Ιδού η γιαγιά μου ΙΙ


Που είχαμε μείνει; Α ναι, στη Γιουγκοσλαβία.

Έκλεισε λοιπόν ο Τίτο τα σύνορα και η γιαγιά με τα δύο παιδιά της έμειναν από την άλλη πλευρά των συνόρων και η πρόγιαγιά μου στο χωριό. Πίσω να γυρίσουν δεν μπορούσαν, κίνησαν λοιπόν μπροστά. Που; Στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα. Όπου οι άλλοι κι αυτοί, μετά από μήνες περιπλάνηση στο βουνό  και σε συνθήκες που εμείς ούτε να φανταστούμε δεν μπορούμε. Σκόρπιες εικόνες έχω μόνον από διηγήσεις της μάνας μου. Όπως για τη φίλη της που αναγκάστηκε να κρύβεται για ώρες μέσα στα νερά μιας λίμνης, πράγμα που είχε σαν αποτέλεσμα να πάθει ρευματισμούς και να πεθάνει λίγα χρόνια μετά, σχεδόν παιδί ακόμα. Τότε έμαθε για τα καλά η μαμά πως στο βουνό δεν πλησιάζουμε τις φτέρες γιατί κρύβουν φωλιές λύκων. Πως λέει η παροιμία; «Λύκος την φτέρη έσειε, κακό της κεφαλής του….».

Ξεκίνησαν λοιπόν με τα πόδια προς το εσωτερικό της Γιουγκοσλαβίας, ακολουθώντας το ποτάμι των υπόλοιπων που ούτε κι αυτό ήξερε που πήγαινε. Σε κάποια στιγμή η μαμά μου, μικρό κοριτσάκι, τα έπαιξε από την κούραση. Μουλάρωσε και δεν κούναγε βήμα, με τη γιαγιά ν’ αγωνιά γιατί έβλεπε τους υπόλοιπους ν’ απομακρύνονται. Κάπου βρήκαν λοιπόν ένα γάιδαρο να περιπλανιέται και η μάνα μου αποφάσισε να τον καβαλήσει για να ξεκουραστεί αλλά ο γάιδαρος ήταν σε χειρότερη κατάσταση από τους δικούς μου. Λογικό βέβαια, αν ήταν καλά θα τον είχαν παρατήσει; Βρε ντέι, βρε τσόνγκς…. τίποτε το ζωντανό, δεν έβαζε βήμα. Είδε κι απόειδε η μάνα, ξεκαβάλησε. Δεν ξέρω πόσο καιρό περιπλανήθηκαν στη Γιουγκοσλαβία. Ξέρω πως δούλεψαν σε χωράφια όπου η καλομαθημένη γιαγιά μου αναγκάστηκε να τσαπίζει και οι υπόλοιπες γυναίκες την κορόιδευαν γιατί ένα μέτρο έβγαζε αυτή και δέκα οι άλλες που ήταν μαθημένες. Φόρτωνε και κάρβουνο στα τρένα και –όπως λέει η μάνα μου- ήταν αστείο θέαμα να βλέπεις μια πανύψηλη γυναίκα με παντελόνια -τα οποία αναγκάστηκε να  τα φορέσει- να φτυαρίζει κάρβουνο φορώντας διπλή μαύρη μαντήλα της χηρείας. Σαν καλόγρια με παντελόνια που φτυαρίζει κάρβουνο.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά ο δρόμος τους έβγαλε στο Μπούλκες, εν έτει 1948. Έζησαν εκεί έναν δύσκολο χρόνο, τον τελευταίο του «πειράματος», κι από κει βρέθηκαν στην Τσεχοσλοβακία, αρχικά σ’ ένα χωριό κοντά στα σύνορα με την Κρακοβία και μετά σε μια κωμόπολη παραδίπλα. Δούλευαν και οι τρεις. Η γιαγιά δεν δέχτηκε να φύγουν τα παιδιά από κοντά της για να σπουδάσουν αν δεν μπορούσε να βρεθεί θέση και γι αυτήν κοντά τους. Δεν βρέθηκε κι έμειναν όλοι μαζί. Η μαμά δούλευε αλλά πήγε και σχολείο εκεί, αστέρι ήταν η σταχανοβίτισσα. η μάνα μου. Ξεπερνούσε τις νόρμες τη μία μετά την άλλη και ταυτόχρονα ήταν και καλή μαθήτρια. Και κυλούσε έτσι η ζωή μέχρι που η ελληνική κυβέρνηση άνοιξε τα σύνορα το 1954 για επαναπατρισμό των ελλήνων από το «σιδηρούν παραπέτασμα» και η γιαγιά ξεσηκώθηκε να γυρίσουν πίσω, γιατί στην Ελλάδα είχε μείνει μόνη της η μάνα της. Ήθελαν δεν ήθελαν τα παιδιά της την ακολούθησαν. Και γύρισαν στην Ελλάδα, σε μια μαύρη τελείως εποχή, όπου στο χωριό απαγορευόταν να πάνε αφού ήταν παραμεθόρια περιοχή κι εκεί δεν πλησιάζες χωρίς άδεια από τον χωροφύλαξ. Τα κτήματα και την περιουσία τους τα είχαν πάρει οι συγγενείς του παππού κι άντε να τα διεκδικήσεις τότε, ειδικά άμα είχες επιστρέψει από το «παραπέτασμα». Ούτε το επίθετό τους δεν βρήκαν, τους είπαν πως κάηκαν τα αρχεία του ληξιαρχείου και τους έδωσαν ένα άσχετο επίθετο. Έπρεπε να κλέψουν το πορτοφόλι της μαμάς μου 50 χρόνια μετά, για να καταλάβει πως δεν ίσχυε τίποτε απ’ αυτά και πως ήταν λαμογιά από τους συγγενείς για να τους φάνε την περιουσία.

