Έπεσε θανατικό, πολύ θανατικό τον τελευταίο καιρό…. Άσημοι και διάσημοι και δεν προλαβαίνω να στεναχωριέμαι για γνωστούς, άγνωστους, κοντινούς ανθρώπους δικούς μου και φίλων.

Πριν ένα σχεδόν μήνα διαβάσαμε πως πέθανε ο Ρασούλης, χτες ο Παπάζογλου, πριν πέντε μέρες ο πατέρας μιας φίλης. Θα μου πεις, καλά, τι σε νοιάζει εσένα αν πέθανε ο Παπάζογλου και ο Ρασούλης; Άντε το πολύ πολύ να σε νοιάζει ο πατέρας της φίλης σου κι αυτό γιατί αγαπάς τη φίλη σου και η στεναχώρια της σε στεναχωρεί. Τους άλλους τι τους είχες και σε στεναχωρεί ο θανατός τους;

Τίποτε δεν τους είχα, η αλήθεια είναι αυτή. Όμως…… χόρεψα, ερωτεύτηκα, μάλωσα, χώρισα, έκλαψα και διασκέδασα με τη συντροφιά τους. Δεν τα λες και λίγα όλα αυτά. Το πιο όμορφο βράδυ Πρωτοχρονιάς το πέρασα στο «Όνειρο» στη Θεσσαλονίκη με τον Ρασούλη, την κόρη του και τη Μαριώ να τραγουδάνε. Εγώ μέσα στην καψούρα, μεθυσμένη μ’ ένα κρασί-νέκταρ που είχε έρθει από το Άγιο Όρος, βρέθηκα με μια παρέα στο «Όνειρο» μετά την αλλαγή του χρόνου κι αφού είχα παίξει για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή μου χαρτιά και έχασα με συνοπτικές διαδικασίες το ποσό που μου είχα επιτρέψει στον εαυτό μου από την αρχή να χάσει. Στην αρχή το πρόγραμμα ήταν αρκετά υποτονικό, μπαλάντες και τέτοια, και αναρωτιόμασταν αν είναι δυνατόν να τη βγάλουμε έτσι και μήπως κάναμε λάθος στην επιλογή του μαγαζιού. «Αλλά τι σκατά; » σκεφτήκαμε. «Είναι δυνατόν να μη γίνει κέφι με τον Ρασούλη και τη Μαριώ;» Κι έγινε μετά από λίγη ώρα… Με θυμάμαι να χορεύω μεθυσμένη, χαλαρωμένη και σχεδόν ευτυχής το «Πότε Βούδας, πότε Κούδας», που τότε πρέπει να είχε πρωτοκυκλοφορήσει και δεν το είχαν βάλει ακόμα όλα τα ελληνάδικα στο πρόγραμμά τους, να το χορεύουν και να τραγουδάνε στίχους που δεν καταλαβαίνουν όλα τα γκομενάκια με το μίνι και τη δωδεκάποντη γόβα.

Η μεγάλη όμως αγάπη μου ήταν ο Παπάζογλου και τα τραγούδια του. Ο Παπάζογλου που τον πρωτοσυνάντησα σ’ ένα φεστιβάλ του «Ρήγα», δευτεροετής φοιτήτρια στην Πάτρα. Τον είχε φέρει θυμάμαι μια σαλονικιά, βοηθός τότε στο Πολυτεχνείο, μέλος του ΚΚΕ Εσωτερικού. Ήταν φίλος του αδελφού της και τον ήξερε από παιδί. Ανέβηκε ο Νικόλας στη σκηνή και μας παρουσίασε σε avant premiere την Εκδίκηση της Γυφτιάς. Φοβερό; Μόνο που ο κόσμος που ήταν εκεί δεν τον ήξερε και τον έκραξε, γιατί ολοι περίμεναν ν’ ακούσουν τα Παιδιά από το Χάραμα, κάποιοι συμφοιτητές μας που έπαιζαν σ’ ένα πατρινό ρεμπετάδικο και ήταν πολύ αγαπητοί. Ναι, τα μετέπειτα  διάσημα «Παιδιά από την Πάτρα» περιμέναν ν’ ακούσουν όλοι και έκραξαν τον Παπάζογλου. Και λέω έκραξαν γιατί αν και ήμουν κι εγώ μία απ’ αυτούς που περίμεναν ν’ ακούσουν το Λάμπρο και τους υπόλοιπους, ντράπηκα πάρα πολύ για τη συμπεριφορά του κόσμου. Θεωρούσα πως ένας καλλιτέχνης εκτίθεται αβοήθητος πάνω στη σκηνή ενώ ο κόσμος από κάτω είναι μια μάζα στο σκοτάδι που σφυρίζει. Άδικο το έβρισκα και ήθελα να πάω και να τον αγκαλιάσω και να του πω να μη στεναχωριέται, και πως τα τραγούδια του είναι όμορφα αλλά απλά ο κόσμος αγαπάει τους δικούς του ανθρώπους και γιαυτό γίνεται αγενής και σκληρός. Φυσικά δεν έκανα τίποτε απ’ αυτά, ντρεπόμουν πολύ για κάτι τέτοιο. Τελος πάντων, τελείωσε ο Νικόλας το πρόγραμμα κακήν κακώς και ανέβηκαν στη σκηνή οι φίλοι μας κι έγινε χαμός. Μέσα στη χρονιά κυκλοφόρησε ο δίσκος, έγινε τρελή επιτυχία και την επόμενη χρονιά τον ξανακάλεσαν στο Φεστιβαλ του Ρήγα. Ο Παπάζογλου δεν ήθελε ούτε να τ’ ακούσει, θυμόταν το κράξιμο της προηγούμενης χρονιάς. Ευτυχώς τον έπεισε πάλι η Βαρβάρα και κατέβηκε. Οι ίδιοι που την προηγούμενη χρονιά τον έκραζαν αυτή τη φορά τον αποθέωσαν… Κι έτσι δεν έμεινε ο Νικόλας με την πικρή γεύση του κραξίματος από το φοιτηταριό της Πάτρας.

