Στο νηπιαγωγείο κρατώντας το μολύβι μου και κοιτώντας σοβαρή το φακό…

Την πάσα την πήρα από τον Snowball που έγραψε για την κυρία Σαπφώ, μια δασκάλα του. Διαβάζοντας για τη δασκάλα του Χιονόμπαλα θυμήθηκα όλους τους δάσκαλους της ζωής μου, καλούς και κακούς.  Οι δάσκαλοί μας είναι οι άνθρωποι που –μετά τους γονείς- σημαδεύουν τη ζωή μας. Αν ευτυχίσουμε να γνωρίσουμε κάποιους καλούς (το καλός σηκώνει μεγάλη κουβέντα γιατί μπορεί ο καλός για μένα να είναι κακός για το διπλανό μου) είναι σίγουρο πως η επιρροή τους θα είναι αρκετά μεγάλη και θα οδηγήσει τη ζωή μας σε κάποιο δρόμο που ίσως δεν θα τον βλέπαμε αν δεν τους συναντούσαμε. Εγώ ήμουν τυχερή, οι δάσκαλοί μου ήταν κάποιοι εξαιρετικοί, οι περισσότεροι αδιάφοροι και κάποιοι κακοί.

Στο νηπιαγωγείο, που ήταν και το μοναδικό ιδιωτικό σχολείο της ζωής μου, είχα την κυρία Ευγενία Παπαδοπούλου. Τη θυμάμαι ακόμα με γλύκα γιατί ήταν στ’ αλήθεια μια γλυκιά γυναίκα. Δεν ήταν πολύ νέα, η άλλη δασκάλα ήταν νεότερη αλλά θεωρώ πως ήμουν τυχερή που ήμουν στο δικό της τμήμα. Στο τέλος της χρονιάς μας έδωσε ένα πολύ ωραίο βιβλιαράκι με τις καλύτερες εργασίες μας (Τα Πρώτα Φτερουγίσματα) και δύο δικά της ποιήματα που τα πρώτα χρόνια που πήγα στο Δημοτικό τα διάβαζα και δάκρυζα γιατί μουθύμιζαν πόσο ωραία ήταν στο νηπιαγωγείο, παρ’ όλο που εκεί δεν είχα φίλους, με θυμάμαι σαν ένα μοναχικόνα μοναχικό παιδί που έπαιζε κυρίως μόνο του στα διαλείμματα.

Μετά από τη γλυκεία εμπειρία του νηπιαγωγείου θα ήταν σοκαριστική μια άσχημη εμπειρία στην πρώτη τάξη του δημοτικού αλλά ήμουν τυχερή. Η πρώτη μου δασκάλα ήταν η κυρία Λούλα, μια φωτισμένη δασκάλα για την εποχή της. Η κυρία Λούλα ήταν

μεγαλούτσικη σε ηλικία, πολύ κομψή και  πάντα περιποιημένη, κυρίως όμως αγαπούσε τη δουλειά της και τα παιδιά. Αγαπούσε πολύ και μένα. Όταν μεγάλωσα αρκετά συνειδητοποίησα πως η κυρία Λούλα, στα μέσα της δεκαετίας του ’60, χρησιμοποιούσε για τους μαθητές της το μοντεσσοριανό σύστημα για την εκμάθηση της ανάγνωσης. Εντυπωσιακό ε; Οι γονείς στην αρχή ανησυχούσαν που δεν μας έδωσε βιβλία με του που πήγαμε στο σχολείο κι ο καιρός περνούσε και μεις  δεν καθόμασταν να συλλαβίσουμε το «Λόλα, να ένα μήλο». Συζητούσαν μεταξύ τους για το θέμα αλλά τότε ο δάσκαλος γραφόταν με κεφαλαίο Δ, έχαιρε σεβασμού και κανένας γονιός δεν υπήρχε περίπτωση να πάει να του ζητήσει τα ρέστα για το πως έκανε τη δουλειά του. Έφτασαν Χριστούγεννα και βιβλία δεν είχαμε δει ακόμα. Και ω! του θαύματος…. ξαφνικά μέσα στις διακοπές των Χριστουγέννων τα περισσότερα παιδιά διαβάσαμε. Διαβάσαμε ταμπέλες, τίτλους εφημερίδων, βιβλία που βρήκαμε στα σπίτια μας κι ό,τι τυπωμένο έπεφτε στα χέρια μας. Θυμάμαι ακόμα ποια ήταν η πρώτη λέξη που διάβασα. «ΚΙΖΑΣ», μια ταμπέλα στην οδό Βενιζέλου. Ο πατέρας μου δεν πίστεψε πως τη διάβασα μόνη μου, φαντάστηκε πως κάπως το θυμόμουν και μ’ έβαλε να διαβάσω κι άλλες. Πείστηκε μετά από πάρα πολλές ταμπέλες που διάβασα πως η κόρη του ξέρει πλέον να διαβάζει και δεν τον κοροϊδεύει. Οι γονείς που ήταν έτοιμοι πλέον, όχι να διαμαρτυρηθούν αλλά να ρωτήσουν γιατί δεν έχουμε βιβλία και πότε θα μάθουμε επιτέλους να διαβάζουμε, έμειναν μ’ ανοιχτό το στόμα. Από εκείνα τα Χριστούγεννα και για τα δύο υπόλοιπα χρόνια έπιναν νερό στ’ όνομά της και δεν τους πέρασε ποτέ ξανά από το νου να την αμφισβητήσουν κι εμείς τη λατρεύαμε.

