Ο ήλιος βγαίνει από την ανατολή….


Είναι μήνες τώρα που προσπαθούν να μας πείσουν πως ο ήλιος κάθε πρωί βγαίνει από τη Δύση. Το κακό είναι πως τελικά ο κόσμος πείστηκε για το γεγονός κι έτσι πλέον κάθε πρωί κοιτάζει προς τη δύση για να τον δει να ανατέλλει. Το ακόμα χειρότερο είναι πως είναι σίγουρος πως το βλέπει. Τι εννοώ μ’ όλα αυτά.

Η συζητήσεις γύρω μου σε σχέση με την κατάσταση που βιώνουμε και θα βιώσουμε πολύ χειρότερα όσο περνάει ο καιρός, γυρίζουν γύρω από το πόσο φταίμε όλοι μας γι’ αυτό. Φταίμε, λένε, όλοι γιατί ξανοιχτήκαμε πέρα από τις δυνατότητές μας, φταίμε γιατί λιμπιστήκαμε τη «μεγάλη ζωή», φταίμε γιατί παίρναμε διακοποδάνεια, εορτοδάνεια και στεγαστικά και θέλαμε ν’ αλλάζουμε αυτοκίνητο κάθε δύο χρόνια, να πηγαίνουμε διακοπές και τέτοια χαρωπά. Τ’ ακούω κι επειδή δεν σκαμπάζω από οικονομικά δεν ήξερα αν τελικά ο ιδιωτικός δανεισμός έχει σχέση με το δημόσιο δανεισμό. Αν δηλαδή αυτά που χρωστάει το κράτος στις τράπεζες, συνδέονται με κάποιο τρόπο μ’ αυτά που χρωστάνε οι πολίτες αυτού του κράτους στις τράπεζες. Δεν μου φαινότανε πως υπάρχει σχέση αλλά επειδή δεν ξέρω ρώτησα κάποιους που ξέρουν. Κι αυτοί μου επιβεβαίωσαν αυτό που υποψιαζόμουν. Παπάρια σχέση έχει ο ιδιωτικός δανεισμός με το δημόσιο χρέος. Εντάξει, δε λέω…. μαλακιστήκαμε ως άνθρωποι (όχι όλοι βέβαια) και το ρίξαμε λιγάκι έξω. Να τα περιοδικά life style, να οι τα μεσημεριανάδικα στην τηλεόραση, να τα σίριαλ με τους φοιτητές να μένουν σε loft με επίπλωση minimal (ακριβή και με άποψη, όχι μιζέριες), να οι διαφημίσεις για αυτοκίνητα πριν και μετά τις ειδήσεις των 8, τι να σου κάνει κι ο πολίτης; Τα λιμπίστηκε, δεν μπορούσε να τα πάρει όλα και δανείστηκε. Αλλά τα χρωστάει αυτός στις τράπεζες. Άμα σκάσει κανόνι δεν θα τα ζητήσει από το κράτος, θα του πάρει η τράπεζα το σπίτι και το αυτοκίνητο και έξω από την πόρτα. Θα κλάψει, θα χτυπηθεί αλλά οι γύρω τριγύρω θα τον ακούσουν, μέχρι εκεί. Δεν θα έρθει το κράτος να μπαλώσει την τρύπα στον προϋπολογισμό του σπιτιού του.

Το κράτος πάλι, τόσα χρόνια παίρνει δανεικά και επιδοτήσεις όχι για να πάει διακοπές στο Μπαλί, ν’ αγοράσει Τσερόκι ή να βάλει ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι του. Το κράτος τόσα χρόνια έπαιρνε λεφτά από την Ε.Ε. (τα πακέτα Ντελόρ, τα Κ.Π.Σ., κάτι Μ.Ο.Π. παλιότερα) για να φτιάξει δρόμους, να τα ρίξει στην Υγεία, στην Παιδεία, να φτιάξει υποδομές. Και τι τα έκανε; Παπάρια μάντολες τα έκανε. Πάρτι τα έκανε, χλιδάτα μάλιστα. Στα οποία πάρτι δεν είχε καλέσει κανέναν από μας. Από τα κάγκελα κοιτούσαμε κι από την κλειδαρότρυπα, όσοι κοιτούσαμε. Έδωσε και μερικά κοκκαλάκια να γλύψουν μερικοί για να κάνουν τα στραβά μάτια. Αλλά δεν έκανε τίποτε απ’ όσα έλεγε πως θα κάνει όταν ζητούσε δανεικά.

