Το είπα και το κάνω, θα σας συστήσω τη γιαγιά μου, την Ανθή. Αυτή γνώρισα, μ’ αυτήν μεγάλωσα. Η άλλη η γιαγιά, η συνονόματή μου, δεν ζούσε μαζί μας και πέθανε νωρίς οπότε όταν λέω γιαγιά εννοώ πάντα τη γιαγιά μου την Ανθή.

Ανθή τη φωνάζαμε όλοι αλλά Ανθίτσα έγραφε η ταυτότητά της. Γεννημένη το 1907 στη Λούπιδα της Αν. Θράκης, ένα χωριό κοντά στην Περίσταση που ήταν παραθαλάσσιο κεφαλοχώρι. Οι απόγονοι των Περιστασινών που ήρθαν στην Ελλάδα μετά το ’22, ζουν στην Περίσταση της Κατερίνης· είχε κι η γιαγιά εκεί συγγενείς. Η γιαγιά ήταν από καλή οικογένεια, είχε πάει σχολείο και έγραφε με πολύ όμορφα καλλιγραφικά γράμματα. Σπάνια μιλούσε για το χωριό της και το πως ζούσαν μέχρι να έρθουν στην Ελλάδα. «Τι τα θες; Παλιές ιστορίες….» μου απαντούσε ,όποτε τη ρωτούσα. Αλλά από άσχετες κουβέντες έμαθα πως ζούσαν καλά μέχρι που άρχισαν να πλακώνουν στο χωριό οι Τσέτες, τους οποίους φοβόταν χριστιανοί και τούρκοι και κρύβονταν στις στέγες των σπιτιών μέχρι να περάσει ο κίνδυνος. Τα δε κορίτσια, κουκουλώνονταν σαν καλόγριες για να μη φαίνεται αμέσως πως είναι νέες και τις βιάσουν. Κάποια στιγμή, δεν ξέρω πότε ακριβώς, τους έστειλαν εξορία στη Νικομήδεια. Από κει γύρισαν αλλά πρόλαβαν να μείνουν στο σπίτι τους 17 μέρες και πήραν πάλι το δρόμο της προσφυγιάς, για την Ελλάδα αυτή τη φορά. Έχω ακόμα ένα μαυροκόκκινο χαλί από τότε. Το είχε φέρει νήμα η προγιαγιά από το χωριό τους και το ύφανε εδώ. Το έστρωναν το χειμώνα στο πατρικό μου και μετά το πήρα εγώ όταν έφυγα για σπουδές. Τώρα το έχω μαζεμένο στο πατάρι, δεν το στρώνω φοβάμαι μη το διαλύσω, είχε ήδη αρχίσει να φθείρεται στις άκρες του.