Ζωγραφιά από το νηπιαγωγείο που βρίσκεται στα «Πρώτα Φτερουγίσματα»

Με τέτοιο ξεκίνημα στη σχολική μου ζωή νόμιζα πως όλοι οι δάσκαλοι είναι έτσι αλλά ήρθε η κυρία Ευρυδίκη στην Δ’ δημοτικού να με προσγειώσει στην πραγματικότητα. Καμμία σχέση με τη γλυκειά μας κυρία Λούλα, αυτή ήταν μια ξινή γυναίκα και κρυόκωλη που φορούσε συνήθως κάτι μαύρα και άθλια ρούχα. Που η Λούλα με τα χρώματά της και τις μοντέρνες ζώνες και τα πάντα χτενισμένα στο κομμωτήριο μαλλιά της…. Πέρασε ένας χρόνος με την Ευρυδίκη κακήν κακώς και μετά μας ανέλαβε ο κύριος Κωνσταντίνου για τις δύο τελευταίες τάξεις. Είχαμε μεγαλώσει πλέον και ήταν σύνηθες τις μεγάλες τάξεις να τις αναλαμβάνουν άντρες δάσκαλοι. Αδιάφορος δάσκαλος ο Κωνσταντίνου, είχε δύο κοστούμια που τα φορούσε το ένα τη μισή χρονιά και το δεύτερο την άλλη μισή και μάλλον περισσότερο τον απασχολούσε ο γιός του παρά εμείς. Ο γιος του, που τότε δεν καταλάβαμε τι ακριβώς έτρεχε αλλά μάλλον δικαίως τον προβλημάτιζε το δάσκαλό μας ένας γιος με μακρυά μαλλιά μέχρι τη μέση, μεσούσης της Χούντας.

Στα χρόνια του γυμνασίου και του λυκείου δεν θυμάμαι κάτι ιδιαίτερο, τους θυμάμαι σχεδόν όλους αλλά ήταν ή εντελώς «νούμερα» ή αδιάφοροι ή η θεούσα που πάθαινε αμόκ όταν μας έβλεπε να γελάμε ή να διασκεδάζουμε. Κι όσο περισσότερο πάθαινε αμόκ τόσο περισσότερο γελούσαμε και την κουρντίζαμε. Όχι τίποτε φοβερά πράγματα, στη σημερινή εποχή θ’ ακουστούν παιδικά όσα της κάναμε αλλά τότε θεωρούνταν λόγοι για αποβολή. Μόνο δύο ξεχώριζαν θετικά από το σωρό. Η φιλόλογος που είχαμε στην τελευταία τάξη, η κυρία Τομπαΐδου, που καταλαβαίνοντας πως σε τμήμα θετικής κατεύθυνσης (πρακτικό το λέγαμε τότε) ήταν αστείο να επιμένει στον τύπο του αρχαίου συντακτικού κι έτσι κουβεντιάζαμε τα θέματα που γεννούσε η Αντιγόνη (που τη διδασκόμασταν στο πρωτότυπο κι όχι από μετάφραση) κι όχι το συντακτικό της. Μ’ αυτό τον τρόπο κατάφερε να μη κοιμόμαστε στο μάθημά της αλλά αντίθετα να συμμετέχουμε με πάθος στη συζήτηση. Ήταν και ο θεολόγος μας, ένας παπάς που μόλις τον είδαμε στο σχολείο λαδώσαμε τη σούβλα κι ετοιμαστήκαμε να τον σουβλίσουμε τελετουργικά στην αυλή,  ο οποίος όμως μας κέρδισε αμέσως κι έτσι η σούβλα έμεινε ξεχασμένη. Δεν ήταν φυσικά τυπικός παπάς, μας δήλωσε πως ήταν ένθεος μαρξιστής και αντί να μας μιλάει γιαμια ακόμη φορά το τυπικό της ορθόδοξης πίστης, συζητούσαμε όσα μπορούσαν να αφορούν την ηλικία μας και να μας προβληματίζουν. Δεν θυμάμαι τ’ όνομά του αλλά είμαι σίγουρη πως καμμιά μας δεν τον έχει ξεχάσει.

