Άντε βρε….


«Άντε βρε» μου είπε προχτές ένας φίλος «δεν θα γράψεις πάλι καμμιά ιστορία να διαβάσουμε;»

«Δεν ξέρω», του απάντησα «βαριέμαι τα πανταόλα…» Και να πεις δεν υπάρχουν θέματα για να γράψει κάποιος; Από που να πρωταρχίσω… Το χαμό στην Ιαπωνία που είμαι σίγουρη πως αυτά που μαθαίνουμε δεν είναι ούτε το 10% απ’ αυτά που συμβαίνουν; Για τη Λιβύη και τον πόλεμο προπαγάνδας που μαίνεται εκεί κάτω πέρα από τον πραγματικό πόλεμο; Για τον πόλεμο στην Κερατέα, που μαίνεται κι αυτός κάθε μέρα αλλά μούγκα τα ΜΜΕ; Για το Νέο Λύκειο που εξήγγειλε μετά βαΐων και κλάδων η υπουργάρα μας και στους παλιότερους σίγουρα θα θυμίσει το σύστημα για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια που ίσχυε πριν τις δέσμες του 1980; Για το μεταναστευτικό και τα γεγονότα στην Υπατία, που υποσχέθηκα στον Πάνο να του πω τη γνώμη μου; Ποια γνώμη δλδ, για μένα το μεταναστευτικό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της εποχής μας, το πρόβλημα με τις περισσότερες παραμέτρους. Κάτι σαν το παιχνίδι Jenga, που ό,τι και να κουνήσεις απρόσεκτα έχει σαν αποτέλεσμα την κατάρρευση του οικοδομήματος. Μια φράση στριφογυρίζει στο μυαλό μου κάθε φορά που σκέφτομαι το ματαναστευτικό, μια φράση που διάβασα πέρσι σ’ ένα βιβλίο για την οικονομική παγκοσμιοποίηση «Παλιά οι άνθρωποι έδιναν παγκόσμιες λύσεις στα τοπικά προβλήματα, στον καιρό όμως της παγκόσμιας διακυβέρνησης η προσπάθεια είναι να δοθούν τοπικές λύσεις σε παγκόσμια προβλήματα». Νομίζω πως αυτή η φράση μπορεί σε μεγάλο βαθμό να περιγράψει το πρόβλημα της μετανάστευσης (σκόπιμα δεν ξεχωρίζω τους μετανάστες σε λαθραίους ή όχι). Γιατί η μετανάστευση είναι πρόβλημα το οποίο όμως έχει γίνει λάστιχο από το τράβηγμα που κάνει ο καθένας κατά το δοκούν, χωρίς διάθεση ψύχραιμης αντιμετώπισης. Όπως και το γεγονός πως σήμερα αγγίζει κάποιους λαούς και αύριο μπορεί να αγγίξει εμάς, να γίνουμε εμείς οι απόβλητοι παρίες που θα είμαστε θύματα επιτήδειων και δουλέμπορων, που θα δίνουμε τρελά λεφτά για να πάμε κάπου όπου θα έχουμε μια ελπίδα για καλύτερη ζωή. Πράγμα που συνέβαινε μερικά χρόνια πριν, έστω και με διαφορετικές παραμέτρους.

Όλα αυτά στήνουν χορό κάθε μέρα στο κεφάλι μου αλλά δεν βρίσκω νόημα για μια ακόμα μπλογκερική ανάλυση, άλλοι γράφουν πολύ καλύτερα και πολύ πιο εμπεριστατωμένα. Χρωστάω όμως κάτι, κι όταν χρωστάω δεν μπορώ να ησυχάσω.  Κάποια στιγμή ξεκίνησα να γράφω για τη γειτονιά που μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Η πρώτη ιδέα ήταν να γράψω για τους μαγαζάτορες της γειτονιάς και μου την έδωσε η Faraona. Για όλους τους άλλους έγραψα αλλά αυτούς τους άφησα στην άκρη, όλο την επόμενη φορά έλεγα κι όλο κάτι άλλο προέκυπτε κι αυτοί δεν φάνηκαν πουθενά. Τους το χρωστάω όμως, δεν ήταν και πολλοί δα….