Θαλασσοπνίγηκαν λοιπόν κι έφτασαν στη Θεσσαλονίκη. Από τότε η γιαγιά δεν την ήθελε τη θάλασσα, κάποιες φορές που δέχτηκε να έρθει μαζί μας το καλοκαίρι καθόταν στην παραλία με γυρισμένη την πλάτη στη θάλασσα, ούτε το πόδι της δεν έβαζε μέσα! Στη Θεσσαλονίκη όμως δεν είχαν τι να κάνουν, αγρότες ήταν στον τόπο τους και η πόλη δεν τους βόλεψε. Έτσι πήραν κλήρους σ’ ένα χωριό της Καρατζόβας, κοντά στα σύνορα, και πήγαν να ζήσουν εκεί. Ξαναπρόκοψαν στη νέα τους πατρίδα, η γιαγιά παντρεύτηκε έναν άντρα από το Πελαδάρι, τον παππού μου, κι έκαναν δυο παιδιά τη μάνα μου και το θειό μου. Έχασαν κι ένα παιδί αλλά έτσι ήταν τότε η ζωή, δεν ζούσαν όλα τα παιδιά που έφερναν οι άνθρωποι στον κόσμο. Προκομμένος άνθρωπος αυτός και έξυπνος αλλά δεν πρόλαβαν να χαρούν τη ζωή τους και δεν πρόλαβα κι εγώ να τον γνωρίσω. Ο παππούς λοιπόν είχε αμπέλια, είχε μπακάλικο και σπίτι από πάνω στην πλατεία του χωριού, καφενείο και αποστακτήριο για τα ούζα της περιοχής. Είχε όμως και βιβλιοθήκη και διάβαζε στο μπαλκόνι του, ήταν συνδρομητής σ’ εφημερίδες και μόλις γεννιόταν τα παιδιά του τους άνοιγε λογαριασμό στην τράπεζα για τις σπουδές τους, κι όχι μόνον για το αγόρι. Τη γιαγιά δε, την είχε κορώνα στο κεφάλι του. Έλεγε πως ήταν το λουλούδι του σπιτιού του και το μόνο που έκανε εκείνη ήταν να μαγειρεύει, όλα τ’ άλλα τα φρόντιζαν άλλοι. Την έπαιρνε και κατέβαιναν όποτε μπορούσαν στη Θεσσαλονίκη, για να προμηθεύεται εκείνος βιβλία και να κάνει δουλειές και η γιαγιά ν’ αγοράζει τις κρέμες και τα υφάσματα για τα φουστάνια της. Κυρά κι αφέντρα την είχε….. Ήταν όμως πολύ όμορφη γυναίκα. Ψηλή κοντά 1.80, γαλανομάτα και ξανθή. Γαλανομάτης κι εκείνος και ψηλός, πρέπει να ήταν πολύ εντυπωσιακό ζευγάρι! Ο παππούς έξυπνος και ενημερωμένος όπως ήταν ,είχε πάρει χαμπάρι πως τα κρασιά δεν θα πουλιούνται για πολλά χρόνια ακόμα με τη νταμιτζάνα κι έσπευσε να βγάλει άδεια εμφιάλωσης για όλο το νομό, κάπου στη δεκαετία του ’30. Σκεφτόταν ν’ αρχίσει να εμφιαλώνει τα κρασιά του όπως στη Γαλλία αλλά δεν πρόκαμε. Ήρθε ο πόλεμος και παρ’ όλο που δεν πείνασαν όλα τα σχέδια έμειναν πίσω. Και μετά τον πόλεμο ήρθε ο Εμφύλιος και το τέλος του παππού. Όχι, δεν ήταν αντάρτης αλλά ο Εμφύλιος έδωσε μια καλή ευκαιρία σε πολλούς να ξεκαθαρίσουν τις προσωπικές τους διαφορές. Ο παππούς πρόκοβε αλλά αυτό έφερε ζήλιες. Έτσι, ανήμερα της γιορτής του και λίγο πριν κατέβει η γιαγιά με τα παιδιά από το σπίτι για τη γιορτή, τον έφαγε ο αδελφός του την ώρα που χόρευε με 9 μαχαιριές. Η ιστορία λέει πως ήταν ο πιο μπουνταλάς της οικογένειας, τον μέθυσαν και του τσίγκλισαν τη ζήλεια κι έτσι έγινε το κακό…. Το θέμα είναι πως ο παππούς πέθανε και κανείς δεν πήγε φυλακή. Δεν μου είπαν ποτέ τι και πως αλλά ο παππούς φαίνεται πως αριστερόφερνε κάπως (κατά τη γνώμη μου απλά δεν ήταν εντελώς στουρνάρι αλλά εκείνη την  εποχή οι διαβασμένοι ήταν ύποπτοι) είχε και η γιαγιά κάτι συγγενείς αντάρτες καπετάνιους, δεν ήθελε και πολύ για να κατηγορηθούν για αριστεροπροδότες και να δικαιολογηθεί έτσι η σφαγή. Έμεινε λοιπόν η καλομαθημένη μου γιαγιά χήρα με δύο παιδιά,  έρμαιο φυσικά στην όρεξη του καθένα που της το έπαιζε προστάτης