Ακρυλικό σε καμβά του Τάκη Κατσουλίδη

Μπορεί να μη βρήκα αξιόλογους δασκάλους στο σχολείο αλλά ένας δάσκαλος που με καθόρισε ήταν ο καθηγητής μου στα μαθήματα της φυσικής και της χημείας στο φροντιστήριο. Ο Γιώργος ο Κίττου, που τον λάτρεψα γιατί πήγα στο φροντιστήριο υπό το κράτος του πανικού αφού ξαφνικά στην δ’ γυμνασίου (από την επόμενη χρονιά ιδρύθηκε το Λύκειο) δεν καταλάβαινα τίποτε και μ’ ένα μαγικό τρόπο μετά από λίγο καιρό καταλάβαινα όχι μόνον όσα έλεγε το βιβλίο αλλά πολύ περισσότερα. Ο τρόπος που μας δίδασκε τη φυσική και τη χημεία ήταν ακριβώς ο τρόπος που ήθελα εγώ για να μάθω, ήθελα να μπορώ να κατανοώ τα «γιατί» κι όχι να μαθαίνω απ’ έξω τύπους. Μετά από δύο χρόνια μαζί του ήξερα φυσική και χημεία και το «ήξερα» το χρησιμοποιώ με όλη τη σημασία της λέξης. Ακόμα θυμάμαι πράγματα από τότε και είμαι σίγουρη πως αν ασχοληθώ λίγο θα τα

ξαναθυμηθώ. Να είναι καλά όπου και νάναι…

Στο πανεπιστήμιο δεν βρήκα φωτισμένους δάσκαλους, ούτε καν δάσκαλους δεν βρήκα παρά κάτι άθλιους μαλάκες που μ’ έκαναν μετά τις πρώτες φορές να μη ξαναπατήσω σε αμφιθέατρο και αίθουσα διδασκαλίας. Έκανα την «Εξ αποστάσεως εκπαίδευση» πραγματικότητα, πριν ακόμα τη μάθουμε σαν όρο, όπως και πάρα πολλοί φοιτητές της γενιάς μου. Πτυχίο πήρα φυσικά και μόλις τελείωσα πήγα να πάρω ακόμα ένα.  Στη δεύτερη σχολή μου ευτύχησα να έχω δάσκαλο σε κάποια μαθήματα έναν εξαιρετικό ζωγράφο και χαράκτη, τον Τάκη Κατσουλίδη, που για πολλούς συμφοιτητές μου ήταν αδιάφορος ή και κακός αλλά εγώ σαν μαθήτριά του έβγαλα τις καλύτερες δουλειές μου στη σχολή. Γιαυτό είπα παραπάνω πως είναι μεγάλη κουβέντα το ποιος, πως και για ποιον είναι ένας δάσκαλος καλός.

Δεν τελείωσα όμως, ακόμα και στις τελευταίες μου σπουδές ευτύχησα με δύο καθηγητές μου, δύο στους τέσσερις είναι εξαιρετικό ποσοστό νομίζω. Ας μη τους αναφέρω όμως ονομαστικά μια και είναι πολύ πρόσφατες αυτές οι σπουδές.

Advertisements