Ομολογώ πως τα κατάφεραν. Με τρόμαξαν, με φόβισαν…. Τόσους μήνες αντιστεκόμουν με νύχια και με δόντια στο φόβο, πίστευα (κι ακόμα πιστεύω) πως ο φόβος είναι ο χειρότερος εχθρός μου, ο χειρότερος  σύμβουλος, ο πιο σίγουρος τρόπος να με/μας νικήσουν. Ε, τα κατάφεραν και τώρα φοβάμαι. Φοβάμαι πως στα πενήντα θα μείνω χωρίς δουλειά, πως θα μείνουμε και οι δυο μας χωρίς δουλειά. Ακούω στις ειδήσεις και διαβάζω στις εφημερίδες και το internet για τον απόλυτο χαμό που μας περιμένει και τρελαίνομαι. 150.000 απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων θέλουνε μέχρι το 2015, απολύσεις που σίγουρα θα γίνουν χωρίς σκέψη, χωρίς αξιολόγηση, χωρίς τίποτε. Πρόχειρα και υπό το κράτος του πανικού, όπως πάντα, κι όποιον πάρει ο χάρος.  150.000 άνθρωποι, όχι αριθμοί, άνθρωποι με παιδιά και υποχρεώσεις. Άνθρωποι σαν αυτούς που μέχρι πριν μερικούς μήνες είχαν σπίτια και οικογένειες και τώρα είναι άστεγοι. Για να μη μιλήσω για το χαμό που γίνεται ήδη στον ιδιωτικό τομέα.

Τα τελευταία 25 χρόνια δεν έμεινα σχεδόν ποτέ χωρίς δουλειά, είτε έκανα λάντζα σε μπαράκια, είτε στη διαφήμιση, είτε στα περιοδικά, είτε στα ΙΕΚ και τελικά στο σχολείο. Χωρίς βύσματα και μέσα, απλά γιατί σιγά σιγά αποκτούσα καλή φήμη, σ’ όλες τις δουλειές που έκανα στη ζωή μου -και ήταν πολλές και διαφορετικές- αφήνα καλές εντυπώσεις φεύγοντας. Μπορεί να ήμουν και τυχερή, δεν το ξέρω, αλλά χωρίς δουλειά δεν έμεινα. Όχι χρυσοπληρωμένες δουλειές αλλά τα βασικά της ζωής τα έβγαζα αξιοπρεπώς και ζούσα με το κεφάλι ψηλά αφού ποτέ δεν αναγκάστηκα να παρακαλέσω ή να βάλω μέσο για να δουλέψω.Τον έβλεπα βέβαια τον ορυμαγδό να έρχεται από τότε ακόμη που δεν τον υποψιαζόταν σχεδόν κανείς. Από το 1998, όταν έσκασε μύτη ο νόμος Αρσένη για τις αλλαγές στα σχολεία και έπεσε στα χέρια μου το σχέδιο -τότε- του κώδικα των δημοσίων υπαλλήλων και είδα το άρθρο για τις καταργήσεις οργανικών θέσεων που θα είχαν σαν συνέπεια διαθεσιμότητες και απολύσεις σε περίπτωση που δεν υπήρχε θέση για μετάταξη. Τότε που έλεγα στους συναδέλφους πως πρέπει να έχουμε το νου μας κι αυτοί -μέσα στη νιρβάνα τους (και οι συμδικαλιστές μας μαζί τους)- πως αυτά δεν γίνονται, πως αποκλείεται να αρθεί ποτέ η μονιμότητά μας. Το είχα στο μυαλό μου αλλά ευχόμουν να μην έρθει αυτή η ώρα…. Και να που ήρθε η ώρα η κακιά…..  Πριν μερικά χρόνια έκλεισε ο άντρας μου το μαγαζί του, ευτυχώς που φώναζα και το έκανε γιατί τώρα απλά θα το κλείναμε πνιγμένοι στα χρέη. «Μη φοβάσαι» του έλεγα «μέχρι να βρεις δουλεία εγώ είμαι εδώ, έστω και με λίγα θα τη βγάλουμε, έστω και με το μισθό μου θα επιβιώσουμε». Διότι, παρ’ όλο που είχα κατά νου τον κώδικα, δεν ήθελα να βάζω κακές σκέψεις στο μυαλό μου. Επιβιώσαμε, βρήκε δουλειά και συνεχίσαμε να ζούμε. Όπως ζούσαμε πάντα, με λίγα αλλά έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν κυνηγήσαμε τα πολλά. Πάντα είμασταν ολιγαρκείς, ούτε αυτοκίνητο δεν είχαμε. Δεν ζήτησα ποτέ στη ζωή μου χλιδή, ακριβά ρούχα, ακριβά έπιπλα, ακριβό σπίτι, ακριβές διακοπές. Ζούσα πάντα (ζούσαμε) με όσα μου έφταναν για να πληρώνω τους λογαριασμούς μου, να ντύνομαι από στοκατζίδικα, να πηγαίνω διακοπές σε κάμπινγκ, να κάνω μικρά δώρα στους φίλους μου και από τη στιγμή που ήρθε ο γιος μου στη ζωή να καλύπτω τις ανάγκες ενός παιδιού. Βασικά πράγματα. Και τώρα άρχισα να τρέμω πως δεν θα έχω σε λίγο να ταίσω το παιδί μου, πως δεν θα έχω να πληρώσω τ’ αγγλικά και τα γερμανικά του, να τον πάω διακοπές τις 10 μέρες στο κάμπινγκ που τις περιμένει ολόκληρο το χρόνο.