Βρέθηκαν λοιπόν στη Θεσσαλονίκη κοντά στους συγγενείς της γιαγιάς. Δύσκολη ζωή, η γιαγιά βρήκε δουλειά σαν μαγείρισσα σ’ ένα πλούσιο σπίτι, ο γιος της σαν εφαρμοστής τορναδόρος και η μάνα μου σε ατελιέ ραπτικής. Νοίκιασαν κι ένα δωμάτιο στις Συκιές. Το δωμάτιο ήταν στο πατρικό του πατέρα μου, έτσι γνώρισε η μάνα μου τον πατέρα μου, έναν όμορφο, γαλανομάτη και ψηλό άντρα κι ο πατέρας μου τη μάνα μου που ήταν κι εκείνη γαλανομάτα, όμορφη και γλυκειά κοπελίτσα, λεπτεπίλεπτη αλλά προικισμένη με απίστευτο κουράγιο και δύναμη.

Παντρεύτηκαν και προσπάθησαν να φύγουν στη Γερμανία μετανάστες, όπου ήταν ήδη δύο από τα υπόλοιπα τέσσερα αδέλφια του μπαμπά. Αμ δε…. Η μαμά μου λόγω πρότερου «άτιμου» βίου δεν μπορούσε να βγάλει διαβατήριο. Για χρόνια την καλούσαν στην ασφάλεια «δι υπόθεσίν της» και τη ρωτούσαν για το ποιος ήταν στην Τσεχοσλοβακία και τι έκανε και είχε κι έναν μπάτσο-σκιά να την ακολουθεί. Τρίχες δηλαδή, ένα κοριτσάκι δεκαεξάχρονο ήταν όταν γύρισε που αναγκαζόταν να δουλεύει 16  ώρες την ημέρα για να τα φέρουν βόλτα.