Μετά έβγαλε το «Χαράτσι» κι εγώ έκανα λακουβίτσα στο σημείο του δίσκου που ήταν ο «Αύγουστος» και μότο της ζωής μου το «…θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό…». Για χρόνια πήγαινα κι ας μου έβγαινε και σε κακό. Τι στο διάβολο; Ας μετανιώνω έλεγα για κάτι που έκανα παρά για κάτι που δεν έκανα.

Τα χρόνια περνούσαν, ο Παπάζογλου έβγαζε δίσκους, εγώ εγκαταστάθηκα στην Αθήνα, ερωτευόμουν και χώριζα και άκουγα πάντα τον «Αύγουστο» και όλα τα άλλα τραγούδια του που λάτρευα. Ο έρωτας της ζωής μου με αποκαλούσε «Τρελή κι αδέσποτη» κι εγώ πολλές φορές τραγουδούσα με πάθος «…οι νέοι χωριστά, οι γέροι άλλο πράμα…» με την ορμή και μια σχετική αλαζονεία των νιάτων μου. Και τώρα το τραγουδάω με το ίδιο πάθος αλλά από την άλλη όχθη του ποταμού και χωρίς αλαζονεία αλλά με μελαγχολία.

Σεπτέμβρη του 1991 έδινε συναυλία στο Λυκαβηττό, την τελευταία του καλοκαριού που την έκανε εκεί όπως συνήθιζε να κλείνει τις καλοκαιρινές περιοδείες του. Πήγα εκεί μ’ ένα φίλο σαλονικιό, όρθια και μπροστά μπροστά όπως πάντα στις συναυλίες. Σ’ αυτή τη συναυλία μας παρουσίασε έναν νέο καλλιτέχνη όπως είπε, το Σωκράτη Μάλαμα! Είπε δυο τρία τραγούδια και το κοινό τον υποδέχτηκε παγωμένο, όπως πριν κάποια χρόνια είχε υποδεχτεί το κοινό της Πάτρας τον ίδιο τον Παπαζογλου. Εκείνη τη στιγμή αναρωτήθηκα αν του ερχόταν ποτέ στο μυαλό τα σφυρίγματα που είχε ακούσει τότε και τα «κατέβα κάτω ρε…». Ο μόνος που ήξερε τα τραγούδια του ήταν ο φίλος μου, μας κοίταζαν περίεργα οι τριγύρω που τα τραγουδούσε. Εκτός όμως από τα τραγούδια του Μάλαμα ήξερε και τον Παναγιώτη, τον μπουζουξή της ορχήστρας κι όπως ήμασταν μπροστά μπροστά του φώναζε συνέχεια διάφορα για να τον πειράξει. Θυμάμαι κι ένα ζευγαράκι μπροστά μας, γύρω στα 18 που άκουγε εκστασιασμένο τη «Ρωγμή του χρόνου» και που σε μια στιγμή το αγόρι ρώτησε το κορίτσι αν ξέρει ποιος ειναι ο Ουλιάνωφ για ποιανού το μειδίαμα τραγουδούσε ο Παπάζογλου. Το κορίτσι δεν ήξερε και το αγόρι όλο περηφάνια της ανακοίνωσε πως Ουλιάνωφ ήταν το επίθετο του Λένιν. Εμείς είχαμε μεγαλώσει πλέον, αυτά τα θεωρούσαμε για το νηπιαγωγείο αλλά μου φάνηκε τόσο γλυκειά και χαριτωμένη η σκηνή…. Το αγόρι έκανε τη φιγούρα του, το κορίτσι τον κοίταξε με θαυμασμό και συνέχισαν ν’ ακούν αγκαλιασμένοι σιγοτραγουδώντας, γνωρίζοντας πλέον και οι δύο ποιος ήταν ο Ουλιάνωφ του τραγουδιού.