Ήταν ο κυρ Γιώργος, ο μπακάλης, κοντός με κοιλιά, μαύρο μαλλί κορακάτο περασμένο με μπριγιαντίνη και χτενισμένο προς τα πίσω, μουστάκι και την απαραίτητη ποδιά του μπακάλη. Πόντιος, έκανε παρέα με το μπαμπά και στο σπίτι του, που ήταν στην παραπέρα γειτονιά, είδαμε το θρυλικό ματς ΠΑΟ – Άγιαξ στο Wembley. Είχε πλημμυρίσει κόσμο το σαλόνι του, δεν είχαν τότε όλοι τηλεόραση στο σπίτι τους.  Πέθανε όπως έμαθα ένα δυο χρόνια πριν το θάνατο του δικού μου πατέρα, ήταν και κοντινοί στην ηλικία. Έχω ακόμα στη μύτη μου τη μυρωδιά που σ’ έπιανε απ’ τα μούτρα μόλις έμπαινες στο μαγαζί του, κάτι ανάμεσα σε απορρυπαντικό και φέτα. Όλα τα πράγματα είχαν αυτή τη μυρωδιά, το τυρί μύριζε και λίγο απορρυπαντικό. Είχε τσουβάλια με ρύζια και φασόλια και φακές, μια βιτρίνα-ψυγείο για τα τυριά και τα σαλάμια και τη χαρακτηριστική «πιάστρα» για να κατεβάζει από τα πάνω ράφια τις κονσέρβες και τα χαρτιά υγείας.  Εννοείται πως υπήρχε πάνω στον πάγκο του το κλασικό τεφτέρι για τα βερεσέδια, στο οποίο η μάνα μου υπερηφανευόταν πως δεν είχαμε ποτέ γραφτεί. Το να χρωστάμε έστω και μια δραχμή θεωρούνταν μεγάλη ντροπή για τη μαμά, καλύτερα να μην τρώγαμε.

Παραδίπλα ήταν το ζαχαροπλαστείο του κυρ Αντρέα, Ανδρέας Μπάτζιος αν δεν κάνω λάθος έγραφε η ταμπέλα αλλά δεν θυμάμαι το όνομα του μαγαζιού, πιθανόν κάτι σε «Γαρδένια»…. χμμμ κάτι μου λέει αυτό….. Ήταν μόνος του ο κυρ Αντρέας, ανύπαντρος, κι είχε έναν ανηψιό να τον βοηθάει στο εργαστήριο. Το ζαχαροπλαστείο ήταν το γλυκό μας όνειρο, ήταν ακόμα η εποχή που πήγαινες επίσκεψη μ’ ένα κουτί πάστες και στα γενέθλια οι φίλοι σου σου έφερναν για δώρο μια μεγάλη σοκολάτα αμυγδάλου ΙΟΝ και ήσουν ευτυχισμένος. Ο κυρ Αντρέας έκανε ένα υπέροχο γλυκό, τις «μπανάνες», έτσι το έλεγε. Σιροπιαστό, με γέμιση καρυδάτη και φύλλο σφολιάτας, σε μέγεθος και σχήμα μπανάνας. Θυμάμαι κάτι ευτυχισμένα απογεύματα Κυριακής που η μαμά μας έδινε λεφτά να αγοράσουμε μία «μπανάνα» για τον καθένα και φεύγαμε πετώντας για το ζαχαροπλαστείο του Αντρέα. Μετά ακθόμασταν στο μικρό μπαλκόνι μας και το τρώγαμε μπουκιά μπουκιά, απολαμβάνοντάς το. Νομίζω πως δεν έχω ξαναφάει τόσο νόστιμο γλυκό ή πάλι μπορεί απλά να το έκανε νόστιμο το γεγονός πως δεν ήταν καθημερινό και στη μνήμη μου το έχω συνδυάσει με ζεστά καλοκαιρινά απογεύματα και καλή διάθεση. Είχε και δυο τρία τραπεζάκια έξω από το μαγαζί του, εκείνη την εποχή ήταν έξοδος να βγει η οικογένεια να φάει μια πάστα σε ζαχαροπλαστείο, όλα τα ζαχαροπλαστεία είχαν τραπεζάκια. Ο Αντρέας έφτιαχνε τα γλυκά, σέρβιρε τις πάστες όταν είχε πελάτες στα τραπεζάκια και έψηνε κανένα καφεδάκι για τους μερακλήδες. Κανονικό ψήσιμο, όχι 10’’ στη μηχανή και σερβίρισμα έτσι ώστε ο καφές να είναι καραβίσιος. Μερικά απογεύματα, τον θυμάμαι να κάθεται μόνος φορώντας την ποδιά του σε κάποιο από τα τραπεζάκια του στο πεζοδρόμιο και να καπνίζει. Ήταν μοναχικός άνθρωπος όμως, δεν θυμάμαι πολλές κουβέντες και πειράγματα όταν περνάγαμε.

