«Άντε βρε» μου είπε προχτές ένας φίλος «δεν θα γράψεις πάλι καμμιά ιστορία να διαβάσουμε;»

«Δεν ξέρω», του απάντησα «βαριέμαι τα πανταόλα…» Και να πεις δεν υπάρχουν θέματα για να γράψει κάποιος; Από που να πρωταρχίσω… Το χαμό στην Ιαπωνία που είμαι σίγουρη πως αυτά που μαθαίνουμε δεν είναι ούτε το 10% απ’ αυτά που συμβαίνουν; Για τη Λιβύη και τον πόλεμο προπαγάνδας που μαίνεται εκεί κάτω πέρα από τον πραγματικό πόλεμο; Για τον πόλεμο στην Κερατέα, που μαίνεται κι αυτός κάθε μέρα αλλά μούγκα τα ΜΜΕ; Για το Νέο Λύκειο που εξήγγειλε μετά βαΐων και κλάδων η υπουργάρα μας και στους παλιότερους σίγουρα θα θυμίσει το σύστημα για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια που ίσχυε πριν τις δέσμες του 1980; Για το μεταναστευτικό και τα γεγονότα στην Υπατία, που υποσχέθηκα στον Πάνο να του πω τη γνώμη μου; Ποια γνώμη δλδ, για μένα το μεταναστευτικό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της εποχής μας, το πρόβλημα με τις περισσότερες παραμέτρους. Κάτι σαν το παιχνίδι Jenga, που ό,τι και να κουνήσεις απρόσεκτα έχει σαν αποτέλεσμα την κατάρρευση του οικοδομήματος. Μια φράση στριφογυρίζει στο μυαλό μου κάθε φορά που σκέφτομαι το ματαναστευτικό, μια φράση που διάβασα πέρσι σ’ ένα βιβλίο για την οικονομική παγκοσμιοποίηση «Παλιά οι άνθρωποι έδιναν παγκόσμιες λύσεις στα τοπικά προβλήματα, στον καιρό όμως της παγκόσμιας διακυβέρνησης η προσπάθεια είναι να δοθούν τοπικές λύσεις σε παγκόσμια προβλήματα». Νομίζω πως αυτή η φράση μπορεί σε μεγάλο βαθμό να περιγράψει το πρόβλημα της μετανάστευσης (σκόπιμα δεν ξεχωρίζω τους μετανάστες σε λαθραίους ή όχι). Γιατί η μετανάστευση είναι πρόβλημα το οποίο όμως έχει γίνει λάστιχο από το τράβηγμα που κάνει ο καθένας κατά το δοκούν, χωρίς διάθεση ψύχραιμης αντιμετώπισης. Όπως και το γεγονός πως σήμερα αγγίζει κάποιους λαούς και αύριο μπορεί να αγγίξει εμάς, να γίνουμε εμείς οι απόβλητοι παρίες που θα είμαστε θύματα επιτήδειων και δουλέμπορων, που θα δίνουμε τρελά λεφτά για να πάμε κάπου όπου θα έχουμε μια ελπίδα για καλύτερη ζωή. Πράγμα που συνέβαινε μερικά χρόνια πριν, έστω και με διαφορετικές παραμέτρους.

Όλα αυτά στήνουν χορό κάθε μέρα στο κεφάλι μου αλλά δεν βρίσκω νόημα για μια ακόμα μπλογκερική ανάλυση, άλλοι γράφουν πολύ καλύτερα και πολύ πιο εμπεριστατωμένα. Χρωστάω όμως κάτι, κι όταν χρωστάω δεν μπορώ να ησυχάσω.  Κάποια στιγμή ξεκίνησα να γράφω για τη γειτονιά που μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Η πρώτη ιδέα ήταν να γράψω για τους μαγαζάτορες της γειτονιάς και μου την έδωσε η Faraona. Για όλους τους άλλους έγραψα αλλά αυτούς τους άφησα στην άκρη, όλο την επόμενη φορά έλεγα κι όλο κάτι άλλο προέκυπτε κι αυτοί δεν φάνηκαν πουθενά. Τους το χρωστάω όμως, δεν ήταν και πολλοί δα….