Έμειναν λοιπόν αναγκαστικά στην Ελλάδα οι γονείς μου κι έτσι εγώ και οι αδελφές μου γεννηθήκαμε στη Θεσσαλονίκη αντί στη Γερμανία όπως πολλά παιδιά της γενιάς μου. Η γιαγιά έμεινε μαζί μας, αντί να μαγειρεύει για άλλους μαγείρευε για μας και η μαμά ξανάρχισε να δουλεύει. Τότε ήταν συνηθισμένο να ζουν οι γιαγιάδες με τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Μας μεγάλωνε, μας κανάκευε, μας έκανε χατήρια και τη μάλωνε η μαμά κι  έφτιαχνε πατατούλες τηγανητές όταν δεν μας άρεσε το φαγητό, πράγμα που ήταν αιτία πολέμου με τη μαμά μου, τη μαμά μου που τώρα κάνει ακριβώς τα ίδια με τα δικά της εγγόνια. Το 1980, Μεγάλο Σάββατο ήταν, την πήγαμε στο νοσοκομείο γιατί μας αποκάλυψε άσπρη από πόνο πως είχε τρεις μέρες αιματουρία. Η διάγνωση ήταν καρκίνος στο νεφρό, διηθητικός. Της αφαίρεσαν τον ένα νεφρό και μας είπαν να μην την πλακώσουμε σε χημιοθεραπείες και τέτοια για να μην πεθάνει πριν την ώρα της από το φόβο. Τέσσερα με πέντε χρόνια της έδωσαν και έζησε από τότε χωρίς να κάνει μετάσταση ο καρκίνος. Ένα κακό είχε η γιαγιά, έπεφτε συνέχεια και είχε σπάσει ό,τι μπορούσε να σπάσει στα πόδια της. Στο τέλος δεν μπορούσε να περπατήσει καλά είχε και πρόβλημα με τα μάτια της και αναγκάστηκε να καθηλωθεί , στην αρχή μέσα στο σπίτι και στα τελευταία της στο κρεβάτι. Αυτό που δεν έχασε ποτέ ήταν το μυαλό της και η διάθεση να διηγείται ιστορίες, τις «ιστορίες του Μπαρμπαγιαννάκη», έτσι τις λέγαμε.

–          Α ρε γιαγιά, εσύ θα μας θάψεις όλους, της λέγαμε και θύμωνε.

–         Σους μαρή, απαντούσε, τι θα γίνω εγώ; Σαν τα ψηλά βουνά; Έχω δει τρεις πολέμους, έχω ζήσει προσφυγιά, πλούτο και φτώχεια, τι μένει άλλο να δω;

Δεν απαντούσαμε γιατί πλέον είχαμε μάθει τη συνέχεια. Μετά από λίγο η γιαγιά, και αφού το σκεφτόταν, μονολογούσε…

–          Είναι ωραία η ζωή όμως…. ακόμα κι έτσι, χωρίς τα μάτια και τα πόδια μου, είναι ωραία…..

Κι έβαζε συνέχεια βραχυπρόθεσμους στόχους. Να δει τη μια εγγονή παντρεμμένη, άντε να δει κι ένα δισέγγονο, άντε να πάρει σειρά η άλλη, να πάρω εγώ το πτυχίο μου, μετά να δει και το δεύτερο, να με δει και παντρεμμένη…. και πάει λέγοντας.

Τα είδε όλα αυτά και πέθανε εννιά μέρες μετά που γεννήθηκε ο γιος μου, αφού πρώτα πρόλαβε κι άκουσε το κλάμα του από το τηλέφωνο…. Οι γιατροί στο νοσοκομείο δεν πίστευαν λέξη για τον καρκίνο. Αποκλείεται, είπαν, να είχε καρκίνο, λάθος καταλάβατε. Αν είχε θα σκίσουμε τα πτυχία μας. Δεν ξέρω ποιοι θα έπρεπε να τα σκίσουν, η διάγνωση πάντως του ’80 και το εξιτήριο μιλούσαν για καρκίνο. Τον έσκισε όμως η γιαγιά μου τον καρκίνο, σιγά μην τον άφηνε να τη νικήσει…..

Advertisements

Ιδού η γιαγιά μου….


Το είπα και το κάνω, θα σας συστήσω τη γιαγιά μου, την Ανθή. Αυτή γνώρισα, μ’ αυτήν μεγάλωσα. Η άλλη η γιαγιά, η συνονόματή μου, δεν ζούσε μαζί μας και πέθανε νωρίς οπότε όταν λέω γιαγιά εννοώ πάντα τη γιαγιά μου την Ανθή.

