Διάβασαν την προηγούμενη ανάρτηση οι φίλοι μου κι άρχισαν τα τηλέφωνα. «Τι έπαθες ρε συ; Μη μασάς…» και τέτοια. Ασανσέρ, φίλοι μου, αυτό έπαθα. Κατεβαίνω στα Τάρταρα, μετά κάπου βλέπω λίγο φως, ανεβαίνω και ρουφάω μια τζούρα μέχρι να έρθει η επόμενη σφαλιάρα και να με ξαναρίξει στο σκοτάδι. Να… σήμερα για παράδειγμα. Με το ζόρι κρατιόμουν μην αρχίσω να γράφω σεντόνια για το χάος που ζω κάθε μέρα στο σχολείο, για τους «συναδέλφους» που εμείς οι ίδιοι αφήσαμε να θεριέψουν επειδή έπρεπε (όταν έκαναν μαλακίες, όταν άντε μην αρχίσω…. ) να δείξουμε «συναδελφική αλληλεγγύη» και να σπρώξουμε τα σκατά κάτω από το χαλί αντί να τους ρίξουμε μια μούτζα γιατί με τις δικές τους μαλακίες έπαιρναν κι εμάς στο λαιμό τους και τώρα τους κοιτάμε να μας κάθονται στο σβέρκο. Πάνω λοιπόν που κρατιόμουν με το ζόρι έσκασε αυτό το φωτάκι που μ’ έκανε να σκεφτώ πως πέρα από τους «συνάδελφους», πέρα από τη συμμορία που κάνει κουμάντο στο σχολείο, υπάρχουν με ρικές φορές και κάποια παιδιά που σε θυμούνται.

Έβγαινα από έναν σταθμό του ΜΕΤΡΟ όταν άκουσα το όνομά μου και γύρισα. Ένας νεαρός με κοιτούσε χαμογελώντας και με πλησίαζε. Ξυρισμένο κεφάλι με μια λωρίδα μόνο μαλλί, σκουλαρίκια, ένα κάπως dandee ντύσιμο, «καλλιταχνικό στιλ σύμφωνα με κάποια στερότυπα. «Εσύ είσαι, εσύ είσαι…» μου είπε πλησιάζοντάς με. Το πρόσωπό του γνωστό αλλά δεν μπορούσα να το ταυτίσω με συγκεκριμένη περίοδο της ζωής μου. Χαμογέλασα όμως και τον πλησίασα. «Είμαι ο Μ. από το σχολείο στ …» Τον θυμήθηκα πριν πει το σχολείο. Ήταν ο Μ., το «Cureάκι», έτσι τον έλεγα. Λάτρευε τους Cure και είχε γουρλώσει τα μάτια όταν του είχα πει ότι ήμουν σε live τους όταν αυτός μπουσούλαγε. Νομίζω πως είχα να τον δω από τότε που τελείωσε το σχολείο, ο Μ. επέμενε πως είχαμε ξανασυναντηθεί αλλά εγώ δεν το θυμάμαι. Ου γαρ έρχεται μόνον….

«Σε σκέφτομαι συχνά», μου είπε «κι αναρωτιέμαι τι να κάνεις. Πολλές φορές μιλάω για σένα και σκέφτομαι αυτά που μας έλεγες… Έτσι ζω τη ζωή μου, δεν πουλιέμαι σε κανέναν….». Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα «Τι τους έλεγα άραγε; Ποιες φράσεις χαράχτηκαν στο μυαλό του; Του έκαναν καλό ή κακό; Ω Θεοί! Τελικά επηρεάζουμε πολύ κάποια παιδιά με τη στάση και τα λόγια μας». Μου είπε ότι είναι καλά, ασχολείται με τα καλλιτεχνικά, κάνει αυτό που θέλει και μέσα σ’ όλα φτιάχνει κοσμήματα. Και τότε άνοιξε μια σακούλα «Εδώ τα έχω, θέλω να σου κάνω ένα δώρο, διάλεξε ποιο απ’ όλα σ’ αρέσει. Είναι λίγο αντισυμβατικά αλλά εσύ ποτέ δεν ήσουν συμβατική, είσαι ίδια όπως σε άφησα». Διάλεξα ένα βραχιόλι φτιαγμένο από δέρμα, σε πολύ ιδιαίτερο σχέδιο. Το φοράω τώρα που γράφω, θα το φοράω και αύριο στο σχολείο. Είναι ο μισθός μου κουφάλες, το βραβείο μου, κι αυτό δεν μπορεί κανείς σας να μου το δώσει ή να μου το πάρει. Αύριο θα σηκώσω και τα μανίκια για να το δουν όλοι.

Βιαζόταν ο Μ. , βιαζόμουν κι εγώ. Μου είπε και για έναν συμμαθητή του που άνοιξε ένα καφέ στα Εξάρχεια, σκέφτομαι να περάσω κάποια μέρα. Άραγε θα με αναγνωρίσει και κείνος; Με τον Μ. δεν ανταλλάξαμε τηλέφωνα που ποτέ δεν θα πάρουμε. Με τη σιγουριά πως κάποια στιγμή θα ξαναπέσουμε ο ένας πάνω στον άλλο σε μια άλλη στάση του ΜΕΤΡΟ.

Advertisements