Αν είχαμε δει καλύτερα νοσοκομεία, καλύτερα σχολεία, καλύτερες υποδομές, μεταφορές (ένα ΟΣΕ έχουμε, κι αυτός γαμήθηκε προς χάριν των ΚΤΕΛατζήδων), αν είχαμε δει κάτι τέλος πάντων που θα βελτίωνε τη ζωή μας, κι εμείς αντί να το προσέξουμε το μπουρδελιάσαμε να πω εντάξει. Την έχουμε την ευθύνη μας. Ο κύριος κράτος έβαλε το κεφάλι του στο ντορβά για το καλό μας κι εμείς του πετάξαμε σκατά στα μούτρα και φάγαμε την προίκα στο καζίνο. Αλλά δεν είδαμε τίποτε, nada, μηδέν. Αντίθετα, είδαμε το Ρουσσόπουλο (και τον κάθε Ρουσσόπουλο) να χτίζει τερατώδεις βίλες  για να στεγάσει την οικογένειά του. Είδαμε Ολυμπιακά έργα τιτανοτεράστια και με τιτανοτεράστια υπερτιμολόγηση, τα οποία δεν σκέφτηκε κανείς τι θα τα κάνει μετά και τώρα μας κατσικώθηκαν στο σβέρκο και τα κοιτάμε απλά να καταρρέουν, είδαμε συστήματα ασφάλειας που τα πληρώσαμε χρυσά και είναι άχρηστα. Τι να πρωτοθυμηθώ τι να ξεχάσω….

Χτες ο Μπογιόπουλος έλεγε πως από πέρσι τον Απρίλη δανειζόμασταν 150.000.000 ευρώ τη μέρα. Τη μέρα ρε, όχι το μήνα, όχι το χρόνο. Έχει δει κανείς από τους περισσότερους από μας τόσο χρήμα; Ούτε καν το μέγεθός του δεν μπορεί να συλλάβει το μυαλό μας που φτάνει ίσα με τα 1000 κάτι ευρώ που είναι ο μισθός μας. Που πήγαν όλα αυτά τα δανεικά; Αυτό θα μας το πει κάποιος; Που πήγαν οι επιδοτήσεις από την Ε.Ε.; Μαζί τις φάγαμε; Θα έλεγα ναι αν πήγαινα σε νοσοκομείο ή στο ΙΚΑ και κάτι είχε αλλάξει προς το καλύτερο αλλά φευ, δεν άλλαξε. Αν τα σχολεία ήταν καλύτερα, ούτε όμως αυτά είναι. Όλα είναι κάθε πέρσι και καλύτερα.

Κι έρχονται τώρα να μας πείσουν πως ο ήλιος βγαίνει απ’ τη Δύση. Πως φταίμε για τα δανεικά που πήρε το κράτος και πρέπει να τα πληρώσουμε όλοι μαζί επειδή κι εμείς ως ιδιώτες δανειζόμασταν από τις τράπεζες και πως πάει η εποχή της αφθονίας με δανεικά. Ρε, μη μπλέκετε τις πούτσες με τις βούρτσες. Άλλο το κράτος και τα δανεικά του κι άλλο το δικό σου στεγαστικό, ακόμα και το δικό σου διακοποδάνειο.

Έλεος ρε γαμώτο, ο ήλιος πάντα έβγαινε και πάντα θα βγαίνει από την ανατολή.

Η μόνη συλλογική ευθύνη που μας καταλογίζω είναι αυτό το 80% που μαζεύουν κάθε φορά στις εκλογές οι δυό τους. Εκεί ναι, φταίμε· ίσως κι αυτοί που δεν τους ψηφίσαμε ποτέ. Δεν έχω εντοπίσει ακόμα πως φταίμε εμείς που δεν τους ψηφίσαμε ποτέ, αλλά που θα πάει; Θα το εντοπίσω….

