Κουράστηκα. Κουράστηκα να διαβάζω ροζ σελίδες στις εφημερίδες (ναι, το έκανα κι αυτό μπας και καταλάβω τι γίνεται…), να διαβάζω αναλύσεις υπέρ και κατά των μέτρων στο νετ, να διαβάζω αναλύσεις για το τι έπρεπε να γίνει και δεν έγινε, για το τι πρέπει να γίνει και δεν θα γίνει. Η ζωή όμως δεν είναι μόνο ΔΝΤ και αναλύσεις και μας σκαρώνει τρελές πλάκες κάποιες φορές. Οπότε εστιάζω στις μικρές και καθημερινές πλάκες της ζωής. Τα υπόλοιπα , έτσι κι αλλιώς θα πλακώσουν την καμπούρα μας, δεν τα γλυτώνουμε.

Το Σαββατοκύριακο που πέρασε ανέβηκα στο χωριό. Για την ακρίβεια ανέβηκα μαζί με τη μάνα μου που ήταν εδώ για μια επέμβαση καταρράκτη. Μπορώ και μόνη μου έλεγε εκείνη αλλά εγώ δεν την άκουσα και πολύ καλά έκανα, όπως φάνηκε εκ των υστέρων. Πήραμε το τρένο την Κυριακή το πρωί και όλα πήγαιναν ρολόι. Φτάσαμε στην ώρα μας, βρήκαμε ταξί για το ΚΤΕΛ, βρήκαμε αμέσως ανταπόκριση για Χαλκιδική, όλα τέλεια. Στο ταξί που μας πήγαινε στο σπίτι, της είπα πως μόλις μπούμε θα φτιάξουμε μια καφεδιά να την πιούμε στη βεράντα. Μια χαρά δηλαδή πήγαινε η μέρα…. Μια παροιμία όμως λέει πως «όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, ο θεός γελά». Σοφή κουβέντα! Φτάσαμε στο σπίτι, ο κήπος χαρά θεού. Εντάξει, το χόρτο ήθελε κούρεμα αλλά ήταν τα πάντα ανθισμένα και μοσχοβολούσαν. Κρατήστε το αυτό το «μοσχοβολούσαν»…. Σέρνοντας τις βαλίτσες πήγαμε να μπούμε από την πίσω μεριά, την πόρτα της κουζίνας. Όταν φτάσαμε έξω από την πόρτα με χτύπησε στη μύτη μια άσχημη μυρωδιά αλλά δεν έδωσα σημασία, «χωριό είναι…» σκέφτηκα. Ξεκλειδώνω την πόρτα και στο κατώφλι υπάρχει μια σειρά ψόφιες μύγες. «Α πα πα…» λέει η μαμά «πάρε τη σκούπα να τις σκουπίσουμε, που σκατά μαζεύτηκαν αυτές;» Μόλις έκανα ένα βήμα μέσα στο σπίτι η άσχημη μυρωδιά με χτύπησε κατακούτελα μαζί με την εικόνα κάποιων κόκκινων ζουμιών κάτω από το ψυγείο. «Τι είναι αυτά βρε μάνα;» ρώτησα. «Αίματα…» είπε η μαμά κι άρχισε ο εφιάλτης. Ανοίξαμε το ψυγείο. Τι μπόχα ήταν αυτή!!!!!!! Κανείς δεν τη φαντάζεται και ούτε χρειάζεται. Ούτε στον εχθρό μου δεν το εύχομαι αυτό που ζήσαμε. Τι είχε συμβεί; Κάποια στιγμή –ενόσω έλειπε η μαμά- χάλασε το ψυγείο. Τι έπαθε; Η ιδέα πως μπορεί να έπαθε βραχυκύκλωμα είναι πολύ πιθανή αλλά δεν τόλμησα να την αναφέρω. Το σκέφτηκε η μάνα μου και ταυτόχρονα πως αν όντως ήταν βραχυκύκλωμα θα ήταν πιθανό να καεί το σπίτι και φρίκαρε οπότε δεν το ξανασυζητήσαμε. Κύριος οίδε τι έπαθε τελικά αλλά αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να σαπίσουν τα πάνταολα. Κυρίως τα κρέατα που είχε η μαμά στην κατάψυξη με αποτέλεσμα να βρωμάει ψοφίμι, λες και υπήρχε στο σπίτι πτώμα σε αποσύνθεση. Και το χειρότερο ήταν πως με το που άνοιξε το ψυγείο, εκτός από τη μπόχα, πετάχτηκε από μέσα κι ένα λεφούσι σιχαμερές και τρισάθλιες μύγες!!! Τι σκατά; Τις γέννησε η σαπίλα;