Ήταν ο κυρ Γιώργος, ο μπακάλης, κοντός με κοιλιά, μαύρο μαλλί κορακάτο περασμένο με μπριγιαντίνη και χτενισμένο προς τα πίσω, μουστάκι και την απαραίτητη ποδιά του μπακάλη. Πόντιος, έκανε παρέα με το μπαμπά και στο σπίτι του, που ήταν στην παραπέρα γειτονιά, είδαμε το θρυλικό ματς ΠΑΟ – Άγιαξ στο Wembley. Είχε πλημμυρίσει κόσμο το σαλόνι του, δεν είχαν τότε όλοι τηλεόραση στο σπίτι τους.  Πέθανε όπως έμαθα ένα δυο χρόνια πριν το θάνατο του δικού μου πατέρα, ήταν και κοντινοί στην ηλικία. Έχω ακόμα στη μύτη μου τη μυρωδιά που σ’ έπιανε απ’ τα μούτρα μόλις έμπαινες στο μαγαζί του, κάτι ανάμεσα σε απορρυπαντικό και φέτα. Όλα τα πράγματα είχαν αυτή τη μυρωδιά, το τυρί μύριζε και λίγο απορρυπαντικό. Είχε τσουβάλια με ρύζια και φασόλια και φακές, μια βιτρίνα-ψυγείο για τα τυριά και τα σαλάμια και τη χαρακτηριστική «πιάστρα» για να κατεβάζει από τα πάνω ράφια τις κονσέρβες και τα χαρτιά υγείας.  Εννοείται πως υπήρχε πάνω στον πάγκο του το κλασικό τεφτέρι για τα βερεσέδια, στο οποίο η μάνα μου υπερηφανευόταν πως δεν είχαμε ποτέ γραφτεί. Το να χρωστάμε έστω και μια δραχμή θεωρούνταν μεγάλη ντροπή για τη μαμά, καλύτερα να μην τρώγαμε.

Παραδίπλα ήταν το ζαχαροπλαστείο του κυρ Αντρέα, Ανδρέας Μπάτζιος αν δεν κάνω λάθος έγραφε η ταμπέλα αλλά δεν θυμάμαι το όνομα του μαγαζιού, πιθανόν κάτι σε «Γαρδένια»…. χμμμ κάτι μου λέει αυτό….. Ήταν μόνος του ο κυρ Αντρέας, ανύπαντρος, κι είχε έναν ανηψιό να τον βοηθάει στο εργαστήριο. Το ζαχαροπλαστείο ήταν το γλυκό μας όνειρο, ήταν ακόμα η εποχή που πήγαινες επίσκεψη μ’ ένα κουτί πάστες και στα γενέθλια οι φίλοι σου σου έφερναν για δώρο μια μεγάλη σοκολάτα αμυγδάλου ΙΟΝ και ήσουν ευτυχισμένος. Ο κυρ Αντρέας έκανε ένα υπέροχο γλυκό, τις «μπανάνες», έτσι το έλεγε. Σιροπιαστό, με γέμιση καρυδάτη και φύλλο σφολιάτας, σε μέγεθος και σχήμα μπανάνας. Θυμάμαι κάτι ευτυχισμένα απογεύματα Κυριακής που η μαμά μας έδινε λεφτά να αγοράσουμε μία «μπανάνα» για τον καθένα και φεύγαμε πετώντας για το ζαχαροπλαστείο του Αντρέα. Μετά ακθόμασταν στο μικρό μπαλκόνι μας και το τρώγαμε μπουκιά μπουκιά, απολαμβάνοντάς το. Νομίζω πως δεν έχω ξαναφάει τόσο νόστιμο γλυκό ή πάλι μπορεί απλά να το έκανε νόστιμο το γεγονός πως δεν ήταν καθημερινό και στη μνήμη μου το έχω συνδυάσει με ζεστά καλοκαιρινά απογεύματα και καλή διάθεση. Είχε και δυο τρία τραπεζάκια έξω από το μαγαζί του, εκείνη την εποχή ήταν έξοδος να βγει η οικογένεια να φάει μια πάστα σε ζαχαροπλαστείο, όλα τα ζαχαροπλαστεία είχαν τραπεζάκια. Ο Αντρέας έφτιαχνε τα γλυκά, σέρβιρε τις πάστες όταν είχε πελάτες στα τραπεζάκια και έψηνε κανένα καφεδάκι για τους μερακλήδες. Κανονικό ψήσιμο, όχι 10’’ στη μηχανή και σερβίρισμα έτσι ώστε ο καφές να είναι καραβίσιος. Μερικά απογεύματα, τον θυμάμαι να κάθεται μόνος φορώντας την ποδιά του σε κάποιο από τα τραπεζάκια του στο πεζοδρόμιο και να καπνίζει. Ήταν μοναχικός άνθρωπος όμως, δεν θυμάμαι πολλές κουβέντες και πειράγματα όταν περνάγαμε.

