Φέτος το Πάσχα είχε νούμερα. Κάθε μέρα σκεφτόμουν με αριθμούς.

Πόσες φορές πέρασα Πάσχα στο χωριό;  Δεκαέξη. Πόσες στην Αθήνα; Νομίζω μόνον δύο, τότε που ο μικρός ήταν νεογέννητο και την επόμενη χρονιά.

Πόσα χρόνια έχει που έφυγα από το σπίτι της μάνας μου; Σχεδόν τριανταδύο.

Πόσα χρόνια με περνάει η μαμά; Εικοσιτρία και κάτι μήνες. Άραγε σε  εικοσιτρία χρόνια και κάτι μήνες θα μοιάζω με τη μαμά; Θα περπατάω κι εγώ με μπαστούνι και θα έχω άσθμα που θα μου κόβει την ανάσα; Θα ζω κατ’ αρχήν;

Πόσο καιρό είμαστε χωρίς το μπαμπά; Πλάκα πλάκα πέρασαν τέσσερις μήνες.

Σε πόσα χρόνια ο Μ. Δεν θα θέλει φιλάκι πριν κοιμηθεί; Σε δύο τρία το πολύ, έτσι νομίζω.

Πόσες μέρες έχω ακόμα προθεσμία για να τελειώσω την τελευταία μου εργασία; Δεκαπέντε. Προλαβαίνω; Θα δείξει….

Πόσα μαθήματα πρέπει να κάνω για να πάρω δίπλωμα; Είκοσι. Και πόσα χρήματα θα κοστίσει; Βάλε ένα χιλιάρικο να είσαι μέσα. (Το θέλω; Όχι, αλλά πρέπει…)

Πόσες μέρες θέλω να φύγω απ’ όλους κι απ’ όλα; Αμέτρητες….

Πόσες φωτογραφίες τράβηξα φέτος το Πάσχα; Ελάχιστες. Δεν έφταιγαν οι δουλειές που είχα να κάνω, το τοπίο που είναι το ίδιο, τα τριαντάφυλλα που δεν είχαν ανθίσει ακόμα. Μάλλον τα κέφια μου έφταιγαν που δεν ξέρω ακριβώς που είχαν κρυφτεί.

Advertisements