στιγμές (ξανά…)


Είναι ψηλός, αρχοντάνθρωπος, γαλανομάτης κι όμορφος κι εγώ 5 χρόνων, η πρωτότοκη και κλώνος του. Φοράει πάντα γυαλιά ηλίου (κάτι σαν τα κλασικά Rayban) και βλέπει πως κι εγώ μισοκλείνω τα μάτια μου και ζαρώνω το μέτωπο στον ήλιο. Με παίρνει και πάμε σ’ ένα κατάστημα οπτικών και παραγγέλνει ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου -ίδια με τα δικά του- σε παιδικό μέγεθος. Τα φοράω και κοντεύω να σκάσω από περηφάνια όταν περπατάμε μαζί στο δρόμο. Προσπαθώ να συγχρονίσω το βήμα μου μαζί του, εγώ μια σταλιά κι αυτός θεόρατος, με αποτέλεσμα να περπατάω σαν καρικατούρα. Κανείς δεν με πείθει να μη το κάνω, είναι ο μπαμπάς μου και φοράμε τα ίδια γυαλιά ηλίου και είμαι το μόνο παιδί στη γειτονιά που φοράει γυαλιά από μαγαζί κι όχι τα ψεύτικα από το περίπτερο.
Γυρνάει πρωί από τη δουλειά, είναι σκοτωμένος από κούραση αλλά εγώ παραμονεύω. Πέφτει στο κρεβάτι του και τρυπώνω δίπλα του. «Μπαμπά, τα παραμύθια; Θα μου πεις τα παραμύθια;» Μου τα λέει, δύο παραμύθια δικής του έμπνευσης, τα ίδια πάντα, που τ’ ακούω χωρίς να βαριέμαι. Και μετά μου τραγουδάει, «άστο το χεράκι σου, το μικρό σου χέρι, άστο το χεράκι σου να σου το κρατώ…» και καμμιά φορά το «άστα τα μαλλάκια σου…». Μετά κοιμάται κι εγώ χαζεύω τον ουρανό. Από μικρή βουρκώνω όποτε ακούω αυτό το τραγούδι.
Είμαι γύρω στα 22, φοράω μια μακριά πορτοκαλί φούστα κι ένα κοντό μαύρο μπλουζάκι. Περνάω να τον πάρω για να πάμε κάπου, δεν θυμάμαι που. Έχει μεγαλώσει, έχει ασπρίσει κι έχει χάσει μαλλιά, είναι όμως πάντα αρχοντάνθρωπος. Τον κρατάω από το χέρι και περνάμε από τα καφέ της Αγ. Σοφίας. Συνειδητοποιώ πως οι μπαρμπάδες τον κοιτάζουν με ζήλια. Γελάω και του το λέω. «Μπαμπά σε ζηλεύουν, αναρωτιούνται πως τα κατάφερες και έριξες το τεκνό και σε κυκλοφοράει κρατώντας σε από το χέρι περήφανη…. Μα δεν βλέπουν πως είμαστε ίδιο;». «Ιδέα σου είναι» μου απαντάει αλλά γελάνε και τα μουστάκια του.
Φτάνω στο νοσοκομείο, η μαμά μου έχει πει πως ίσα που τη γλύτωσε προς στιγμήν. Ταξίδευα όλη τη νύχτα, η καρδιά μου έχει βουλιάξει, αρνούμαι να πιστέψω πως πεθαίνει. Φτάνω στο δωμάτιο, η μαμά με γυρισμένη πλάτη κάτι του λέει. Τον βλέπω στο κρεβάτι με μάσκα οξυγόνου. Με βλέπει και κάτι της λέει, «τι λες Τ.;» τον ρωτάει. Έχω ήδη πλησιάσει πολύ, βλέπω τα μάτια του να λάμπουν. «Ήρθε το κορίτσι μας Σ. Το κορίτσι μας…». Δεν σ’ έσωσα μπαμπά, όσες φιάλες αίμα κι αν σου βρήκα….

Advertisements

τέφρα


Όχι, δεν έχει φωτογραφίες από τις διακοπές.  Στα ίδια μέρη βρέθηκα, θα μπορούσα να βάλω τις περσινές ή προπέρσινες. Άλλο θέλω να πω.

Άμα πεθάνω κάφτε με, μη με παραχώσετε στο χώμα μ’ έναν τάφο από μάρμαρο πάνω μου. Θέλω να καώ, να γίνω στάχτη και να είναι χειμώνας ή άνοιξη ή φθινόπωρο, όχι καλοκαίρι. Και να είναι εκείνη η ώρα ανάμεσα νύχτα και μέρα, η ώρα που ο ουρανός γίνεται γκρι-μπλε και είναι ψύχρα και είναι σαν να βλέπεις τον αέρα. Και να σκορπίσετε τη στάχτη μου εκείνη την ώρα, σ’ ένα τόπο σαν τον κάμπο πριν φτάσεις στη Θεσσαλονίκη, για να μπορέσω επιτέλους -έστω κι έτσι- να στροβιλιστώ στον αέρα, να πλανηθώ ίσα πάνω από τις κορυφές των δέντρων και να κάτσω κόκκος κόκκος πάνω τους. Και να μείνω εκεί να περιμένω το πρωί.

Αλλά όχι τάφους, όχι νεκροταφεία και θυμιάματα και καντηλάκια και λαδάκια και κάποιος να μουρμουράει πάνω στο μάρμαρο και να νομίζει πως μου μιλάει κι εγώ τον ακούω.