Ανθή τη φωνάζαμε όλοι αλλά Ανθίτσα έγραφε η ταυτότητά της. Γεννημένη το 1907 στη Λούπιδα της Αν. Θράκης, ένα χωριό κοντά στην Περίσταση που ήταν παραθαλάσσιο κεφαλοχώρι. Οι απόγονοι των Περιστασινών που ήρθαν στην Ελλάδα μετά το ’22, ζουν στην Περίσταση της Κατερίνης· είχε κι η γιαγιά εκεί συγγενείς. Η γιαγιά ήταν από καλή οικογένεια, είχε πάει σχολείο και έγραφε με πολύ όμορφα καλλιγραφικά γράμματα. Σπάνια μιλούσε για το χωριό της και το πως ζούσαν μέχρι να έρθουν στην Ελλάδα. «Τι τα θες; Παλιές ιστορίες….» μου απαντούσε ,όποτε τη ρωτούσα. Αλλά από άσχετες κουβέντες έμαθα πως ζούσαν καλά μέχρι που άρχισαν να πλακώνουν στο χωριό οι Τσέτες, τους οποίους φοβόταν χριστιανοί και τούρκοι και κρύβονταν στις στέγες των σπιτιών μέχρι να περάσει ο κίνδυνος. Τα δε κορίτσια, κουκουλώνονταν σαν καλόγριες για να μη φαίνεται αμέσως πως είναι νέες και τις βιάσουν. Κάποια στιγμή, δεν ξέρω πότε ακριβώς, τους έστειλαν εξορία στη Νικομήδεια. Από κει γύρισαν αλλά πρόλαβαν να μείνουν στο σπίτι τους 17 μέρες και πήραν πάλι το δρόμο της προσφυγιάς, για την Ελλάδα αυτή τη φορά. Έχω ακόμα ένα μαυροκόκκινο χαλί από τότε. Το είχε φέρει νήμα η προγιαγιά από το χωριό τους και το ύφανε εδώ. Το έστρωναν το χειμώνα στο πατρικό μου και μετά το πήρα εγώ όταν έφυγα για σπουδές. Τώρα το έχω μαζεμένο στο πατάρι, δεν το στρώνω φοβάμαι μη το διαλύσω, είχε ήδη αρχίσει να φθείρεται στις άκρες του.