Από την άλλη μεριά του μπακάλικου το ψιλικατζίδικο του κυρ Αβραάμ, γεμάτο με θησαυριούς που κόστιζαν μία ή μισή δραχμή, άντε δίφραγκο, αλλά παρ’ ό’ αυτά δεν ήταν εύκολο να τις αποκτήσουμε. Ο κυρ Αβραάμ ήταν γέρος, ψηλός, αδύνατος και μόνος. Ποτέ δεν κατάλαβα αν το Αβραάμ ήταν όνομα εβραϊκό ή ποντιακό. Πολλές φορές οι γείτονες αναφέρονταν σ’ αυτόν με το όνομα Αβραμίκος και χαμήλωναν τη φωνή, πράγμα που πάντα μ’ έκανε να πιστεύω πως ήταν εβραίος που γλύτωσε το στρατόπεδο, κι αυτό από μόνο του μ’ έκανε να σκιάζομαι όποτε έμπαινα στο μαγαζί του. Δεν ξέρω γιατί, έτσι κι αλλιώς τότε λίγα πράγματα ήξερα για το Ολοκαύτωμα κι αυτά από μισόλογα των μεγάλων. Το μαγαζί του ήταν σκοτεινό και σκονισμένο, είχε μια βιτρίνα με τους «θησαυρούς», μικρά κουκλάκια-μωράκια, δαχτυλιδάκια μπακιρένια και βραχιολάκια και διάφορα τέτοια γυαλιστερά που φάνταζαν στα μάτια μας σαν θησαυρός. Αλλά ακόμα κι αν βάζαμε στην άκρη τη δραχμή ή το δίφραγκο που χρειαζόταν για να γίνει δικός μας ο θησαυρός πάντα είχαμε το φόβο της μάνας που θα μας έκραζε που χαλάμε λεφτά σε σαχλαμάρες. Και φυσικά δεν υπήρχε περίπτωση να βγάλουμε γλώσσα και να πούμε πως θα κάναμε ό,τι γουστάρουμε με το χαρτζηλίκι μας και πως αν δεν θέλαμε κουλούρι αλλά κουκλάκι αυτό ήταν δική μας επιλογή… Μόνο για ν’ αγοράσεις κουλούρι άξιζε να δώσεις μια δραχμή, όχι για μπακιρένιες σαχλαμάρες. Που να τα φανταστούν αυτά τα παιδιά τα σημερινά, τα παιδιά μας….. Ποιος ξέρει, ίσως γιατί εκείνη η λαμπερή μπακιρένια σαχλαμαρίτσα μας έμεινε απωθημένο δεν τους αρνιόμαστε εύκολα κάτι.

