπήρχε καμμιά δικαιολογία. Χρειάζονται όμως κόσμο να τους στηρίξει και κυρίως χρήματα για ν’ αγοραστεί ένα καράβι που θα είναι ελληνικό και όχι δανεικό. Τι λέω τώρα ε; Χρήματα σ’ εποχές φτώχιας…. Αλλά από την άλλη μεριά, τι λίγα τι κάτι λιγότερα. Κάνουν κι εκδηλώσεις για να μάθει όσο περισσότερος κόσμος γίνεται αυτά που έχουν στο μυαλό τους να κάνουν.

Όποιος ενδιαφέρεται λοιπόν ας κάνει μια βόλτα από το site τους, θα μάθει ενδιαφέροντα πράγματα που ίσως δεν ήξερε καν. Θα δει το βίντεο για το πως μερικοί παλαβοί έλληνες αποφάσισαν να πάνε κάτω με καίκια και θα μάθει για τις εκδηλώσεις τους. Η πρώτη γίνεται τώρα κοντά, ρίξτε μια ματιά στην αφίσα στα δεξιά.

Χιλιάδες χρόνια οι λαοί της Μεσογείου, επιβιώνουν ψαρεύοντας στις ακτές τους. Εδώ και 60 χρόνια στις ακτές της Παλαιστίνης κάτι τέτοιο είναι απαγορευμένο. Ποιοι είναι αυτοί που εμποδίζουν την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στην νοτιοανατολική Μεσόγειο, που εμποδίζουν το λαό της Παλαιστίνης να ψαρεύει στις ακτές της;
Γιατί οι ακτές της Παλαιστίνης είναι οι μόνες ακτές της Μεσογείου που δεν διαθέτουν λιμάνι;
Ως πότε οι ευρωπαίκες κυβερνήσεις θα ανέχονται πειρατείες από το κράτος του Ισραήλ σε πλοία με τη σημαία τους;