Προχτές ένας φίλος με ρώτησε τι κόλλημα έχω φάει και γράφω σχεδόν αποκλειστικά τον τελευταίο καιρό για τη Γάζα. Τι κόλλημα έφαγα λοιπόν;

Δεν είναι κόλλημα, είναι που πλέον δεν έχω όρεξη να γράψω γι άλλα πράγματα. Για τι να γράψω; Πέρσι και πρόπερσι έγραφα ιστορίες. Ιστορίες από την παλιά μου γειτονιά, από το σχολείο μου, ιστορίες από μια Θεσσαλονίκη με χωματόδρομους και παιδιά που έπαιζαν τα καλοκαίρια σε αλάνες. Δεν μου βγαίνουν πλέον αυτές οι ιστορίες, δεν τελείωσαν αλλά δεν μου βγαίνουν. Είναι τόσο άσχημη η περιρρέουσα ατμόσφαιρα που δεν αφήνει χώρο για γλύκα και ομορφιά. Κι όχι μόνον η γενική ατμόσφαιρα αλλά και αυτά που ακούω από κοντινούς μου ανθρώπους, τους γύρω μου, τους γείτονες, τους φίλους. Φοβάμαι πλέον να σηκώσω το τηλέφωνο, φοβάμαι πως θα χτυπήσει για να μάθω μιαν άσχημη είδηση. Γύρω μου καρκίνοι και θάνατοι. Κι όσο κι αν με στεναχώρησε ο θάνατοις του πατέρα της κολλητής μου που τον ήξερα από παιδί, ελαφραίνει λίγο από τη σκέψη πως έφυγε πλήρης ημερών, ήσυχα κι ανάμεσα στους αγαπημένους του ανθρώπους, από έναν ήσυχο καρκίνο που του επέτρεψε όμως να ζήσει -από τότε που διαγνώστηκε- μερικά χρόνια ήσυχος και κυρίως χωρίς πόνους. Δεν είναι η ίδια στεναχώρια με τον καρκίνο ενός ανθρώπου στην ηλικία μου -άσχημου καρκίνου- με δύο παιδιά, το ένα μωρό. Με σόκαρε, αυτός ο καρκίνος ήρθε από το πουθενά μια μέρα που έκανε παιδικό πάρτι για τα γενέθλια των παιδιών του. Ένας πόνος, λίγος πυρετός, μια επίσκεψη στο νοσοκομείο μπας και είναι ουρολείμωξη και voila! έσκασε μύτη ο καρκίνος. Πως εμφανίζεσαι έτσι ρε καριόλη; Και σκέφτομαι, πως «δούλευε» μέσα του αυτό το πράγμα όταν το φθινόπωρο βαφτίζαμε τη μπέμπα του, όταν πέρσι τέτοιες μέρες γιορτάζαμε τα γενέθλια του μεγαλύτερου. Κι ήταν άνθρωπος που δεν είχε σχέσεις με καταχρήσεις, γυμναζόταν και πρόσεχε τη διατροφή του, είχε κόψει το τσιγάρο. Παπάρια, μη σου τύχει είναι…..

Δεν ξέρω λοιπόν πότε θα ξαναβρώ τα κέφια να γράψω παλιές ιστορίες, μπορεί ποτέ. Ίσως όμως πάλι να σας συστήσω τη γιαγιά μου σε επόμενη ανάρτηση…. ποιος ξέρει;

Advertisements