Στο τέλος της συναυλίας, αφού τους βγάλαμε και τους ξαναβγάλαμε στη σκηνή για συνεχή ανκόρ, πήγαμε στα παρασκήνια όπου μια κοσμοπλημμύρα περίμενε το Νικόλα. Ανάμεσά τους μια ομάδα από Χανιώτες αν δεν κάνω λάθος, που ερχόταν κάθε χρόνο σ’ αυτή την τελευταία συναυλία και του έφερναν ρακή. Τους ήξερε με τα μικρά τους ονόματα όλους. Εμείς πήραμε τον Παναγιώτη και φύγαμε κι έτσι ξεκίνησε μια συνήθεια που κράτησε για μερικά χρόνια παρ’ όλο που ο σαλονικιός φίλος μου γύρισε στη Θεσσαλονίκη και δεν ξαναπήγαμε μαζί σε συναυλία. Να πηγαίνω δηλαδή στην συναυλία στο Λυκαβηττό και μετά στα παρασκήνια να συναντάω τον Παναγιώτη και να φεύγουμε με το μπουζούκι του παραμάσχαλα. «Ευτυχώς που ήρθες» μου έλεγε «με σένα δεν θα γίνω ντίρλα αλλιώς με το θείο παρέα θα γινόμασταν ένα με τα πατώματα». Έτσι τον αποκαλούσαν τα παιδιά του συγκροτήματος, «θείο». Εξαιτίας του Παναγιώτη λοιπόν γνώρισα τον Παπάζογλου, βρέθηκα σε πρόβες τους στο «Ραβάναστρον», τα ήπιαμε παρέα μια φορά στην Πλάκα όπου έμεναν πάντα. Ντροπαλός άνθρωπος ήταν, καμμία σχέση με ντίβα. Απορούσε πάντα τι ήθελαν και του ζητούσαν το κόκκινο μαντήλι του. «Μα τι το το θέλουν» αναρωτιόταν. «Σαν σίχαμα είναι από τον ιδρώτα μετά από κάθε συναυλία. Σίχαμα ξεσίχαμα, πάντα κάποιος του το ζητούσε. Χιλιάδες τέτοια μαντήλια  πρέπει να είχε αγοράσει στη ζωή του.

Τελευταία φορά τον είδα στον «Κεραμεικό» όταν κατέβηκε όλο το χειμώνα στην Αθήνα για ένα πρόγραμμα με τον Σαββόπουλο. Μ’ έψησε να πάμε μια φίλη μου, εγώ δεν ήθελα να πάω…. Η ιδέα πως θ’ ακούσω τον Παπάζογλου καρφωμένη σ’ ένα τραπέζι ένος κυριλάτου μαγαζιού με υποχρεωτική φιάλη κι όχι όρθια σε συναυλία με μπύρες και χορεύοντας, δεν μου ήταν ιδιαίτερα ελκυστική. Πήγαμε όμως, ένα σμάρι γυναίκες. Στο δρόμο τον πετύχαμε να πηγαίνει κι αυτός προς το μαγαζί. «Νικόλα!» τον φώναξε η φίλη μου και γύρισε και πιάσαμε την κουβέντα κατεβαίνοντας όλοι μαζί την οδό Κεραμεικού αν και μετά από λίγο μας άφησε γιατί έπρεπε να βιαστεί για το μαγαζί. Ρώτησα τη φίλη μου αν τον ξέρει από Θεσσαλονίκη και μου είπε «όχι, αλλά ο Νικόλας έτσι είναι…. με όλους μιλάει σαν να τους ξέρει χρόνια». Στο μαγαζί δεν το ευχαριστήθηκα. Σφηνωμένη σ’ ένα τραπέζι, μόνο να τραγουδάω μπορούσα. Ούτε χορός, ούτε κίνηση, ούτε όσα είχα συνηθίσει στις συναυλίες. Κι ο ίδιος ο Παπάζογλου έμοιαζε έξω από τα νερά του, αυτός ήταν άνθρωπος των συναυλίων και της άμεσης επαφής με τον κόσμο. Όχι πως ήταν άσχημα, δεν ήταν όμως αυτό που αγαπούσαμε όσοι τρέχαμε από συναυλία σε συναυλία.

Μετά απ’ αυτό τον έχασα. Νομίζω ξανακατέβηκε στην Αθήνα αλλά με είχε πάρει η μπάλα και δεν πήγα. Μπορεί και να μεγάλωσα, ο Παπάζογλου ήταν πάντα τα νιάτα μου και οι τρέλες μου. Ακόμα και το μότο της ζωής μου άρχισα να μη το ακολουθώ με ευλάβεια, σταμάτησα να πηγαίνω πάντα ακόμα κι αν θα μου έβγαινε και σε κακό… Γέρασε εκείνος, γέρασα κι εγώ. Και τώρα πέθανε και μαζί του είναι σαν να θάβω εκείνη την πιτσιρίκα που έλεγε στον εαυτό της κάθε φορά που ετοιμαζόταν να κάνει τη μαλακία, «θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό….»

Καλό ταξίδι Νικόλα….

Advertisements