Advertisements

Στριπ-τιζ


«Στο καμπαρέ της παγκοσμιοποίησης, το κράτος εκτελεί ένα στριπ-τιζ και στο τέλος της παράστασης μένει μόνο με τα απαραίτητα: τις δυνάμεις καταστολής. Με την υλική του βάση κατεστραμμένη, την ανεξαρτησία και την κυριαρχία του ακυρωμένη, την τάξη των πολιτικών αφανισμένη, το εθνικό κράτος γίνεται μια υπηρεσία σεκιούριτυ των μεγα-εταιρειών… Οι νέοι κυρίαρχοι του κόσμου δε χρειάζεται να κυβερνούν άμεσα. Το καθήκον της διαχείρισης των υποθέσεων για λογαριασμό τους, το έχουν επωμιστεί οι εθνικές κυβερνήσεις».

Αυτά έγραφε ο Sous-Commandant Marcos, τον Aύγουστο του 1997 σ’ ένα άρθρο με τίτλο: «Sept pièces du puzzle néolibéral: la quatriême guerre mondiale a commencé” στη Le Monde Diplomatique, σελ. 4-5. Το αλίευσα στο βιβλίο του Zygmunt Bauman «Παγκοσμιοποίηση: οι συνέπειες για τον άνθρωπο» από τις εκδόσεις «Πολύτροπον».

21η Απριλίου


21η Απριλίου σήμερα. Η ζωή μας κάνει πλάκες. Πριν σαραντατρία χρόνια μας κατσικώθηκε μια δικτατορία ηλίθιων και αμόρφωτων συνταματαρχών, σήμερα μας κατσικώνεται το Δ.Ν.Τ.

Ήμουν πολύ μικρή τότε, πρωτάκι στο δημοτικό αλλά μικρό γιατί «κέρδιζα» χρονιά. Πέσαμε να κοιμηθούμε το προηγούμενο βράδυ, την άλλη μέρα ξυπνήσαμε και νομίζαμε πως ξημέρωσε μια ακόμα μέρα ίδια με τις άλλες. Νομίζαμε όμως…. Πήγαμε στο σχολείο και μας έδιωξαν. Χαράς ευαγγέλια για τα νιάνιαρα αλλά κανείς δεν μας εξήγησε το λόγο της ξαφνικής αργίας. Ούτε και κανείς μας είπε αν την επόμενη θα είχαμε σχολείο ή όχι. Θα το μάθετε μας είπαν. Από που θα το μάθουμε όμως; Μ’ έτρωγε η περιέργεια για το πως και το γιατί, κι απάντηση δεν έπαιρνα. Στα σπίτια μας οι μεγάλοι ήταν όλοι ανήσυχοι σε αντίθεση με μας τα μικρά. Όλο ψου ψου και μου μου μεταξύ τους αλλά μόλις έστηνα αυτί να μάθω κι εγώ τι συνέβη, μ’ έδιωχναν. Κόντευα να σκάσω παρ’ όλο που δεν με χάλαγε να μην πάω σχολείο. Τι σκατά αργία ήταν αυτή; Είχε περάσει η 25η Μαρτίου, τη γιορτάσαμε, είπαμε ποιήματα και τραγούδια, στολίσαμε και το σχολείο μας με τους ήρωες του ’21. Στο νηπιαγωγείο που πήγα την προηγούμενη χρονιά, είχα μάθει τις εθνικές εορτές, δεν θυμόμουν να μας είχαν μιλήσει για γιορτή μέσα στον Απρίλη. Το Πάσχα….. Το Πάσχα δεν θυμάμαι αν εκείνη τη χρονιά είχε περάσει ή το περιμέναμε αλλά -όπως και να ‘χει- το Πάσχα δεν γιορτάζεται απότομα, έχει μια τελετουργία που μυρίζει λιβάνι και τσουρέκια.