Θαλασσοπνίγηκαν λοιπόν κι έφτασαν στη Θεσσαλονίκη. Από τότε η γιαγιά δεν την ήθελε τη θάλασσα, κάποιες φορές που δέχτηκε να έρθει μαζί μας το καλοκαίρι καθόταν στην παραλία με γυρισμένη την πλάτη στη θάλασσα, ούτε το πόδι της δεν έβαζε μέσα! Στη Θεσσαλονίκη όμως δεν είχαν τι να κάνουν, αγρότες ήταν στον τόπο τους και η πόλη δεν τους βόλεψε. Έτσι πήραν κλήρους σ’ ένα χωριό της Καρατζόβας, κοντά στα σύνορα, και πήγαν να ζήσουν εκεί. Ξαναπρόκοψαν στη νέα τους πατρίδα, η γιαγιά παντρεύτηκε έναν άντρα από το Πελαδάρι, τον παππού μου, κι έκαναν δυο παιδιά τη μάνα μου και το θειό μου. Έχασαν κι ένα παιδί αλλά έτσι ήταν τότε η ζωή, δεν ζούσαν όλα τα παιδιά που έφερναν οι άνθρωποι στον κόσμο. Προκομμένος άνθρωπος αυτός και έξυπνος αλλά δεν πρόλαβαν να χαρούν τη ζωή τους και δεν πρόλαβα κι εγώ να τον γνωρίσω. Ο παππούς λοιπόν είχε αμπέλια, είχε μπακάλικο και σπίτι από πάνω στην πλατεία του χωριού, καφενείο και αποστακτήριο για τα ούζα της περιοχής. Είχε όμως και βιβλιοθήκη και διάβαζε στο μπαλκόνι του, ήταν συνδρομητής σ’ εφημερίδες και μόλις γεννιόταν τα παιδιά του τους άνοιγε λογαριασμό στην τράπεζα για τις σπουδές τους, κι όχι μόνον για το αγόρι. Τη γιαγιά δε, την είχε κορώνα στο κεφάλι του. Έλεγε πως ήταν το λουλούδι του σπιτιού του και το μόνο που έκανε εκείνη ήταν να μαγειρεύει, όλα τ’ άλλα τα φρόντιζαν άλλοι. Την έπαιρνε και κατέβαιναν όποτε μπορούσαν στη Θεσσαλονίκη, για να προμηθεύεται εκείνος βιβλία και να κάνει δουλειές και η γιαγιά ν’ αγοράζει τις κρέμες και τα υφάσματα για τα φουστάνια της. Κυρά κι αφέντρα την είχε….. Ήταν όμως πολύ όμορφη γυναίκα. Ψηλή κοντά 1.80, γαλανομάτα και ξανθή. Γαλανομάτης κι εκείνος και ψηλός, πρέπει να ήταν πολύ εντυπωσιακό ζευγάρι! Ο παππούς έξυπνος και ενημερωμένος όπως ήταν ,είχε πάρει χαμπάρι πως τα κρασιά δεν θα πουλιούνται για πολλά χρόνια ακόμα με τη νταμιτζάνα κι έσπευσε να βγάλει άδεια εμφιάλωσης για όλο το νομό, κάπου στη δεκαετία του ’30. Σκεφτόταν ν’ αρχίσει να εμφιαλώνει τα κρασιά του όπως στη Γαλλία αλλά δεν πρόκαμε. Ήρθε ο πόλεμος και παρ’ όλο που δεν πείνασαν όλα τα σχέδια έμειναν πίσω. Και μετά τον πόλεμο ήρθε ο Εμφύλιος και το τέλος του παππού. Όχι, δεν ήταν αντάρτης αλλά ο Εμφύλιος έδωσε μια καλή ευκαιρία σε πολλούς να ξεκαθαρίσουν τις προσωπικές τους διαφορές. Ο παππούς πρόκοβε αλλά αυτό έφερε ζήλιες. Έτσι, ανήμερα της γιορτής του και λίγο πριν κατέβει η γιαγιά με τα παιδιά από το σπίτι για τη γιορτή, τον έφαγε ο αδελφός του την ώρα που χόρευε με 9 μαχαιριές. Η ιστορία λέει πως ήταν ο πιο μπουνταλάς της οικογένειας, τον μέθυσαν και του τσίγκλισαν τη ζήλεια κι έτσι έγινε το κακό…. Το θέμα είναι πως ο παππούς πέθανε και κανείς δεν πήγε φυλακή. Δεν μου είπαν ποτέ τι και πως αλλά ο παππούς