Τον τελευταίο καιρό δεν έχω κέφια. Θα μου πείτε και ποιος έχει; Κανείς, το ξέρω…. Δεν έχω κέφια όμως κι αυτό με κάνει να μη θέλω να γράφω όμορφες ιστορίες από τα παλιά ή γλυκές ιστορίες ή ιστορίες που μυρίζουν «βασιλικό κι ασβέστη….». Υπάρχει όμως πολλή μαυρίλα γύρω τριγύρω, πολλή απαισιοδοξία για το μέλλον, πως ν’ ασχοληθείς με όμορφα πράγματα; Το «μαύρο» που βλέπω να έρχεται κατά πάνω μας δεν μ’ αφήνει διάθεση για ομορφιές.

Αυτά κουβέντιαζα προχτές μ’ ένα φίλο και σε κάποια στιγμή του διηγήθηκα μια πρόσφατη ιστορία (τι παράξενο αυτό για μένα ε;). «Να ρε συ μου» λέει «να κάτι όμορφο να γράψεις που λες πως δεν υπάρχει πια τίποτε όμορφο κι όλα είναι άσχημα και μαύρα…». Δίκιο είχε, υπάρχουν κι όμορφα πράγματα, όμορφοι άνθρωποι μέσα στη γενική ασχήμια. Αυτή είναι λοιπόν η ιστορία…..

Ένας από τους ανθρώπους που μου στάθηκε πάρα πολύ σ’ όλη την ιστορία με την αρρώστια και το θάνατο του πατέρα μου, ήταν ένας άγνωστος. Ένας άνθρωπος που δεν τον έχω συναντήσει ποτέ στη ζωή μου και που είμαι σίγουρη πως δεν με πίστευε όσες φορές του είπα –εκείνες τις μέρες αλλά και μετά- πως μου κάνει καλό η επικοινωνία μας. Πως έγινε όλο αυτό;

Τον Χ. τον «συνάντησα» σ΄ένα διαδικτυακό φόρουμ. Φαντάζομαι πως οι περισσότεροι μιαν ιδέα την έχετε από το τι είναι αυτό το πράγμα. Για μένα είναι ένα virtual καφενείο κι έχει ακριβώς την ίδια λειτουργία μόνο που δεν χρειάζεται να μετακινηθώ. Έχει τους σταθερούς θαμώνες, τους περαστικούς, τους πρωινούς, τους βραδυνούς, τους φωνακλάδες, τους ήσυχους, τους κακιασμένους, τους ανθρώπους με χιούμορ, όσους τύπους ανθρώπων συναντάει κανείς και σ’ ένα πραγματικό καφενείο που συχνάζει. Υπάρχουν συμπάθειες, αντιπάθειες, συμμαχίες, αντιπαλότητες, καυγάδες για ποδόσφαιρο και πολιτική, κουτσομπολιά…. Τα πανταόλα. Περνάς, λες καμμιά κουβέντα, τσακώνεσαι κάποιες φορές, συναnτάς διαδικτυακούς αλλά και κανονικούς φίλους, τους οποίους δύσκολα πλέον τους συναντάς στον real world γιατί έχει τόσο γαμηθεί η ζωή μας που δεν μένει χρόνος για πολλά πολλά και έτσι κάπως περνάς την ώρα σου.

Ο Χ. Λοιπόν ήταν εκεί μέσα μια περσόνα με χιούμορ, πολύ χιούμορ πράγμα που την καθιστούσε, αν μη τι άλλο, αξιοπρόσεχτη στα μάτια μου. Επίσης του άρεσε η μουσική που έβαζα κατά καιρούς και εξαιτίας της μουσικής αρχίσαμε να «μιλάμε». «Ποιο κομμάτι ήταν αυτό που έβαλες πριν, μήπως έχεις το άλλο…», και τέτοια. Κουβέντα στην κουβέντα αρχίσαμε να λέμε κι άλλα πράγματα κι άρχισα να συνειδητοποιώ πως το χιούμορ αυτού του ανθρώπου έκρυβε πολύ πόνο πίσω του. Νέος άνθρωπος, πολύ πιο νέος από μένα, αλλά με πολύ ζόρι, πολύ βάσανο στη ζωή του. Όσο πιο πολύ «συζητούσαμε» τόσο καταλάβαινα τα αδιέξοδά του. Κάποια στιγμή με ρώτησε που θα μπορούσε να βρει κάποια μουσικά κομμάτια και του είπα πως θα του τα στείλω εγώ. Μου έδωσε μια διεύθυνση και του έστειλα μερικά cd με επιλογές από τραγούδια που μου είπε πως του άρεσαν. Πάντα πίστευα πως η μουσική μπορούσε να έχει μια επίδραση θετική στον άνθρωπο, εγώ τουλάχιστον θα χαιρόμουν πολύ αν κάποιος έμπαινε στον κόπο να φτιάξει μια επιλογή για μένα.