Από την άλλη μεριά του μπακάλικου το ψιλικατζίδικο του κυρ Αβραάμ, γεμάτο με θησαυριούς που κόστιζαν μία ή μισή δραχμή, άντε δίφραγκο, αλλά παρ’ ό’ αυτά δεν ήταν εύκολο να τις αποκτήσουμε. Ο κυρ Αβραάμ ήταν γέρος, ψηλός, αδύνατος και μόνος. Ποτέ δεν κατάλαβα αν το Αβραάμ ήταν όνομα εβραϊκό ή ποντιακό. Πολλές φορές οι γείτονες αναφέρονταν σ’ αυτόν με το όνομα Αβραμίκος και χαμήλωναν τη φωνή, πράγμα που πάντα μ’ έκανε να πιστεύω πως ήταν εβραίος που γλύτωσε το στρατόπεδο, κι αυτό από μόνο του μ’ έκανε να σκιάζομαι όποτε έμπαινα στο μαγαζί του. Δεν ξέρω γιατί, έτσι κι αλλιώς τότε λίγα πράγματα ήξερα για το Ολοκαύτωμα κι αυτά από μισόλογα των μεγάλων. Το μαγαζί του ήταν σκοτεινό και σκονισμένο, είχε μια βιτρίνα με τους «θησαυρούς», μικρά κουκλάκια-μωράκια, δαχτυλιδάκια μπακιρένια και βραχιολάκια και διάφορα τέτοια γυαλιστερά που φάνταζαν στα μάτια μας σαν θησαυρός. Αλλά ακόμα κι αν βάζαμε στην άκρη τη δραχμή ή το δίφραγκο που χρειαζόταν για να γίνει δικός μας ο θησαυρός πάντα είχαμε το φόβο της μάνας που θα μας έκραζε που χαλάμε λεφτά σε σαχλαμάρες. Και φυσικά δεν υπήρχε περίπτωση να βγάλουμε γλώσσα και να πούμε πως θα κάναμε ό,τι γουστάρουμε με το χαρτζηλίκι μας και πως αν δεν θέλαμε κουλούρι αλλά κουκλάκι αυτό ήταν δική μας επιλογή… Μόνο για ν’ αγοράσεις κουλούρι άξιζε να δώσεις μια δραχμή, όχι για μπακιρένιες σαχλαμάρες. Που να τα φανταστούν αυτά τα παιδιά τα σημερινά, τα παιδιά μας….. Ποιος ξέρει, ίσως γιατί εκείνη η λαμπερή μπακιρένια σαχλαμαρίτσα μας έμεινε απωθημένο δεν τους αρνιόμαστε εύκολα κάτι.

Απέναντι απ’ αυτούς ήταν ο φούρνος της κυρά Λαμπρινής. Κλασική εικόνα φουρνάρισσας η Λαμπρινή, χοντρή, γελαστή, φορούσε πάντα μια μακρυά φούστα και μακρυά ποδιά πάντα αλευρωμένη. Ο φούρνος ήταν σ’ ένα παλιό κτίσμα, κατέβαινες δυο σκαλάκια για να μπεις, έψηνε φυσικά με ξύλα το ψωμί και το έβαζε σε ξύλινες πινακωτές (πινακωτή-πινακωτή, έλα από τ’ άλλο μου αυτί….) και μοσχομύριζε όλη η γειτονιά. Δούλευαν μαζί οι κόρες και οι γαμπροί της, κάποια στιγμή μετά το σεισμό γκρεμίστηκε το πέτρινο παλιό κτίσμα που στέγαζε το φούρνο και χτίστηκε πολυκατοικία στη θέση του. Ο φούρνος εξακολουθούσε να λειτουργεί σε μαγαζί της καινούριας πολυκατοικίας αλλά πλέον δεν έψηνε με ξύλα και δεν μοσχομύριζε η γειτονιά. Μου ήρθε να βάλω τα κλάμματα όταν πέρασα κάποια στιγμή και το είδα, αυτό σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής, όχι ο σεισμός και ο χαμός του δικού μου σπιτιού. Η καλύτερη στιγμή του φούρνου ήταν το Πάσχα, τότε που όλες οι νοικοκυρές έτρεχαν να πάρουν λαμαρίνες (μεγάλα ρηχά ταψιά) από το φούρνο, να τα γεμίσουν με τσουρέκια και να τα ξαναπάνε στο φούρνο για ψήσιμο. Μεθυστική ήταν τότε η γειτονία… Μύριζε τσουρέκια, τις ανθισμένες γλυσίνες του Γιουλούντα κι λουλούδια από τους κήπους και τα μπαλκόνια, ο καιρός ήταν ανοιξιάτικος συνήθως και γλυκός, η μέρα είχε ήδη μεγαλώσει. Ήταν η δουλειά μου να τρέχω στο φούρνο να φέρω λαμαρίνες, να βοηθήσω τη γιαγιά στο πλάσιμο των  τσουρεκιών, φτιάχναμε ένα σωρό σχέδια όχι μόνο πλεξούδες και να τη βοηθάω να τα κουβαλήσει στο φούρνο. Ένα σωρό λαμαρίνες γεμίζαμε, φαγανά ήμασταν όλα μας….. Η γιαγιά ζύμωνε τα τσουρέκια σε μια μεγάλη λεκάνη και μετά τα τύλιγε ζεστά να φουσκώσει το ζυμάρι, τα έλεγχε συνέχεια, τα σταύρωνε να μη τα πιάσει μάτι και τους μιλούσε σαν να ήταν ζωντάνα. Η απόλυτη λιχουδιά, τσουρέκι της γιαγιάς να μοσχοβολάει μαχλέπι και βανίλια κι ένα ποτήρι γάλα. Έτσι το καταλάβαινα το Πάσχα τότε, από τις μυρωδιές και τα κόκκινα πανιά που έδεναν στα κάγκελα οι γυναίκες τη Μ. Πέμπτη που έβαφαν αυγά. Τώρα πλέον έρχεται και φεύγει και τίποτε δεν αλλάζει, αν δεν υπήρχαν οι διακοπές δεν θα το καταλάβαινα.

