Μεγάλωσα σε μια εποχή που το μόνο μέσο διασκέδασης σ’ ένα σπίτι ήταν το ραδιόφωνο. Άκουγα θέατρο, λογοτεχνία και ποίηση μέσα από τα ερτζιανά αλλά και πολύ μουσική. Η τηλεόραση μπήκε αργότερα στη ζωή μας. Οι πρώτοι που έβαλαν τηλεόραση στο σπίτι τους ανέλαβαν και την ψυχαγωγία ένος μέρους της γειτονιάς. Κοινώς σπάνια περνούσε μέρα με προβολή του «Άγνωστου Πόλεμου» ή του «Παράξενου ταξιδιώτη» π.χ. που να μη μαζευόταν κάποιοι από τη γειτονιά στο σπίτι τους για να δουν το επεισόδιο. Γκαντέμηδες οι πρώτοι αυτοί κάτοχοι τηλεόρασης, το σπίτι τους μετατρεπόταν κάθε βράδυ σε κινηματογραφική αίθουσα. Χτυπούσε το κουδούνι τους και ήξεραν πως είναι οι γείτονες που ήρθαν να θρονιαστούν στο σαλόνι τους να δουν το σίριαλ. Σε κανέναν δεν έκανε εντύπωση αυτό, ήταν απολύτως φυσιολογικό ακόμη να μοιράζονται οι άνθρωποι τα αγαθά τους ακόμα κι αν αυτό τους έκανε τη ζωή δύσκολη. Μόνο η μαμά μου δεν μας πολυάφηνε να πηγαίνουμε στην κυρία Γεωργία να της κατσικωθούμε για τηλεόραση γιατί τη σκεφτόταν. Με τρία παιδία και άντρα, σ’ ένα δυαράκι και να έχει κάθε βράδυ στο κεφάλι της εμάς τις τρείς κι ακόμη όποιον άλλο χτυπούσε το κουδούνι της. Σιγά σιγά βέβαια όλο και περισσότερα σπίτια αποκτούσαν το «μαγικό κουτί» κι έτσι άρχισαν να ησυχάζουν οι πρώτοι.

Στο σπίτι μας όμως, εκτός από το ν’ ακούμε πολύ ραδιόφωνο τραγουδούσαμε και πολύ. Όλοι στην οικογένεια είμασταν καλλίφωνοι, άλλος περισσότερο κι άλλος λιγότερο πάντως δεν υπήρχε κάποιος εντελώς Κακοφωνίξ ανάμεσά μας. Με τις αδελφές μας είχαμε ένα τεράστιο ρεπερτόριο κι όταν πιάναμε να τραγουδάμε βγάζαμε τουλάχιστον δίωρο πρόγραμμα.

Κάπως έτσι κελαηδώντας έφυγα και για σπουδές. Την πρώτη χρονιά είχα μόνον ένα μικρό ραδιοφωνάκι που δεν είχε FM και στις 12 το βράδυ που σταματούσε το κρατικό ραδιόφωνο δεν υπήρχε τίποτε για ν’ ακούσω. Κάτι αραβικούς σταθμούς στα «βραχέα» έπιανα, κόλαση… Στις αρχές της δεύτερης χρονιάς μου στην Πάτρα, μόλις είχα κλείσει τα 18, πέρασα από το σπίτι κάτι φίλων μου. Ο Κοσμάς έπαιζε κιθάρα και φλογέρα και μου είπε πως του έκαναν πρόταση από μια μπουάτ στην οποία σύχναζαν φοιτητές να παίζει μουσική. Το μαγαζί ήταν η «Isabella» και εντυπωσιάστηκα. Είχα πάει μερικές φορές την προηγούμενη χρονιά και είχε πολύ καλό πρόγραμμα. Τα παιδιά που έπαιζαν ήταν πολύ καλοί μουσικοί, ωραίες φωνές και φυσικά όλοι τους φοιτητές. Το σχήμα όμως είχε διαλυθεί και ο Χρήστος ο Δεληβοριάς –πιανίστας, φοιτητής στο χημικό, πατρινός και ο μόνος που έμεινε στο μαγαζί από το παλιό σχήμα- έψαχνε καινούριους να φτιάξει το νέο σχήμα. Το είπε στον Κ. και σε μερικούς άλλους κι έτσι μαζεύτηκαν. Εκείνη τη μέρα ο Κοσμάς έκανε πρόβες να βγάλει στην κιθάρα κάποια κομμάτια που δεν τα ήξερε γιατί ήταν ροκάς ενώ στο μαγαζί έπρεπε να παίζει διαφορετικά πράγματα. Μου είπε λοιπόν κάποια στιγμή πως τους έλειπε γυναικεία φωνή και μεταξύ σοβαρού κι αστείου του είπα να μη την ψάχνει γιατί την έχει μπροστά του. «Ρε συ, δίκιο έχεις» μου είπε «αφού πάντα σ’ ακούω να τραγουδάς όταν μαζευόμαστε». Κι έτσι βρέθηκα στο μαγαζί με το Δεληβοριά. «Τραγουδάς ρε μωρό;» με ρώτησε έκπληκτος ο Χρήστος που με ήξερε από τ’ αμφιθέατρα αλλά δεν είχε φανταστεί πως πιθανόν δεν ήμουν Κακοφωνίξ. Έτσι, με συνοπτικές διαδικασίες έγινα μέλος του σχήματος της Isabella κι άρχίσαμε πρόβες.