Δεν θυμάμαι αν καθήσαμε μία ή δύο μέρες πάντως τη μέρα που επιστρέψαμε, υπήρχε αναβρασμός. Κανένα από μας τα πρωτάκια δεν ήξερε τι είχε συμβεί, κανένας δεν μας είχε πει κάτι. Οπότε προσπαθούσαμε να καταλάβουμε μόνα μας και φυσικά έδιναν και έπαιρναν οι τερατολογίες, που τάχαμου εξηγούσαν την αιτία της ευχάριστης αλλά απρόσμενης και παράξενης αργίας. Δεν τα θυμάμαι όλα αλλά θυμάμαι την πιο τερατώση εξήγηση, αυτή που περιχαρής και περήφανος μας έδινε,ένας συμμαθητής μου, ο Γιώργος. «Μας επιτέθηκαν οι Τούρκοι» -μάλλον επηρεασμένος από την 25η Μαρτίου που δεν είχε περάσει μήνας που τη γιορτάσαμε- «με τα αεροπλάνα τους αλλά τους νικήσαμε.!!!!» Κρεμαστήκαμε από το στόμα του κι ο Γιώργος ψήλωσε 10 πόντους. Είχε γίνει δηλαδή πόλεμος και δεν το πήραμε χαμπάρι; «Ναι» μας έλεγε «έγινε πόλεμος και νικήσαμε». Ήταν όμως και κάτι σκατόπαιδα που δεν είχαν πειστεί και του έλεγαν πως αυτά δεν είχαν ακούσει αεροπλάνα να περνάνε. «Πέρασαν, εγώ τα είδα….» επέμενε ο Γιώργος το βιολί του, βλέποντας πως από βασιλιάς της τάξης θα γινόταν περίγελως. «Και πως τα γνώρισες ρε; « επέμεναν οι άλλοι. «Τα γνώρισα από τις μύτες τους, πετούσαν χαμηλά και οι μύτες τους ήταν βαμμένες κόκκινες. Κόκκινη δεν είναι η τούρκικη σημαία;». Αυτό ήταν το τελειωτικό χτύπημα για τους άπιστους Θωμάδες…. Πείστηκαν κι έτσι ο Γιώργος, που ήταν ένα χαμηλών τόνων παιδί, έζησε τη μεγάλη μέρα του…..

Όταν γύρισα σπίτι και είπα στη μάνα μου πως έμαθα επιτέλους το λόγο που δεν είχαμε σχολείο και της τον είπα, γέλασε. «Μακάρι» μου είπε «μακάρι να ήταν έτσι….». Πάλι δεν κατάλαβα αλλά σιγά μη τολμούσα να ρωτήσω.

Έτσι μπήκε στη ζωή μου η χούντα των ηλίθιων κι έκατσε επτά χρόνια. Μεγάλωνα με την προπαγάνδα τους την οποία μετέφερα πασιχαρής στο σπίτι μου. Πανηγύρισα με το 90 κάτι τοις εκατό στις «εκλογές». Η μάνα μου κούναγε το κεφάλι της κι όλο κρυφομιλούσαν με το μπαμπά, και με τη γιαγιά στα τσέχικα, για να μην καταλαβαίνουμε εμείς. Μετά κατάλαβα πως το γεγονός πως είχε περάσει κάποια χρόνια στο «σιδηρούν παραπέτασμα» ήταν κι ο λόγος της ανησυχίας της. Κι όταν τους έπιασα ν’ ακούν το βράδυ κρυφά στο ραδιόφωνο τις ειδήσεις από την ελληνική εκπομπή της Μόσχας ,πανικοβλήθηκαν. Μ’ ‘επεισαν όμως πως έτσι και τολμήσω να ξεστομίσω κουβέντα γι’ αυτό παραέξω, θα τους δω την άλλη μέρα κρεμασμένους. Έκαναν και μια κίνηση, με το χέρι τους στο λαιμό και τα μάτια γουρλωμένα, για έμφαση. Τι να κάνω κι εγώ, κράτησα το μυστικό παρ’ όλο που καταλάβαινα πως δεν ταίριαζε απόλυτα με τον ενθουσιασμό μου για την «Επανάστασιν». Μόνο με το μπαμπά γελούσα όταν μιλούσε σαν τον Παπαδόπουλο κι άρχιζε τα «ημίν, υμών, υμάς…..».