Αυτοί ήταν οι μαγαζάτορες της γειτονιάς μου που τους χρωστούσα αυτό το ποστ. Θα μου πείτε δεν είχατε μανάβη στη γειτονιά; Είχαμε, τη Μαρίκα αλλά για τη Μαρίκα είχα γράψει παλιά.

Advertisements

Gabriella Ferri


Είναι Πάσχα του 1984 κι έχω ανέβει στη Θεσσαλονίκη για τις διακοπές. Με την κολλητή μου είμαστε σε μια περίεργη κατάσταση, περνάει τη φάση της και δεν την καταλαβαίνω οπότε κάνω πίσω εκείνες τις μέρες. Αυτό σημαίνει όμως πως ξαφνικά είμαι «άστεγη». Όχι, δεν μ’ έχουν διώξει και από το σπίτι μου αλλά ελάτε στη θέση μου…. είναι ήδη ο έκτος χρόνος που ζω μόνη, σε άλλη πόλη. Κάθε φορά που γυρνάω στη Θεσσαλονίκη για διακοπές είναι και πιο δύσκολο να ξαναμπω στο παιδικό μου κρεβάτι και να ξανα-υποταχτώ στους κανόνες της οικογένειας. Έτσι κάθε φορά στις διακοπές έχουμε μεγάλους καυγάδες για όσα σε μένα φαίνονται αυτονόητα αλλά όχι και στους υπόλοιπους. Αυτός είναι και ο λόγος που φροντιζω να εξαφανίζομαι από το σπίτι όσο περισσότερες ώρες μπορώ. Κι επειδή δεν γίνεται να βολοδέρνομαι όλη μέρα στους δρόμους πάω και τη χώνομαι στο σπίτι της κολλητής μου που είχε κάνει την επανάστασή της και έμενε μόνη σχεδόν αμέσως μόλις τελειώσαμε το σχολείο.

Εκείνη την εποχή συγκατοικούσε με μια άλλη παλιά μας συμμαθήτρια και είναι στην εποχή της μεγάλης τρέλας. Επειδή οι φάσεις μας δεν ταίριαζαν εκείνο το Πάσχα, δεν περνούσα σχεδόν καθόλου από το σπίτι της προτιμώντας να κόβω βόλτες στο κέντρο και στην Παραλία ή να θυμάμαι και να επισκέπτομαι διάφορους ξεχασμένους φίλους και γνωστούς. Σε μια απ’ αυτές τις βόλτες συνάντησα το Γιάννο, έναν αρχιτέκτονα αρκετά μεγαλύτερό μου που τον είχα γνωρίσει ένα δυο χρόνια πριν μέσω άλλων φίλων. Τον πέτυχα σε μια βόλτα στην Παραλία, εγώ με τα πόδια κι αυτός με το ποδήλατό του.  Πιάσαμε την κουβέντα και με κάλεσε στο σπίτι του για καφέ. Πήγα και μιας και έμενε κοντά στο πατρικό μου, το σπίτι του Γιάννου έγινε το καταφύγιό μου για κείνο το Πάσχα. Ο Γιάννος ήταν καλή παρέα, δεν μου την έπεφτε (τουλάχιστον όχι άγρια, λίγο ίσως και πολύ διακριτικά), είχε ωραίο καφέ, καλές μουσικές και πολλά βιβλία. Συν ενδιαφέρουσες κουβέντες που για μένα -την τότε πιτσιρίκα- ήταν «μαγνήτης». Εκείνο το Πάσχα λοιπόν, στο σπίτι του Γιάννου «γνώρισα» την Gabriella Ferri.  Είχε δύο μεγάλες αγάπες ο φίλος μου, τη Ferri και τη Σέριφο. Στο σαλίνι του είχε δύο κορνίζες που το περιέχομένό τους με εντυπωσίασε από την πρώτη στιγμή. Στη μία, μέσα σ’ ένα μεγάλο μπλε φόντο, κολυμπούσε καταμεσής η Σέριφος, κομμένη από χάρτη. Μια μικρούλα Σέριφος που στο κέντρο του κάδρου γινόταν το κέντρο του τοίχου. Ο Γιάννος είχε έρωτα με το νησί κι αυτός ήταν ο τρόπος που βρήκε για να τον εκφράσει. Στο άλλο κάδρο είχε τη Gabriella Ferri, αν θυμάμαι καλά από ένα εξώφυλλο ιταλικού περιοδικού με τίτλο κάτι σαν: «Γκαμπριέλα Φέρι, μια καλλιτέχνις ή ένας καραγκιόζης;». Μου έκανε εντύπωση, δεν την είχα ξανακούσει και φυσικά μόλις ρώτησα ποια είναι, έδωσα εναύσμα στο Γιάννο να μου μιλάει με τις ώρες για την αγαπημένη του τραγουδίστρια. Άκουσα τότε πολλά δικά της τραγούδια  και μου έγραψε και μια κασέτα ο Γιάννος να πάρω μαζί μου φεύγοντας. Μη έχοντας όμως πικάπ δεν ασχολήθηκα παραπάνω με το να βρω περισσότερους δίσκους της. Ξανάπεσα πάνω της όταν «κληρονόμησα» ένα στερεοφωνικό και χωνόμουν στο “Philodisc” για να τσιμπήσω κανένα φτηνό βινύλιο. Εκεί βρήκα ένα δυο δίσκους της και τους αγόρασα. Όταν την πρωτόπαιξα σε φίλους δεν τους πολυάρεσε, ήταν η εποχή που είχε γίνει μόδα η Nuova Compagnia di Canto Popolare και η Ferri ακουγόταν λίγο άγρια στ’ αυτιά τους. Εμένα πάλι αυτή η «αγριάδα» μου άρεσε, ίσως να με είχε επηρεάσει κι ο Γιάννος.