Με το που έπιασα πρώτη φορά το μικρόφωνο σκιάχτηκα. «Δεν πειράζει μωρό» είπε ο Χρήστος «θα κάνουμε πρόβες χωρίς μικρόφωνο κι αυτό θα το αφήσουμε στο τέλος». Με αποκαλούσαν τότε όλοι «μωρό» γιατί ήμουν το πιτσιρίκι του πανεπιστήμιου και πολλοί φίλοι μου ήταν από μεγαλύτερα έτη.

Ένας μήνας πέρασε με πρόβες  αλλά το μικρόφωνο δεν το ξεφοβήθηκα. Το βράδυ της πρεμιέρας ήμουν χάλια. Από την ταραχή μου δεν με χωρούσε ο τόπος. Αποφάσισα να πάω σινεμά για να μην τρελαθώ, προβολή 8-10 στην «Ομόνοια» ο «Κλέφτης ποδηλατων» του Vittorio De Sica. Ανάθεμα κι αν καταλάβαινα τι έβλεπα!! Είχα φορέσει κι ένα φόρεμα ινδικό που μου έδωσε μια φίλη γιατί εγώ δεν είχα τίποτε της προκοπής και κατά τις 10 μπήκα στο μαγαζί που ήταν ήδη ασφυκτικά γεμάτο. Κόντεψα να καταρρεύσω, τρομοκρατήθηκα, γιατί όλοι αυτοί σκέφτηκα πως μας την είχαν στημμένη στη γωνία για συγκρίσεις με το παλιό σχήμα που ήταν όντως πολύ καλό. Με είδε στα χάλια μου ο Χρήστος και ήρθε μ’ ένα ουίσκι που μου το έδωσε να το πιω με το ζόρι για να χαλαρώσω. Εννοείται πως δεν κατάλανβα τίποτε κι ας ήταν το πρώτο ουίσκι της ζωής μου, κι ας μην είχα πιει αλκοόλ μέχρι τότε παρά ελάχιστες φορές. Κανονικά έπρεπε να γίνω ντίρλα αλλά που…..

Ήρθε η ώρα μου, ανέβηκα στη σκηνή, κάθισα σ’ ένα σκαμπό δίπλα στο πιάνο, πήρα το μικρόφωνο, κατέβασα το κεφάλι έτσι ώστε τα μαλλιά να κρύβουν το πρόσωπό μου κι άρχισα να τραγουδάω. Τι; Δεν θυμάμαι…. κάτι του Χατζιδάκι πάντως. Αυτό που θυμάμαι είναι πως με τρόμο άκουσα κάποια στιγμή ένα σχόλιο του στιλ «καλά, το κοριτσάκι δεν έχει αύριο σχολείο; Πως την αφήνουν μέχρι τόσο αργά έξω και μάλιστα να δουλεύει;» που με αποτελείωσε και το Χρήστο να μου λέει «Βγες πίσω από το πιάνο βρε, σε λίγο δεν θα φαίνεσαι…». Από τη ντροπή μου έσπρωχνα το σκαμπό σιγά σιγά προς το πιάνο και κόντεψα όνως να μπω πίσω του. Τέλος πάντων, είπα τα τραγούδια μου και κατέβηκα. Μετά, στα ντουέτα και στα ρεμπέτικα στο τέλος που πάλι δεν ήμουν μόνη μου στη σκηνή συνήλθα λιγάκι.