Ήδη είχα όμως αρχίσει να έχω τα άσχημα προαισθήματα σε σχέση με την υγεία του πατέρα μου και σε μια κουβέντα μας το ανέφερα. Μετά από λίγες μέρες μπήκε ο πατέρας μου για πρώτη φορά στο νοσοκομείο κι έμαθα για τον καρκίνο. Εκείνο το βράδυ σχεδόν δεν κοιμήθηκα. Στο σπίτι οι άλλοι δύο κοιμόταν κι εγώ, σαν λιοντάρι στο κλουβί, κλωθογύριζα στο διαδίκτυο…. Δεν θυμάμαι αν τον πέτυχα εκείνο το βράδυ ή το επόμενο αλλά του είπα τον πόνο μου. Και τότε μου αποκάλυψε πως σχετικά πρόσφατα είχε ζήσει κάτι παρόμοιο με τη μάνα του. Έτσι αρχίσαμε πια να μιλάμε, εγώ για το μπαμπά μου που έβλεπα να έρχεται το τέλος κι εκείνος για τη μάνα του που την έχασε πρόσφατα με παρόμοιο τρόπο. Μου έκανε καλό να μιλάω και καταλάβαινα πως του έκανε καλό να μιλάει. Άγνωστοι ουσιαστικά μεταξύ μας, ήταν πιο εύκολο να εκφράζουμε τη στεναχώρια μας ο ένας στον άλλο. Δεν ξέρω ακριβώς τι συνέβαινε στη δική του ζωή αλλά για μένα ήταν δύσκολο να τα βγάζω στο σπίτι μου, δεν ήθελα να φορτώνω ούτε τον Κ. ούτε τον μικρό με τις μαυρίλες μου.

Τη βδομάδα που έβγαλα στο νοσοκομείο, πριν το τέλος, ο Χ. μ’ έπαιρνε σχεδόν κάθε μέρα τηλέφωνο να δει πως τη βγάζω. Το περίμενα αυτό το τηλεφώνημα, μ’ έβγαζε από την τρέλα του νοσοκομείου. Δεν μιλούσαμε για το μπαμπά, κυρίως έλεγα/λέγαμε σαχλαμάρες άσχετες. Για τον καιρό, για τη θέα από το νοσοκομείο, για μουσική, για τα βουνά στο χωριό του, για το αν έχει καλές παραστάσεις στην Αθήνα και σε ποιες θα ήθελα να πάω….

Δεν ξέρω αν συνειδητοποίησε ποτέ πόσο καλό μου έκανε αυτό. Μου έλεγε πως μ’ έπαιρνε τηλέφωνο γιατί τα είχε ζήσει πρόσφατα, τα πέρασε πολύ μόνος και καταλάβαινε πόσο ανάγκη μπορεί να είχα για κουβέντα με κάποιον άνθρωπο τελείως έξω από μένα και τους δικούς μου ανθρώπους. Κι έτσι ήταν….. Όπως και μ’ έναν νεαρό στο νοσοκομείο, που είχε κι αυτός τον πατέρα του σοβαρά άρρωστο και μια μέρα που έκοβα βόλτες στο διάδρομο (την τελευταία μέρα του μπαμπά, τότε που πλέον ήξερα πως το τέλος ήταν κοντά) με το δάκρυ στην άκρη του ματιού και το στόμα σφιγμένο, ήρθε και αυθόρμητα μ’ αγκάλιασε και μου είπε να κάνω κουράγιο και μετά γύρισε δίπλα στο δικό του μπαμπά.

Μετά την κηδεία έμεινα άλλη μια βδομάδα για να ξεμπλέξω όσο το δυνατό περισσότερα από τα γραφειοκρατικά της μαμάς. Ο Χ. με πήρε μια δυο φορές τηλέφωνο και μετά χάθηκε. Τον έψαξα αλλά δεν απαντούσε πουθενά. Ούτε στα τηλέφωνα, ούτε στα sms, ούτε σε ένα δύο mail που του έστειλα ρωτώντας τον αν είναι καλά. Μετά από δύο περίπου μήνες τον πέτυχα ένα βράδυ στο msn. Τον ρώτησα γιατί χάθηκε έτσι κι αν είναι καλά. Δεν ήταν, ήταν χειρότερα από πριν αλλά δεν ήθελε να μου φορτώνει και τη δική του στεναχώρια. Θα εύρισκε μόνος του το δρόμο. Έτσι είπε κι από τότε δεν έχω νέα του.

Τον σκέφτομαι που και πού. Εύχομαι να διορθώθηκαν κάπως τα πράγματα στη ζωή του. Και θα ήθελα κάποια στιγμή ν’ ανταποδώσω το καλό που μου έκανε. Θα το κάνω, αν όχι στον ίδιο κάπου αλλού, σε κάποιον άλλο. Το χρωστάω….

Να είσαι καλά Χ. όπου κι αν βρίσκεσαι.

Advertisements