Έτσι πέρασαν επτά σχεδόν χρόνια, με μένα να υμνώ την «Επανάστασιν», τους γονείς μου ν’ ακούν Ράδιο Μόσχα, κάποιους γείτονες να παίρνουν των ομματιών τους για τη Γερμανία και κάποιους άλλους να εξαφανίζονται χωρίς λόγο. Μέχρι που ήρθε η μέρα να κατάλαβω επιτέλους τι είχε γίνει εκείνη τη μέρα της απρόσμενης αργίας…..

Isabella


Μεγάλωσα σε μια εποχή που το μόνο μέσο διασκέδασης σ’ ένα σπίτι ήταν το ραδιόφωνο. Άκουγα θέατρο, λογοτεχνία και ποίηση μέσα από τα ερτζιανά αλλά και πολύ μουσική. Η τηλεόραση μπήκε αργότερα στη ζωή μας. Οι πρώτοι που έβαλαν τηλεόραση στο σπίτι τους ανέλαβαν και την ψυχαγωγία ένος μέρους της γειτονιάς. Κοινώς σπάνια περνούσε μέρα με προβολή του «Άγνωστου Πόλεμου» ή του «Παράξενου ταξιδιώτη» π.χ. που να μη μαζευόταν κάποιοι από τη γειτονιά στο σπίτι τους για να δουν το επεισόδιο. Γκαντέμηδες οι πρώτοι αυτοί κάτοχοι τηλεόρασης, το σπίτι τους μετατρεπόταν κάθε βράδυ σε κινηματογραφική αίθουσα. Χτυπούσε το κουδούνι τους και ήξεραν πως είναι οι γείτονες που ήρθαν να θρονιαστούν στο σαλόνι τους να δουν το σίριαλ. Σε κανέναν δεν έκανε εντύπωση αυτό, ήταν απολύτως φυσιολογικό ακόμη να μοιράζονται οι άνθρωποι τα αγαθά τους ακόμα κι αν αυτό τους έκανε τη ζωή δύσκολη. Μόνο η μαμά μου δεν μας πολυάφηνε να πηγαίνουμε στην κυρία Γεωργία να της κατσικωθούμε για τηλεόραση γιατί τη σκεφτόταν. Με τρία παιδία και άντρα, σ’ ένα δυαράκι και να έχει κάθε βράδυ στο κεφάλι της εμάς τις τρείς κι ακόμη όποιον άλλο χτυπούσε το κουδούνι της. Σιγά σιγά βέβαια όλο και περισσότερα σπίτια αποκτούσαν το «μαγικό κουτί» κι έτσι άρχισαν να ησυχάζουν οι πρώτοι.

Στο σπίτι μας όμως, εκτός από το ν’ ακούμε πολύ ραδιόφωνο τραγουδούσαμε και πολύ. Όλοι στην οικογένεια είμασταν καλλίφωνοι, άλλος περισσότερο κι άλλος λιγότερο πάντως δεν υπήρχε κάποιος εντελώς Κακοφωνίξ ανάμεσά μας. Με τις αδελφές μας είχαμε ένα τεράστιο ρεπερτόριο κι όταν πιάναμε να τραγουδάμε βγάζαμε τουλάχιστον δίωρο πρόγραμμα.