φαίνεται πως αριστερόφερνε κάπως (κατά τη γνώμη μου απλά δεν ήταν εντελώς στουρνάρι αλλά εκείνη την  εποχή οι διαβασμένοι ήταν ύποπτοι) είχε και η γιαγιά κάτι συγγενείς αντάρτες καπετάνιους, δεν ήθελε και πολύ για να κατηγορηθούν για αριστεροπροδότες και να δικαιολογηθεί έτσι η σφαγή. Έμεινε λοιπόν η καλομαθημένη μου γιαγιά χήρα με δύο παιδιά,  έρμαιο φυσικά στην όρεξη του καθένα που της το έπαιζε προστάτης για να της φάει την περιουσία και με το στίγμα της κομμουνίστριας. Ο χειρότερος συνδυασμός αυτός. Για την εποχή αυτή δεν μου είπαν ποτέ πολλά, ούτε η γιαγιά ούτε κι η μάνα μου. Ήταν κάτι που τις πονούσε πολύ και σπάνια αναφερόταν σ’ αυτά. Ό,τι ξέρω είναι από ξεφτίδια συζητήσεων μεταξύ τους που έφτασαν στ’ αυτιά μου. Η γιαγιά ντύθηκε στα μαύρα, στα κατάμαυρα για την ακρίβεια, και μαυρόφόρεσε και τα παιδιά της. Μαύρο φουστάνι η μαμά μου, μαύρο φιόγκο στα μαλλιά και μαύρα εσώρουχα. Στο σπίτι μαύρες κουρτίνες, μαύρα κρέπια στους καθρέφτες. Μέχρι που αρρώστησαν τα παιδιά, της είπε ένας γιατρός πως θα τα χάσει κι αυτά με τόση μαυρίλα και συνήλθε λίγο. Επιβίωσαν πάντως, πουλώντας κάποια πράγματα, χάνοντας κάποια άλλα όμως παρ΄όλα αυτά είχαν αρκετά για να ζουν. Είπαμε, ο παππούς τα είχε καταφέρει πολύ καλά. Όλα αυτά μέχρι που αγρίεψαν τα πράγματα και ο Εμφύλιος. Στο χωριό γινόταν συνεχώς μάχες, μια βομβάρδιζε ο Στρατός μια οι αντάρτες. Έτσι η γιαγιά έστειλε τη μάνα μου σε μια ξαδέλφη της στη Θεσσαλονίκη, πρώτον για να τη σώσει και δεύτερον για να βρει η ξαδέλφη ένα σπίτι ν’ αγοράσει  για τη γιαγιά με σκοπό να φύγει κι αυτή με το γιο από το χωριό  και να ζήσουν από κει και πέρα στην πόλη. Κι αφού το σπίτι βρέθηκε και όλα πήγαιναν καλά, για κάποιο λόγο η μάνα μου (;) αποφάσισε να γυρίσει στο χωριό για Πάσχα. Ούτε 10 χρονών παιδάκι και ξεκίνησε να πάει στο χωριό έχοντας και μερικούς «Ριζοσπάστες» κρυμμένους πάνω της και μέσα στο καλάθι της, εφημερίδες που τις είχε κρύψει εκεί μια άλλη θειά ή κουμπάρα τους θα σας γελάσω…. Γλύτωσε από το ψάξιμο στον έλεγχο που γινόταν στον Αξιό αλλά όταν έφτασε στο χωριό δεν βρήκε τη μάνα και τον αδελφό της ,οι οποίοι είχαν ξεκινήσει για τη Θεσσαλονίκη. Εμ, δεν υπήρχαν κινητά τότε να κάνουν οι άνθρωποι τις δουλειές τους…. Έτσι η γιαγιά μάζεψε άρον άρον το γιο και ξαναγύρισε στο χωριό να βρει την κόρη της. Κι εκεί έμεινε. Οι μάχες γύρω και μέσα στο χωριό χειροτέρεψαν, οι δρόμοι κόπηκαν (ποιοι δρόμοι δλδ κάτι καρόδρομοι…) και οι δικοί μου πήραν τα βουνά για να σωθούν μαζί με πολλούς άλλους. Πάνω στην ταραχή της η γιαγιά, αντί να πάρει μαζί της κανονικά ρούχα, πήρε τα μωρουδιακά των παιδιών της κι έτσι την έβγαλαν για κάτι μήνες στα βουνά χωρίς ρούχα. Τα έχανε εύκολα η γιαγιά μέχρι και μετά που τη θυμάμαι κι εγώ.