Ζήλευα το Γιάννη, ένα φοιτητή του πολυτεχνείου που τραγουδούσε blues. Είχε φοβερή άνεση, έπαιζε καλή κιθάρα και όλοι αναρωτιούνταν πως τραγουδάει τόσο καλά τ’ αμερικάνικα. Μόνον εμείς ξέραμε πως ήξερε ελάχιστους στίχους απλά μουρμούραγε αλλά ήξερε να το κρύβει τέλεια!!!!! Απίστευτος ήταν!!!!

Μέρα με τη μέρα χαλάρωνα και αποκτούσα σχετική άνεση στη σκηνή. Εκεί που δεν μπορούσα να χαλαρώσω με τίποτε ήταν όταν ήμουν κάτω από τη σκηνή. Αν ήταν κάποιοι φίλοι κάπως περνούσε η ώρα. Αλλιώς έπιανα μια καρέκλα σε μια γωνιά και περίμενα να περάσει η ώρα να ξανανέβω. Δεν έπινα, δεν δεχόμουν κεράσματα και κοιτούσα με τρόμο αυτούς που την άραζαν στο μπαρ. Ήταν κάποιοι τριαντάρηδες πάνω κάτω που έμένα μου φαινόταν παππούδες τότε, φίλοι του ιδιοκτήτη που η Isabella ήταν τιο στέκι τους και τους άρεσε και το πρόγραμμα. Αυτοί θεωρούσαν φυσικό να πιάσουμε την κουβέντα, να με κεράσουν ένα ποτό και μέχρι εκεί. Εγώ όμως αυτό δεν το ήξερα, θεωρούσα πως είναι «άνθρωποι της νύχτας» που ποιος ξέρει σε τι κόλαση ήθελαν να με παρασύρουν και γιαυτό τους απέφευγα. Καλησπέρα μου έλεγαν και μόνο που δεν γρύλιζα και καθόμουν αγριεμμένη στη γωνιά μου. Πλάκα είχα τώρα που με σκέφτομαι, δίκιο είχε ο Χρήστος μου με αποκαλούσε μωρό…

Αυτή η ιστορία κράτησε κάτι παραπάνω από 2 μήνες. Δεν ήμουν κακή τραγουδίστρια αλλά δεν ήμουν για τη νύχτα έτσι αγριεμμένη που κυκλοφορούσα στο μαγαζί εκτός σκηνής. Ο ιδιοκτήτης δεν ήθελε φυσικά να κάνω κονσομασιόν αλλά ένα χαμόγελο και μια συμπεριφορά κανονικού ανθρώπου κι όχι αγριάνθρωπου. Έτσι κάποιο βράδυ μου είπε πως τελείωσε η συνεργασία μας. Από τη μια στεναχωρήθηκα γιατί ήταν καλό το νυχτοκάματο για τα δεδομένα της εποχής, νομίζω 400 δρχ η βραδιά όταν όλο το μηνιάτικο επίδομα από τους γονείς μου ήταν 7.000 δρχ. Από την άλλη ομολογώ πως ανακουφίστηκα, μου προκαλούσε μεγάλο στρες κάθε βράδυ. Μετά από δυο τρία χρόνια μου ξαναπρότεινε ο Χρήστος να πάω να δουλέψουμε σ’ άλλο μαγαζί αλλά εκεί αρνήθηκα από την αρχή. Έτσι έληξε άδοξα η τραγουδιστική μου καριέρα στη νυχτερινή Πάτρα των φοιτητικών μου χρόνων.

Δεν έληξε όμως το ίδιο άδοξα για ένα από τα μέλη εκείνου του σχήματος. Τα ντουέτα στα ρεμπέτικα αλλά και στα υπόλοιπα τραγούδια τα έκανα μ΄ένα παιδί της ηλικίας μου που νομίζω πως και γιαυτόν ήταν η πρώτη του φορά στη σκηνή. Το παιδί αυτό ήταν ο Γιώργος ο Σαρρής, μετέπειτα Ζιγκ Ζαγκ και τώρα σ΄ένα πρόγραμμα στα 9/8, που όπως μου είπε θυμίζει κάπως εκείνο το παλιό που κάναμε μαζί. Έπεσα πάνω του τυχαία μέσα στο αχανές διαδίκτυο κι αυτή η διαδικτυακή, κατ’ αρχήν, συνάντηση ήταν η αφορμή για να θυμηθώ τη δική μου ξεχασμένη καριέρα στη νύχτα.

Advertisements