Κάπως έτσι κελαηδώντας έφυγα και για σπουδές. Την πρώτη χρονιά είχα μόνον ένα μικρό ραδιοφωνάκι που δεν είχε FM και στις 12 το βράδυ που σταματούσε το κρατικό ραδιόφωνο δεν υπήρχε τίποτε για ν’ ακούσω. Κάτι αραβικούς σταθμούς στα «βραχέα» έπιανα, κόλαση… Στις αρχές της δεύτερης χρονιάς μου στην Πάτρα, μόλις είχα κλείσει τα 18, πέρασα από το σπίτι κάτι φίλων μου. Ο Κοσμάς έπαιζε κιθάρα και φλογέρα και μου είπε πως του έκαναν πρόταση από μια μπουάτ στην οποία σύχναζαν φοιτητές να παίζει μουσική. Το μαγαζί ήταν η «Isabella» και εντυπωσιάστηκα. Είχα πάει μερικές φορές την προηγούμενη χρονιά και είχε πολύ καλό πρόγραμμα. Τα παιδιά που έπαιζαν ήταν πολύ καλοί μουσικοί, ωραίες φωνές και φυσικά όλοι τους φοιτητές. Το σχήμα όμως είχε διαλυθεί και ο Χρήστος ο Δεληβοριάς –πιανίστας, φοιτητής στο χημικό, πατρινός και ο μόνος που έμεινε στο μαγαζί από το παλιό σχήμα- έψαχνε καινούριους να φτιάξει το νέο σχήμα. Το είπε στον Κ. και σε μερικούς άλλους κι έτσι μαζεύτηκαν. Εκείνη τη μέρα ο Κοσμάς έκανε πρόβες να βγάλει στην κιθάρα κάποια κομμάτια που δεν τα ήξερε γιατί ήταν ροκάς ενώ στο μαγαζί έπρεπε να παίζει διαφορετικά πράγματα. Μου είπε λοιπόν κάποια στιγμή πως τους έλειπε γυναικεία φωνή και μεταξύ σοβαρού κι αστείου του είπα να μη την ψάχνει γιατί την έχει μπροστά του. «Ρε συ, δίκιο έχεις» μου είπε «αφού πάντα σ’ ακούω να τραγουδάς όταν μαζευόμαστε». Κι έτσι βρέθηκα στο μαγαζί με το Δεληβοριά. «Τραγουδάς ρε μωρό;» με ρώτησε έκπληκτος ο Χρήστος που με ήξερε από τ’ αμφιθέατρα αλλά δεν είχε φανταστεί πως πιθανόν δεν ήμουν Κακοφωνίξ. Έτσι, με συνοπτικές διαδικασίες έγινα μέλος του σχήματος της Isabella κι άρχίσαμε πρόβες.

Με το που έπιασα πρώτη φορά το μικρόφωνο σκιάχτηκα. «Δεν πειράζει μωρό» είπε ο Χρήστος «θα κάνουμε πρόβες χωρίς μικρόφωνο κι αυτό θα το αφήσουμε στο τέλος». Με αποκαλούσαν τότε όλοι «μωρό» γιατί ήμουν το πιτσιρίκι του πανεπιστήμιου και πολλοί φίλοι μου ήταν από μεγαλύτερα έτη.

Ένας μήνας πέρασε με πρόβες  αλλά το μικρόφωνο δεν το ξεφοβήθηκα. Το βράδυ της πρεμιέρας ήμουν χάλια. Από την ταραχή μου δεν με χωρούσε ο τόπος. Αποφάσισα να πάω σινεμά για να μην τρελαθώ, προβολή 8-10 στην «Ομόνοια» ο «Κλέφτης ποδηλατων» του Vittorio De Sica. Ανάθεμα κι αν καταλάβαινα τι έβλεπα!! Είχα φορέσει κι ένα φόρεμα ινδικό που μου έδωσε μια φίλη γιατί εγώ δεν είχα τίποτε της προκοπής και κατά τις 10 μπήκα στο μαγαζί που ήταν ήδη ασφυκτικά γεμάτο. Κόντεψα να καταρρεύσω, τρομοκρατήθηκα, γιατί όλοι αυτοί σκέφτηκα πως μας την είχαν στημμένη στη γωνία για συγκρίσεις με το παλιό σχήμα που ήταν όντως πολύ καλό. Με είδε στα χάλια μου ο Χρήστος και ήρθε μ’ ένα ουίσκι που μου το έδωσε να το πιω με το ζόρι για να χαλαρώσω. Εννοείται πως δεν κατάλανβα τίποτε κι ας ήταν το πρώτο ουίσκι της ζωής μου, κι ας μην είχα πιει αλκοόλ μέχρι τότε παρά ελάχιστες φορές. Κανονικά έπρεπε να γίνω ντίρλα αλλά που…..