Η Gabriella Ferri λοιπόν, γεννήθηκε στη Ρώμη στις 18 Σεπτεμβρίου του 1942 και πέθανε στις 3 Απριλίου του 2004. Ο πατέρας της, Vittorio, ήταν έμπορος γλυκών  και λάτρης των παραδοσιακών λαϊκών τραγουδιών της Ρώμης.

Η σταδιοδρομία της ξεκίνησε σε ένα νυχτερινό κλαμπ του Μιλάνου το 1963 και το 1965 είχε έκανε ένα πολύ επιτυχημένο ξεκίνημα στη μουσική σκηνή της Ρώμης, τραγουδώντας δημοφιλή λαϊκά τραγούδια της Ρώμης. Όλα ξεκίνησαν όταν η Gabriella συνάντησε τη Luisa De Santis και τα δύο κορίτσια έγιναν στενές φίλες. Και οι δύο απολάμβαναν το τραγούδι και αποφάσισαν να παρουσιαστούν ως duo: Luisa e Gabriella, τραγουδώντας λαϊκά τραγούδια της Ρώμης. Κατά τη διάρκεια μιας παράστασης στο «Intra Club» στο Μιλάνο το 1963, τις πρόσεξε ο Walter Guertler, ο οποίος τους έκανε συμβόλαιο  και τις βοήθησε στην παραγωγή του  πρώτου τους single «Joly», που ήταν μια νέα ερμηνεία του λαϊκού τραγουδιού «La società dei magnaccioni ». Μετά από μια εμφάνιση στην τηλεόραση στο show του Mike Bongiorno, το single τους πούλησε πάνω από 500.000 αντίτυπα. Το πρώτο τους single ακολούθησαν άλλα όπως τα «Sciuri sciuri e Vitti’na crozzà» και «La povera Cecilia» αλλά με μικρότερη επιτυχία. Λόγω αυτής της μικρής επιτυχίας αλλά και του γεγονότος πως η Luisa δεν ευχαριστιέται την επαφή με το κοινό, το δίδυμο αποφασίζει να χωρίσει. Η Gabriella συνέχισε την καριέρα της ως σόλο καλλιτέχνης και θα κυκλοφορήσει το πρώτο της άλμπουμ το 1966. Την ίδια χρονιά περιόδευσε στον Καναδά, μαζί με άλλους λαϊκούς καλλιτέχνες, όπως η Κατερίνα Bueno, Otello Profazio και Lino Toffolo, σε παράσταση σε σκηνοθεσία του Alda Trionfo.