για να της φάει την περιουσία και με το στίγμα της κομμουνίστριας. Ο χειρότερος συνδυασμός αυτός. Για την εποχή αυτή δεν μου είπαν ποτέ πολλά, ούτε η γιαγιά ούτε κι η μάνα μου. Ήταν κάτι που τις πονούσε πολύ και σπάνια αναφερόταν σ’ αυτά. Ό,τι ξέρω είναι από ξεφτίδια συζητήσεων μεταξύ τους που έφτασαν στ’ αυτιά μου. Η γιαγιά ντύθηκε στα μαύρα, στα κατάμαυρα για την ακρίβεια, και μαυρόφόρεσε και τα παιδιά της. Μαύρο φουστάνι η μαμά μου, μαύρο φιόγκο στα μαλλιά και μαύρα εσώρουχα. Στο σπίτι μαύρες κουρτίνες, μαύρα κρέπια στους καθρέφτες. Μέχρι που αρρώστησαν τα παιδιά, της είπε ένας γιατρός πως θα τα χάσει κι αυτά με τόση μαυρίλα και συνήλθε λίγο. Επιβίωσαν πάντως, πουλώντας κάποια πράγματα, χάνοντας κάποια άλλα όμως παρ΄όλα αυτά είχαν αρκετά για να ζουν. Είπαμε, ο παππούς τα είχε καταφέρει πολύ καλά. Όλα αυτά μέχρι που αγρίεψαν τα πράγματα και ο Εμφύλιος. Στο χωριό γινόταν συνεχώς μάχες, μια βομβάρδιζε ο Στρατός μια οι αντάρτες. Έτσι η γιαγιά έστειλε τη μάνα μου σε μια ξαδέλφη της στη Θεσσαλονίκη, πρώτον για να τη σώσει και δεύτερον για να βρει η ξαδέλφη ένα σπίτι ν’ αγοράσει  για τη γιαγιά με σκοπό να φύγει κι αυτή με το γιο από το χωριό  και να ζήσουν από κει και πέρα στην πόλη. Κι αφού το σπίτι βρέθηκε και όλα πήγαιναν καλά, για κάποιο λόγο η μάνα μου (;) αποφάσισε να γυρίσει στο χωριό για Πάσχα. Ούτε 10 χρονών παιδάκι και ξεκίνησε να πάει στο χωριό έχοντας και μερικούς «Ριζοσπάστες» κρυμμένους πάνω της και μέσα στο καλάθι της, εφημερίδες που τις είχε κρύψει εκεί μια άλλη θειά ή κουμπάρα τους θα σας γελάσω…. Γλύτωσε από το ψάξιμο στον έλεγχο που γινόταν στον Αξιό αλλά όταν έφτασε στο χωριό δεν βρήκε τη μάνα και τον αδελφό της ,οι οποίοι είχαν ξεκινήσει για τη Θεσσαλονίκη. Εμ, δεν υπήρχαν κινητά τότε να κάνουν οι άνθρωποι τις δουλειές τους…. Έτσι η γιαγιά μάζεψε άρον άρον το γιο και ξαναγύρισε στο χωριό να βρει την κόρη της. Κι εκεί έμεινε. Οι μάχες γύρω και μέσα στο χωριό χειροτέρεψαν, οι δρόμοι κόπηκαν (ποιοι δρόμοι δλδ κάτι καρόδρομοι…) και οι δικοί μου πήραν τα βουνά για να σωθούν μαζί με πολλούς άλλους. Πάνω στην ταραχή της η γιαγιά, αντί να πάρει μαζί της κανονικά ρούχα, πήρε τα μωρουδιακά των παιδιών της κι έτσι την έβγαλαν για κάτι μήνες στα βουνά χωρίς ρούχα. Τα έχανε εύκολα η γιαγιά μέχρι και μετά που τη θυμάμαι κι εγώ.

Στα βουνά λοιπόν να κρύβονται και να μπαινοβγαίνουν στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο, ο οποίος είχε ανοιχτά τα σύνορα για να μπορούν να μπαινοβγαίνουν οι αντάρτες. Μέχρι που τα έκλεισε κάποια στιγμή και έτσι εγκλωβίστηκαν οι δικοί μου από την άλλη πλευρά των συνόρων.

Επειδή η γιαγιά έφτασε τα 92 άρα έχει ακόμα δρόμο η ιστορία, η συνέχεια στο επόμενο…..

Στη φωτογραφία η γιαγιά με το κοντό για την εποχή και μοντέρνο φουστάνι, μοντέρνο χτένισμα και μεταξωτές κάλτσες κι ο παππούς ντυμένος τα καλά του σε φωτογραφία της εποχής, με φόντο κουβέρτα του Στρατού. Δεν ήταν κοντός ο παππούς απλά η γιαγιά ήταν πανύψηλη. Κάποιος που δεν τους χώνευε πολύ, έβγαλε τα μάτια τους στη φωτογραφία, το έκαναν αυτό παλιά χωρίς να έχω καταλάβει καλά το λόγο. Ήταν κάτι σαν βουντού; Ποιος ξέρει…

Advertisements