Τους μισώ γιαυτό που μου κάνουν, τους μισώ που φοβάμαι, τους μισώ γιατί ξέρω πως παρ’ όλα τα πτυχία και τα μάστερ μου και τα προσόντα μου πιθανόν να βρεθώ στο δρόμο χωρίς να μπορώ να κάνω κάτι και σε μια ηλικία που θα είναι αδύνατο να βρω δουλειά. Όπως είμαι σχεδόν σίγουρη πως οι όποιοι άχρηστοι και τεμπέληδες που υπάρχουν θα συνεχίσουν, να επιβιώνουν και να (μη) δουλεύουν. Διότι αυτοί πάντα έχουν κάνει τις καβάντζες τους από πριν, πάντα έχουν έτοιμο ένα μηχανισμό διασωσής τους.

Νιώθω νικημένη που κάνω αυτές τις σκέψεις και τους μισώ γιαυτό. Το κακό είναι πως δεν ξέρω σίγουρα ποιοι είναι αυτοί που μισώ, όπως δεν το ξέρει και κανείς μας και ίσως γιαυτό υπάρχει αυτή η παράλογη παράλυση και παγωμάρα στον κόσμο. Ποιοι είναι αυτοί που μας βλέπουν σαν αριθμούς, ποιοι είναι αυτοί που αποφασίζουν πως τα παιδιά μας δεν έχουν μέλλον, δεν έχουν λόγο να έχουν μέλλον; Δεν μπορώ να προσωποποιήσω την οργή που νιώθω κι αυτό με κάνει να νιώθω διπλά αδύναμη και διπλά νικημένη. Σαν να παλεύω με φαντάσματα….

Ίσως και να είναι οι κακές σκέψεις της μέρας, ίσως αύριο να σκέφτομαι άλλα πράγματα, πιο ελπιδοφόρα. Ίσως αύριο να σκέφτομαι πως θα τη γλυτώσω, αν κι αυτό δεν είναι γλυτωμός. Δεν γλυτώνεις όταν καταρρέει το σύμπαν γύρω σου. Το κακό δεν είναι πως είμαι σήμερα στις μαύρες μου, το κακό είναι πως αυτές οι σκέψεις τρυπώνουν όλο και πιο συχνά στο μυαλό μου και φοβάμαι πως κάποια στιγμή θα εγκατασταθούν μόνιμα. Κι αν γίνει αυτό τη βάψαμε οικογενειακά…..

Advertisements