Απέναντι απ’ αυτούς ήταν ο φούρνος της κυρά Λαμπρινής. Κλασική εικόνα φουρνάρισσας η Λαμπρινή, χοντρή, γελαστή, φορούσε πάντα μια μακρυά φούστα και μακρυά ποδιά πάντα αλευρωμένη. Ο φούρνος ήταν σ’ ένα παλιό κτίσμα, κατέβαινες δυο σκαλάκια για να μπεις, έψηνε φυσικά με ξύλα το ψωμί και το έβαζε σε ξύλινες πινακωτές (πινακωτή-πινακωτή, έλα από τ’ άλλο μου αυτί….) και μοσχομύριζε όλη η γειτονιά. Δούλευαν μαζί οι κόρες και οι γαμπροί της, κάποια στιγμή μετά το σεισμό γκρεμίστηκε το πέτρινο παλιό κτίσμα που στέγαζε το φούρνο και χτίστηκε πολυκατοικία στη θέση του. Ο φούρνος εξακολουθούσε να λειτουργεί σε μαγαζί της καινούριας πολυκατοικίας αλλά πλέον δεν έψηνε με ξύλα και δεν μοσχομύριζε η γειτονιά. Μου ήρθε να βάλω τα κλάμματα όταν πέρασα κάποια στιγμή και το είδα, αυτό σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής, όχι ο σεισμός και ο χαμός του δικού μου σπιτιού. Η καλύτερη στιγμή του φούρνου ήταν το Πάσχα, τότε που όλες οι νοικοκυρές έτρεχαν να πάρουν λαμαρίνες (μεγάλα ρηχά ταψιά) από το φούρνο, να τα γεμίσουν με τσουρέκια και να τα ξαναπάνε στο φούρνο για ψήσιμο. Μεθυστική ήταν τότε η γειτονία… Μύριζε τσουρέκια, τις ανθισμένες γλυσίνες του Γιουλούντα κι λουλούδια από τους κήπους και τα μπαλκόνια, ο καιρός ήταν ανοιξιάτικος συνήθως και γλυκός, η μέρα είχε ήδη μεγαλώσει. Ήταν η δουλειά μου να τρέχω στο φούρνο να φέρω λαμαρίνες, να βοηθήσω τη γιαγιά στο πλάσιμο των  τσουρεκιών, φτιάχναμε ένα σωρό σχέδια όχι μόνο πλεξούδες και να τη βοηθάω να τα κουβαλήσει στο φούρνο. Ένα σωρό λαμαρίνες γεμίζαμε, φαγανά ήμασταν όλα μας….. Η γιαγιά ζύμωνε τα τσουρέκια σε μια μεγάλη λεκάνη και μετά τα τύλιγε ζεστά να φουσκώσει το ζυμάρι, τα έλεγχε συνέχεια, τα σταύρωνε να μη τα πιάσει μάτι και τους μιλούσε σαν να ήταν ζωντάνα. Η απόλυτη λιχουδιά, τσουρέκι της γιαγιάς να μοσχοβολάει μαχλέπι και βανίλια κι ένα ποτήρι γάλα. Έτσι το καταλάβαινα το Πάσχα τότε, από τις μυρωδιές και τα κόκκινα πανιά που έδεναν στα κάγκελα οι γυναίκες τη Μ. Πέμπτη που έβαφαν αυγά. Τώρα πλέον έρχεται και φεύγει και τίποτε δεν αλλάζει, αν δεν υπήρχαν οι διακοπές δεν θα το καταλάβαινα.

Αυτοί ήταν οι μαγαζάτορες της γειτονιάς μου που τους χρωστούσα αυτό το ποστ. Θα μου πείτε δεν είχατε μανάβη στη γειτονιά; Είχαμε, τη Μαρίκα αλλά για τη Μαρίκα είχα γράψει παλιά.

Advertisements