Ήρθε η ώρα μου, ανέβηκα στη σκηνή, κάθισα σ’ ένα σκαμπό δίπλα στο πιάνο, πήρα το μικρόφωνο, κατέβασα το κεφάλι έτσι ώστε τα μαλλιά να κρύβουν το πρόσωπό μου κι άρχισα να τραγουδάω. Τι; Δεν θυμάμαι…. κάτι του Χατζιδάκι πάντως. Αυτό που θυμάμαι είναι πως με τρόμο άκουσα κάποια στιγμή ένα σχόλιο του στιλ «καλά, το κοριτσάκι δεν έχει αύριο σχολείο; Πως την αφήνουν μέχρι τόσο αργά έξω και μάλιστα να δουλεύει;» που με αποτελείωσε και το Χρήστο να μου λέει «Βγες πίσω από το πιάνο βρε, σε λίγο δεν θα φαίνεσαι…». Από τη ντροπή μου έσπρωχνα το σκαμπό σιγά σιγά προς το πιάνο και κόντεψα όνως να μπω πίσω του. Τέλος πάντων, είπα τα τραγούδια μου και κατέβηκα. Μετά, στα ντουέτα και στα ρεμπέτικα στο τέλος που πάλι δεν ήμουν μόνη μου στη σκηνή συνήλθα λιγάκι.

Ζήλευα το Γιάννη, ένα φοιτητή του πολυτεχνείου που τραγουδούσε blues. Είχε φοβερή άνεση, έπαιζε καλή κιθάρα και όλοι αναρωτιούνταν πως τραγουδάει τόσο καλά τ’ αμερικάνικα. Μόνον εμείς ξέραμε πως ήξερε ελάχιστους στίχους απλά μουρμούραγε αλλά ήξερε να το κρύβει τέλεια!!!!! Απίστευτος ήταν!!!!

Μέρα με τη μέρα χαλάρωνα και αποκτούσα σχετική άνεση στη σκηνή. Εκεί που δεν μπορούσα να χαλαρώσω με τίποτε ήταν όταν ήμουν κάτω από τη σκηνή. Αν ήταν κάποιοι φίλοι κάπως περνούσε η ώρα. Αλλιώς έπιανα μια καρέκλα σε μια γωνιά και περίμενα να περάσει η ώρα να ξανανέβω. Δεν έπινα, δεν δεχόμουν κεράσματα και κοιτούσα με τρόμο αυτούς που την άραζαν στο μπαρ. Ήταν κάποιοι τριαντάρηδες πάνω κάτω που έμένα μου φαινόταν παππούδες τότε, φίλοι του ιδιοκτήτη που η Isabella ήταν τιο στέκι τους και τους άρεσε και το πρόγραμμα. Αυτοί θεωρούσαν φυσικό να πιάσουμε την κουβέντα, να με κεράσουν ένα ποτό και μέχρι εκεί. Εγώ όμως αυτό δεν το ήξερα, θεωρούσα πως είναι «άνθρωποι της νύχτας» που ποιος ξέρει σε τι κόλαση ήθελαν να με παρασύρουν και γιαυτό τους απέφευγα. Καλησπέρα μου έλεγαν και μόνο που δεν γρύλιζα και καθόμουν αγριεμμένη στη γωνιά μου. Πλάκα είχα τώρα που με σκέφτομαι, δίκιο είχε ο Χρήστος μου με αποκαλούσε μωρό…