Το 1968 υπέγραψε στην ARC και κυκλοφόρησαν το single «Ε scesa ormai la sera», που δεν έγινε μεγάλη επιτυχία στην Ιταλία. Ωστόσο, το b-side του single – «Τι regalo gli occhi miei» – ηχογραφήθηκε και στα ισπανικά ως «Te regalo mis ojos». Αυτή η ισπανική ηχογράφηση πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα στη Νότια Αμερική. Το 1969 υπέγραψε με RCA της Ιταλίας και συμμετείχε στο φεστιβάλ του Σαν Ρέμο, μαζί με τον Stevie Wonder. Τραγούδησε ένα σπουδαίο rhythm ‘n blues τραγούδι, το «Se tu ragazzo mio» αλλά το τραγούδι αποκλείστηκε στον πρώτο γύρο. Η Gabriella δεν έλαβε από τότε ποτέ ξανά μέρος στο φεστιβάλ του Σαν Ρέμο. Ωστόσο, το τραγούδι έγινε εμπορική επιτυχία και ακολουθήθηκε από το album «Gabriella Ferri». Με αυτό το δίσκο η Gabriella έφερε καινοτομίες στην παραδοσιακή ιταλική λαϊκή μουσική εκμοντερνίζοντάς την.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του εβδομήντα, ηGabriella εκτός από ερμηνεύτρια έκανε και πολλές εμφανίσεις στην τηλεόραση αλλά και τηλεοπτικά shows. («Sera Questa … Gabriella Ferri», «Dove sta Ζα Ζα», «Circo delle voci» και «Mazzabubù».) Το 1981, κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Gabriella», το οποίο περιείχε, επί το πλείστον, τραγούδια που γράφτηκαν γι ‘αυτήν από τον Paolo Conte . Μετακομίζει στις ΗΠΑ για ένα διάστημα όπου αφιερώνεται μόνο στη μουσική της. Το 1987 επιστρέφει στην Ιταλία και παρουσιάζει στην τηλεόραση το show «Biberon». Το 1997 κυκλοφορεί το άλμπουμ «Ritorno al futuro», ένα πολύ προσωπικό άλμπουμ με πολλά τραγούδια γραμμένα από την ίδια τη Ferri. Η Gabriella υποφέρει από σοβαρές καταθλίψεις και εξαφανίζεται από το δημόσιο βίο.

Πέθανε το Corchiano, επαρχία του Viterbo, μετά από πτώση από το μπαλκόνι του τρίτου ορόφου σε μια προφανή αυτοκτονία. Τα μέλη της οικογένειας όμως το αρνούνται΄, υποστηρίζοντας πως ίσως έχασε την ισορροπία της εξαιτίας της λήψης αντικαταθλιπτικής φαρμακευτικής αγωγής.

Μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ήταν «Sempre» («Always»).

 

Στο «Λαϊκό» και άλλα στιγμιότυπα


Προχτές το μεσημέρι βρέθηκα στο «Λαϊκό» νοσοκομείο. Μόλις είχε αρχίσει η γενική εφημερία και συνόδευα τη μαμά να κάνει εισαγωγή για κάτι εξετάσεις. Είχαμε κάνει συνεννόηση από πριν με το γιατρό κι έτσι ανεβήκαμε κατευθείαν στα εξωτερικά του συγκεκριμένου τμήματος χωρίς να περάσουμε πρώτα από τα επείγοντα.

Στιγμιότυπο Ι

Με το που φτάνουμε πάνω βλέπουμε κόσμο να περιμένει, όχι τον κακό χαμό αλλά είχε κόσμο. Δεν μου είχε συμβεί ξανά να έχει γίνει εκ των προτέρων συνεννόηση με το γιατρό οπότε καλού κακού έκοψα ένα νούμερο για να μην έχουμε φασαρίες με τους υπόλοιπους που περίμεναν. Αφού έκοψα το χαρτάκι με το νούμερο, έψαξα να βρω κάποιον να ρωτήσω για τη διαδικασία που έπρεπε ν’ ακολουθήσουμε, δεν βρήκα κι έτσι κάθισα στην άδεια καρέκλα δίπλα στη μάνα μου. Τότε συνειδητοποίησα πως απέναντί μου ήταν δύο αστυνομικοί -μάλλον της «ΔΙΑΣ»- με αλεξίσφαιρα γιλέκα και ιατρικές μάσκες στο πρόσωπο. Προσπαθούσα να καταλάβω τι σκατά κάνουν εκεί αφού δεν μου φαίνονταν ιδιαίτερα άρρωστοι και μετά συνειδητοποίησα γιατί την ώρα που μπήκαμε οι καρέκλες που καθόμασταν εγώ και η μαμά ήταν άδειες ενώ υπήρχαν όρθιοι. Ο νεαρός δίπλα μου είχε τα χέρια του δεμένα πίσω με χειροπέδες, αυτόν συνόδευαν οι «ΔΙΑΣ» και αυτός ήταν ο λόγος που οι καρέκλες ήταν άδειες. Μάλλον κανείς δεν ήθελε να καθήσει δίπλα σ’ έναν «κακούργο» δεμένο με χειροπέδες που επιπλέον ήταν άρρωστος, ρούφαγε τη μύτη του που δεν μπορούσε να σκουπίσει και είχε μια ελαφριά (αλλά ανεκτή) μυρωδιά. Η μάνα μου δίπλα μου μουρμούριζε γιατί έπρεπε να  κάθονται και να περιμένουν τη σειρά τους, δεν έπρεπε έλεγε να τον έχουν έτσι δεμένο σε κοινή θέα έναν άνθρωπο που ήταν άρρωστος (όντως φαινόταν χάλια). «Είναι απάνθρωπο» έλεγε «ό,τι και να έχει κάνει δεν μπορούν να τον έχουν έτσι. Ούτε τη μύτη του δεν μπορεί να φυσήξει, τον ακούω που τη ρουφάει και δεν μπορεί να κάνει κάτι….. Και σιγά δηλαδή, τι μπορεί να έχει κάνει…. αλλά και ο μεγαλύτερος κακούργος να ήταν πάλι είναι απάνθρωπο». Πέρασε περίπου μισή ώρα με τον νεαρό να κάθεται δεμένος πισθάγκωνα να περιμένει να τον εξετάσουν ρουφώντας τη μύτη και με το κεφάλι κάτω (βλέμμα δεν σήκωνε τριγύρω) και τους αστυνομικούς να τον φυλάνε. Κάποια στιγμή μια μεγάλη κυρία φεύγοντας από διπλανό ιατρείο είδε τους αστυνομικούς και τους ρώτησε γεμάτη ανησυχία γιατί βρίσκονται εκεί και αν είναι καλά. «Εμείς καλά είμαστε» της απάντησαν «για τον Σουλεϊμάν είμαστε εδώ…» και έδειξαν τον νεαρό δίπλα μου. Η γυναίκα σήκωσε το χέρι σε ημιγροθιά και τους είπε «γειά σας παληκάρια μου, εγώ μαζί σας είμαι, σας στηρίζω…» και μετά έσκυψε και κάτι τους μουρμούριζε, δεν έκανα όμως καμμία  προσπάθεια ν’ ακούσω τι έλεγε γιατί ήξερα πως θα νευρίαζα. Μετά από λίγο τους κάλεσαν μέσα οι γιατροί, σηκώθηκε ο νεαρός με τις χειροπέδες και μπήκαν μέσα και μετά από λίγο ξαναβγήκαν με οδηγίες για διάφορες εξετάσεις. Τους ξανασυνάντησα στον κάτω όροφο αφού η διαδικασία είναι ίδια για όλους, πάντα οι στυνομικοί με τις μάσκες και πάντα ο νεαρός δεμένος πισθάγκωνα.