Αντί για τον καφέ που ονειρευόμασταν πήραμε σακούλες σκουπιδιών κι αρχίσαμε να πετάμε. Αφού πετάξαμε ό,τι υπήρχε και δεν υπήρχε μέσα–δυο μπύρες και μια Coca Cola διασώθηκαν- άρχισε ο Γολγοθάς του να καθαρίσουμε όλα τα σιχαμερά ζουμιά που είχαν ποτίσει τα πάντα. Πέντε ώρες καθαρίζαμε εναλλάξ, χρησιμοποιήσαμε ό,τι απορρυπαντικό υπήρχε στο σπίτι αλλά η μυρωδιά δεν έλεγε να φύγει. Συν το γεγονός πως δεν είχαμε πλέον ψυγείο….. Το βράδυ, πτώματα πλέον από την κούραση, αποφασίσαμε πως και να φτιαχτεί το γαμωψυγείο δεν υπήρχε περίπτωση να ξαναβάλει η μάνα μου εύκολα φαγητό σ’ ένα πράγμα που είχε ποτίσει μυρωδιά ψοφιμιού, άρα η αγορά νέου ψυγείου ήταν μονόδρομος (κάτι σαν την προσφυγή στο ΔΝΤ ένα πράγμα…). Έτσι την επόμενη μέρα πήραμε το δρόμο να βρούμε ψυγείο. Βρήκαμε ένα στο μέγεθος που θέλαμε, το παραγγείλαμε και το περιμέναμε την επόμενη μέρα. Μια μέρα είναι –είπαμε- θα τη βγάλουμε κουτσά στραβά χωρίς ψυγείο. Ήρθε την επόμενη το πρωί, πήγαμε να το βάλουμε στη θέση του αλλά φευ…. Δεν χωρούσε για 2-3 χιλιοστά!!! Όχι εκατοστά, χιλιοστά!!! Γαμώ τη γκαντεμιά μας! αναφωνήσαμε και πήρα τα κατσαβίδια να ξεβιδώσω τη βάση πάνω στην οποία έμπαινε. Αλλά άμα είσαι γκαντέμης είσαι, όχι αστεία. Η βάση ήταν πιασμένη κι αλλού, πίσω από κάτι ράφια και δεν έλεγε να ξηλώσω τα πάντα. Άρχισε η μαμά τα τηλέφωνα σε όποιον μάστορα είχε στην ατζέντα της και στο τέλος μας λυπήθηκε ένας απ’ όλους και μας είπε πως θα έρθει το απόγευμα. Μέχρι το απόγευμα λοιπόν, καθόμασταν σαν τις άδικες κατάρες και περιμέναμε ενώ η μάνα μου δεν με άφηνε να κόψω τουλάχιστον το χόρτο για να περάσει η ώρα και να εκτονώσω τα διαόλια μου. «Αρκετά κουράστηκες…» μου είπε. Άντε να της εξηγήσεις πως με κούραζε περισσότερο το να κάθομαι άπραγη από το να πάρω το χλοοκοπτικό και να ξυρίσω τον κήπο. Είχα και το βιβλίο μου μαζί αλλά με τόσα νεύρα ήταν αδύνατο να συγκεντρωθώ και να διαβάσω.

Με τα πολλά πέρασε η μέρα, ήρθε ο μάστορας, αφού μας έστησε φυσικά και κόντεψα να πάθω εγκεφαλικό διότι σκεφτόμουν πως την άλλη μέρα φεύγω και που θα την αφήσω μόνη χωρίς ψυγείο, κι έκανε αυτό που είχα σκεφτεί να κάνω κι εγώ αλλά άμα το έλεγα στη μαμά δεν θα το δεχόταν. Πήρε ένα σφυρί κι έσπασε τη βάση. Τόσο απλά. Έτσι μπήκε το ψυγείο στη θέση του και η ψυχή μου στη δική της. Τουλάχιστον έφυγα ήσυχη πως άφησα τη μαμά  σχετικά τακτοποιημένη, χωρίς την ανησυχία πως σκατά να τα βολέψει. Το κακό είναι πως ακόμα όταν το σκέφτομαι έχω αυτή την αηδιαστική μυρωδιά στα ρουθούνια μου… Μπλιαξ και πάλι μπλιαξ!

Advertisements