Αυτή η ιστορία κράτησε κάτι παραπάνω από 2 μήνες. Δεν ήμουν κακή τραγουδίστρια αλλά δεν ήμουν για τη νύχτα έτσι αγριεμμένη που κυκλοφορούσα στο μαγαζί εκτός σκηνής. Ο ιδιοκτήτης δεν ήθελε φυσικά να κάνω κονσομασιόν αλλά ένα χαμόγελο και μια συμπεριφορά κανονικού ανθρώπου κι όχι αγριάνθρωπου. Έτσι κάποιο βράδυ μου είπε πως τελείωσε η συνεργασία μας. Από τη μια στεναχωρήθηκα γιατί ήταν καλό το νυχτοκάματο για τα δεδομένα της εποχής, νομίζω 400 δρχ η βραδιά όταν όλο το μηνιάτικο επίδομα από τους γονείς μου ήταν 7.000 δρχ. Από την άλλη ομολογώ πως ανακουφίστηκα, μου προκαλούσε μεγάλο στρες κάθε βράδυ. Μετά από δυο τρία χρόνια μου ξαναπρότεινε ο Χρήστος να πάω να δουλέψουμε σ’ άλλο μαγαζί αλλά εκεί αρνήθηκα από την αρχή. Έτσι έληξε άδοξα η τραγουδιστική μου καριέρα στη νυχτερινή Πάτρα των φοιτητικών μου χρόνων.

Δεν έληξε όμως το ίδιο άδοξα για ένα από τα μέλη εκείνου του σχήματος. Τα ντουέτα στα ρεμπέτικα αλλά και στα υπόλοιπα τραγούδια τα έκανα μ΄ένα παιδί της ηλικίας μου που νομίζω πως και γιαυτόν ήταν η πρώτη του φορά στη σκηνή. Το παιδί αυτό ήταν ο Γιώργος ο Σαρρής, μετέπειτα Ζιγκ Ζαγκ και τώρα σ΄ένα πρόγραμμα στα 9/8, που όπως μου είπε θυμίζει κάπως εκείνο το παλιό που κάναμε μαζί. Έπεσα πάνω του τυχαία μέσα στο αχανές διαδίκτυο κι αυτή η διαδικτυακή, κατ’ αρχήν, συνάντηση ήταν η αφορμή για να θυμηθώ τη δική μου ξεχασμένη καριέρα στη νύχτα.

νούμερα


Φέτος το Πάσχα είχε νούμερα. Κάθε μέρα σκεφτόμουν με αριθμούς.

Πόσες φορές πέρασα Πάσχα στο χωριό;  Δεκαέξη. Πόσες στην Αθήνα; Νομίζω μόνον δύο, τότε που ο μικρός ήταν νεογέννητο και την επόμενη χρονιά.

Πόσα χρόνια έχει που έφυγα από το σπίτι της μάνας μου; Σχεδόν τριανταδύο.

Πόσα χρόνια με περνάει η μαμά; Εικοσιτρία και κάτι μήνες. Άραγε σε  εικοσιτρία χρόνια και κάτι μήνες θα μοιάζω με τη μαμά; Θα περπατάω κι εγώ με μπαστούνι και θα έχω άσθμα που θα μου κόβει την ανάσα; Θα ζω κατ’ αρχήν;

Πόσο καιρό είμαστε χωρίς το μπαμπά; Πλάκα πλάκα πέρασαν τέσσερις μήνες.

Σε πόσα χρόνια ο Μ. Δεν θα θέλει φιλάκι πριν κοιμηθεί; Σε δύο τρία το πολύ, έτσι νομίζω.

Πόσες μέρες έχω ακόμα προθεσμία για να τελειώσω την τελευταία μου εργασία; Δεκαπέντε. Προλαβαίνω; Θα δείξει….

Πόσα μαθήματα πρέπει να κάνω για να πάρω δίπλωμα; Είκοσι. Και πόσα χρήματα θα κοστίσει; Βάλε ένα χιλιάρικο να είσαι μέσα. (Το θέλω; Όχι, αλλά πρέπει…)

Πόσες μέρες θέλω να φύγω απ’ όλους κι απ’ όλα; Αμέτρητες….

Πόσες φωτογραφίες τράβηξα φέτος το Πάσχα; Ελάχιστες. Δεν έφταιγαν οι δουλειές που είχα να κάνω, το τοπίο που είναι το ίδιο, τα τριαντάφυλλα που δεν είχαν ανθίσει ακόμα. Μάλλον τα κέφια μου έφταιγαν που δεν ξέρω ακριβώς που είχαν κρυφτεί.