Στιγμιότυπο ΙΙ

Στις γύρες που κάναμε για τις εξετάσεις της μαμάς από το καρδιολογικό στο ακτινολογικό και πέρα δώθε, έβλεπα διάφορους αλλοδαπούς αραβικής καταγωγής να περιμένουν για εξετάσεις συνοδευόμενους από Έλληνες. Στο τέλος συνειδητοποίησα πως ήταν απεργοί από τους 300 που είναι στο νεοκλασικό Υπατία. Είχαν έρθει για εξετάσεις συνοδευόμενοι από μέλη της ομάδας υποστήριξης. Οι περισσότεροι ήταν πολύ αδύνατοι και αδύναμοι και τότε θυμήθηκα τα διάφορα σχόλια που διαβάζω δεξιά και αριστερά στο διαδίκτυο, για το ότι τάχα «χλαπακιάζουν» κανονικά. Δεν ξέρω αν τρώνε και τι τρώνε πάντως ό,τι και να τρώνε είναι πολύ λίγο, οι άνθρωποι ήταν πάρα πολύ αδύνατοι. Σε κάποια φάση, κι ενώ περίμενα τη μαμά να βγει από το καρδιολογικό πέρασε και ο Σουλεϊμάν με τους συνοδούς του. Εξακολουθούσε να έχει δεμένα πίσω τα χέρια του και κάποιος από τους συνοδούς των απεργών είπε στους αστυνομικούς πως είναι απάνθρωπο να τον έχουν έτσι δεμένο με τα χέρια πίσω. Αυτοί του απάντησαν πως πρέπει να είναι δεμένος για να μη το σκάσει, ο τύπος του απάντησε πως θα μπορούσαν να του έχουν τουλάχιστον τα χέρια δεμένα μπροστά κι όχι πίσω αλλά εκεί σταμάτησε η συζήτηση, κανείς δεν έδωσε σημασία.

Στιγμιότυπο ΙΙΙ

Αφού τελειώσαμε με τις εξετάσεις ανεβήκαμε στην κλινική για να γίνει η εισαγωγή. Ο γιατρός που θα έπαιρνε το ιστορικό της μαμάς έλειπε στα εξωτερικά και αναγκαστήκαμε να τον περιμένουμε. Περιμέναμε κάπου μια ώρα, είχε επείγοντα περιστατικά στα εξωτερικά ιατρεία μας είπε η προϊσταμένη. Όταν ήρθε μας κάλεσε στο γραφείο των γιατρών και κάποια στιγμή πήρε τηλέφωνο το δικό μας γιατρό για να συνεννοηθούν για κάτι οπότε σε ερώτηση του δικού μας για το τι γίνεται στην εφημερία του απάντησε πως το νοσοκομείο ήταν γεμάτο με απεργούς, «τους διάσημους πλέον απεργούς», έτσι είπε. Σε ερώτηση μάλλον του δικού μας για το τι έχουν οι απεργοί απάντησε γελώντας «έλα μωρέ, τίποτε….. Ο ένας είχε νυχτερινή ενούρηση χαχαχα…. ο άλλος λέει δεν αισθάνεται καλά γενικά. Σαχλαμάρες των συνοδών τους….». Δεν ξέρω τι στ’ αλήθεια είχαν οι απεργοί αλλά δεν μου άρεσε το ύφος του.