Στα βουνά λοιπόν να κρύβονται και να μπαινοβγαίνουν στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο, ο οποίος είχε ανοιχτά τα σύνορα για να μπορούν να μπαινοβγαίνουν οι αντάρτες. Μέχρι που τα έκλεισε κάποια στιγμή και έτσι εγκλωβίστηκαν οι δικοί μου από την άλλη πλευρά των συνόρων.

Επειδή η γιαγιά έφτασε τα 92 άρα έχει ακόμα δρόμο η ιστορία, η συνέχεια στο επόμενο…..

Στη φωτογραφία η γιαγιά με το κοντό για την εποχή και μοντέρνο φουστάνι, μοντέρνο χτένισμα και μεταξωτές κάλτσες κι ο παππούς ντυμένος τα καλά του σε φωτογραφία της εποχής, με φόντο κουβέρτα του Στρατού. Δεν ήταν κοντός ο παππούς απλά η γιαγιά ήταν πανύψηλη. Κάποιος που δεν τους χώνευε πολύ, έβγαλε τα μάτια τους στη φωτογραφία, το έκαναν αυτό παλιά χωρίς να έχω καταλάβει καλά το λόγο. Ήταν κάτι σαν βουντού; Ποιος ξέρει…

Για τι πράγμα να γράψει κανείς;


Προχτές ένας φίλος με ρώτησε τι κόλλημα έχω φάει και γράφω σχεδόν αποκλειστικά τον τελευταίο καιρό για τη Γάζα. Τι κόλλημα έφαγα λοιπόν;

Δεν είναι κόλλημα, είναι που πλέον δεν έχω όρεξη να γράψω γι άλλα πράγματα. Για τι να γράψω; Πέρσι και πρόπερσι έγραφα ιστορίες. Ιστορίες από την παλιά μου γειτονιά, από το σχολείο μου, ιστορίες από μια Θεσσαλονίκη με χωματόδρομους και παιδιά που έπαιζαν τα καλοκαίρια σε αλάνες. Δεν μου βγαίνουν πλέον αυτές οι ιστορίες, δεν τελείωσαν αλλά δεν μου βγαίνουν. Είναι τόσο άσχημη η περιρρέουσα ατμόσφαιρα που δεν αφήνει χώρο για γλύκα και ομορφιά. Κι όχι μόνον η γενική ατμόσφαιρα αλλά και αυτά που ακούω από κοντινούς μου ανθρώπους, τους γύρω μου, τους γείτονες, τους φίλους. Φοβάμαι πλέον να σηκώσω το τηλέφωνο, φοβάμαι πως θα χτυπήσει για να μάθω μιαν άσχημη είδηση. Γύρω μου καρκίνοι και θάνατοι. Κι όσο κι αν με στεναχώρησε ο θάνατοις του πατέρα της κολλητής μου που τον ήξερα από παιδί, ελαφραίνει λίγο από τη σκέψη πως έφυγε πλήρης ημερών, ήσυχα κι ανάμεσα στους αγαπημένους του ανθρώπους, από έναν ήσυχο καρκίνο που του επέτρεψε όμως να ζήσει -από τότε που διαγνώστηκε- μερικά χρόνια ήσυχος και κυρίως χωρίς πόνους. Δεν είναι η ίδια στεναχώρια με τον καρκίνο ενός ανθρώπου στην ηλικία μου -άσχημου καρκίνου- με δύο παιδιά, το ένα μωρό. Με σόκαρε, αυτός ο καρκίνος ήρθε από το πουθενά μια μέρα που έκανε παιδικό πάρτι για τα γενέθλια των παιδιών του. Ένας πόνος, λίγος πυρετός, μια επίσκεψη στο νοσοκομείο μπας και είναι ουρολείμωξη και voila! έσκασε μύτη ο καρκίνος. Πως εμφανίζεσαι έτσι ρε καριόλη; Και σκέφτομαι, πως «δούλευε» μέσα του αυτό το πράγμα όταν το φθινόπωρο βαφτίζαμε τη μπέμπα του, όταν πέρσι τέτοιες μέρες γιορτάζαμε τα γενέθλια του μεγαλύτερου. Κι ήταν άνθρωπος που δεν είχε σχέσεις με καταχρήσεις, γυμναζόταν και πρόσεχε τη διατροφή του, είχε κόψει το τσιγάρο. Παπάρια, μη σου τύχει είναι…..

Δεν ξέρω λοιπόν πότε θα ξαναβρώ τα κέφια να γράψω παλιές ιστορίες, μπορεί ποτέ. Ίσως όμως πάλι να σας συστήσω τη γιαγιά μου σε επόμενη ανάρτηση…. ποιος ξέρει;

γύρισαν…..


Δεν θέλω να σχολιάσω τα γεγονότα στα διεθνή ύδατα, τα σχολιάζει καλύτερα ο Άρης Χατζηστεφάνου, ο έλληνας δημοσιογράφους του Skai που βρισκόταν πάνω στο πλοίο Mavi Marmara την ώρα που έγινε η επίθεση των ισραηλινών…

ακούστε τον

κι εδώ αν δεν δουλεύει το πρώτο λινκ.