21η Απριλίου σήμερα. Η ζωή μας κάνει πλάκες. Πριν σαραντατρία χρόνια μας κατσικώθηκε μια δικτατορία ηλίθιων και αμόρφωτων συνταματαρχών, σήμερα μας κατσικώνεται το Δ.Ν.Τ.

Ήμουν πολύ μικρή τότε, πρωτάκι στο δημοτικό αλλά μικρό γιατί «κέρδιζα» χρονιά. Πέσαμε να κοιμηθούμε το προηγούμενο βράδυ, την άλλη μέρα ξυπνήσαμε και νομίζαμε πως ξημέρωσε μια ακόμα μέρα ίδια με τις άλλες. Νομίζαμε όμως…. Πήγαμε στο σχολείο και μας έδιωξαν. Χαράς ευαγγέλια για τα νιάνιαρα αλλά κανείς δεν μας εξήγησε το λόγο της ξαφνικής αργίας. Ούτε και κανείς μας είπε αν την επόμενη θα είχαμε σχολείο ή όχι. Θα το μάθετε μας είπαν. Από που θα το μάθουμε όμως; Μ’ έτρωγε η περιέργεια για το πως και το γιατί, κι απάντηση δεν έπαιρνα. Στα σπίτια μας οι μεγάλοι ήταν όλοι ανήσυχοι σε αντίθεση με μας τα μικρά. Όλο ψου ψου και μου μου μεταξύ τους αλλά μόλις έστηνα αυτί να μάθω κι εγώ τι συνέβη, μ’ έδιωχναν. Κόντευα να σκάσω παρ’ όλο που δεν με χάλαγε να μην πάω σχολείο. Τι σκατά αργία ήταν αυτή; Είχε περάσει η 25η Μαρτίου, τη γιορτάσαμε, είπαμε ποιήματα και τραγούδια, στολίσαμε και το σχολείο μας με τους ήρωες του ’21. Στο νηπιαγωγείο που πήγα την προηγούμενη χρονιά, είχα μάθει τις εθνικές εορτές, δεν θυμόμουν να μας είχαν μιλήσει για γιορτή μέσα στον Απρίλη. Το Πάσχα….. Το Πάσχα δεν θυμάμαι αν εκείνη τη χρονιά είχε περάσει ή το περιμέναμε αλλά -όπως και να ‘χει- το Πάσχα δεν γιορτάζεται απότομα, έχει μια τελετουργία που μυρίζει λιβάνι και τσουρέκια.

Δεν θυμάμαι αν καθήσαμε μία ή δύο μέρες πάντως τη μέρα που επιστρέψαμε, υπήρχε αναβρασμός. Κανένα από μας τα πρωτάκια δεν ήξερε τι είχε συμβεί, κανένας δεν μας είχε πει κάτι. Οπότε προσπαθούσαμε να καταλάβουμε μόνα μας και φυσικά έδιναν και έπαιρναν οι τερατολογίες, που τάχαμου εξηγούσαν την αιτία της ευχάριστης αλλά απρόσμενης και παράξενης αργίας. Δεν τα θυμάμαι όλα αλλά θυμάμαι την πιο τερατώση εξήγηση, αυτή που περιχαρής και περήφανος μας έδινε,ένας συμμαθητής μου, ο Γιώργος. «Μας επιτέθηκαν οι Τούρκοι» -μάλλον επηρεασμένος από την 25η Μαρτίου που δεν είχε περάσει μήνας που τη γιορτάσαμε- «με τα αεροπλάνα τους αλλά τους νικήσαμε.!!!!» Κρεμαστήκαμε από το στόμα του κι ο Γιώργος ψήλωσε 10 πόντους. Είχε γίνει δηλαδή πόλεμος και δεν το πήραμε χαμπάρι; «Ναι» μας έλεγε «έγινε πόλεμος και νικήσαμε». Ήταν όμως και κάτι σκατόπαιδα που δεν είχαν πειστεί και του έλεγαν πως αυτά δεν είχαν ακούσει αεροπλάνα να περνάνε. «Πέρασαν, εγώ τα είδα….» επέμενε ο Γιώργος το βιολί του, βλέποντας πως από βασιλιάς της τάξης θα γινόταν περίγελως. «Και πως τα γνώρισες ρε; « επέμεναν οι άλλοι. «Τα γνώρισα από τις μύτες τους, πετούσαν χαμηλά και οι μύτες τους ήταν βαμμένες κόκκινες. Κόκκινη δεν είναι η τούρκικη σημαία;». Αυτό ήταν το τελειωτικό χτύπημα για τους άπιστους Θωμάδες…. Πείστηκαν κι έτσι ο Γιώργος, που ήταν ένα χαμηλών τόνων παιδί, έζησε τη μεγάλη μέρα του…..

Όταν γύρισα σπίτι και είπα στη μάνα μου πως έμαθα επιτέλους το λόγο που δεν είχαμε σχολείο και της τον είπα, γέλασε. «Μακάρι» μου είπε «μακάρι να ήταν έτσι….». Πάλι δεν κατάλαβα αλλά σιγά μη τολμούσα να ρωτήσω.

Έτσι μπήκε στη ζωή μου η χούντα των ηλίθιων κι έκατσε επτά χρόνια. Μεγάλωνα με την προπαγάνδα τους την οποία μετέφερα πασιχαρής στο σπίτι μου. Πανηγύρισα με το 90 κάτι τοις εκατό στις «εκλογές». Η μάνα μου κούναγε το κεφάλι της κι όλο κρυφομιλούσαν με το μπαμπά, και με τη γιαγιά στα τσέχικα, για να μην καταλαβαίνουμε εμείς. Μετά κατάλαβα πως το γεγονός πως είχε περάσει κάποια χρόνια στο «σιδηρούν παραπέτασμα» ήταν κι ο λόγος της ανησυχίας της. Κι όταν τους έπιασα ν’ ακούν το βράδυ κρυφά στο ραδιόφωνο τις ειδήσεις από την ελληνική εκπομπή της Μόσχας ,πανικοβλήθηκαν. Μ’ ‘επεισαν όμως πως έτσι και τολμήσω να ξεστομίσω κουβέντα γι’ αυτό παραέξω, θα τους δω την άλλη μέρα κρεμασμένους. Έκαναν και μια κίνηση, με το χέρι τους στο λαιμό και τα μάτια γουρλωμένα, για έμφαση. Τι να κάνω κι εγώ, κράτησα το μυστικό παρ’ όλο που καταλάβαινα πως δεν ταίριαζε απόλυτα με τον ενθουσιασμό μου για την «Επανάστασιν». Μόνο με το μπαμπά γελούσα όταν μιλούσε σαν τον Παπαδόπουλο κι άρχιζε τα «ημίν, υμών, υμάς…..».

Έτσι πέρασαν επτά σχεδόν χρόνια, με μένα να υμνώ την «Επανάστασιν», τους γονείς μου ν’ ακούν Ράδιο Μόσχα, κάποιους γείτονες να παίρνουν των ομματιών τους για τη Γερμανία και κάποιους άλλους να εξαφανίζονται χωρίς λόγο. Μέχρι που ήρθε η μέρα να κατάλαβω επιτέλους τι είχε γίνει εκείνη τη μέρα της απρόσμενης αργίας…..

Advertisements