Εντύπωση επίσης μου έκανε πως στα εξωτερικά ιατρεία υπήρχαν πολλοί αλλοδαποί ενώ στις κλινικές για νοσηλεία ελάχιστοι. Δεν μπορώ να φανταστώ γιατί, να θυμηθώ να το ρωτήσω.

Τέλος πάντων, έγινε η εισαγωγή της μαμάς τυπικά και την πήρα και γυρίσαμε στο σπίτι. Το κρεβάτι το χρειάζονται και δεν υπήρχε λόγος να περάσει η μάνα το τριήμερο στο νοσοκομείο χωρίς να κάνει κάτι αφού η εξέταση θα γίνει την Τετάρτη αν είναι καλοί οι δείκτες σε μια εξέταση αίματος. Θα την ξαναπάω την Τρίτη το πρωί.

Άσχετο με τα στιγμιότυπα στο «Λαϊκό» αλλά μου τριβελίζει το μυαλό εδώ και μια περίπου βδομάδα που το άκουσα. Τι άκουσα; Την κυρία Μπακογιάννη, με ύφος ανθρώπου που δεν έχει μπει ποτέ σε λεωφορείο, να σχολιάζει τους μισθούς των οδηγών λεωφορείων και να στηλιτεύει με ύφος εκατό καρδιναλίων τις κινητοποιήσεις τους γιατί στρέφονται εναντίον των άλλων εργαζομένων, των «φουκαράδων» που θέλουν να πάνε στη δουλειά τους. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι όταν το άκουσα. Κι αυτό γιατί δεν έχει το δικαίωμα καμμία κυρία Μπακογιάννη από την ευκολία της μερσεντές της με οδηγό, να με αποκαλεί «φουκαρού», εμένα που μετακινούμαι με ΜΜΜ. Αει γαμήσου κυρά μου, που μου ορίστηκες υπερασπιστής μου!!!Και θα με αποκαλέσεις και «φουκαρού»… Ουστ!!!! Καλά κάνουν και απεργούν μωρή, για να σε δω να βγεις να οδηγείς εσύ 8 ώρες τη μέρα σε συνθήκες Αθήνας. Που έχετε και άποψη για το με πόσα μπορεί να ζήσει ένας άνθρωπος και αποφασίζετε πως αυτά που παίρνουν είναι πολλά. Εσείς, που όταν μετακινείστε στην Αθήνα έχετε κι ένα περιπολικό να προπορεύεται για να σας ανοίγει το δρόμο. Και έχετε το θράσος να σχολιάζετε πόσα παίρνει ο κάθε εργαζόμενος και να τα βρίσκετε πολλά!!!

50


Ε ναι λοιπόν, δεν ξέρω πως αλλά έφτασα κι εδώ. Δεν το κατάλαβα, δεν το συνειδητοποίησα και δεν το πιστεύω. Αυτό όμως δεν αναιρεί τη σκληρή πραγματικότητα. Σήμερα συμπληρώνονται 50 χρόνια από τη μέρα που ήρθε στον κόσμο, σε μια κλινική της Θεσσαλονίκης ένα μικρό κοριτσάκι. Ένα κοριτσάκι που καθυστέρησε να γεννηθεί, ταλαιπώρησε τρελά τη μάνα του αφού γεννήθηκε διπλωμένο στα δύο (με τον κώλο και μελανιασμένη μπήκα σ’ αυτή τη ζωή) και που οι γιατροί νόμισαν πως γεννήθηκε νεκρό αφού δεν έβγαλε κιχ, οπότε το άφησαν παραδίπλα κι έπεσαν να σώσουν τη μάνα του που αιμορραγούσε ακατάπαυστα. Κατάλαβαν πως ζει όταν άκουσαν ένα μικρό παραπονεμένο νιαούρισμα από τη μεριά που το είχαν αφήσει. Ναι ξέρω, θα μου πείτε πως από τότε δεν έβαλε γλώσσα μέσα….. Τι να κάνω; Έχω πολλά να πω.

Πέρασαν λοιπόν, δεν παραπονιέμαι πέρασαν γεμάτα. Θέλω όμως τουλάχιστον άλλα τόσα και τόσο γεμάτα χρόνια, μπορώ; Μου μένουν ακόμα πολλά να κάνω, πολλά να δω, πολλά να διαβάσω, πολλά μέρη να γνωρίσω, πολλούς ανθρώπους να συναντήσω και ν’ αγαπήσω….