Τον τελευταίο καιρό παρακολουθώ δια ζώσης και στο διαδίκτυο διάφορες συζητήσεις σχετικές με την εκπαίδευση και τα χάλια της. Πολλοί μάλιστα αναπολούν τον καιρό που οι μαθητές φορούσαν ποδιές και ο δάσκαλος ήταν ο απόλυτος άρχοντας της τάξης. Ζητούν την άρση της μονιμότητας και την επαναφορά του επιθεωρητή που θα κουνάει το δάχτυλο στους εκπαιδευτικούς κι αυτοί θα κάνουν σωστά τη δουλειά τους για το φόβο της απόλυσης. Αυτοί που τα ζητούν αυτά χωρίζονται σε δύο μεγάλες ομάδες. Αυτοί που τις δεκαετίες του ’60 και ’70 ήταν μαθητές και άρα τα έχουν ζήσει αυτά και οι σημερινοί 30ρηδες (λίγο πάνω, λίγο κάτω…) που τότε ήταν αγεννητοί.  Αυτοί που την έζησαν αναπολούν τα νιάτα τους και οι άλλοι κάτι που δεν έχουν ζήσει αλλά το έχουν ωραιοποιήσει στο μυαλό τους. Πόσοι αλήθεια από σας που πηγαίνατε τότε σχολείο θυμάστε στ’ αλήθεια πως ήταν; Ξέρετε ποια είναι η πλάκα; Όλοι όταν μεγαλώνουμε ωραιοποιούμε τις αναμνήσεις μας. Θυμόμαστε το βασιλικό και την ασβεστωμένη αυλή αλλά ξεχνάμε που δεν είχαμε τουαλέτα και χέζαμε σε μια παράγκα στην αυλή κι αντί για κωλόχαρτο είχαμε στο καρφί εφημερίδες. Εγώ πάλι προσπαθώ να μην ξεχνάω γιατί άμα ξεχάσω πρώτον θα γεράσω και πνευματικά (το σωματικά δεν μπορώ να το αποφύγω) και δεύτερον δεν θα έχω μέτρο σύγκρισης για εξαγωγή σχετικά ψύχραιμων συμπερασμάτων.Για να δούμε λοιπόν αν θυμόμαστε τα ίδια πράγματα και τι  είναι αυτό που αναπολείτε……

Στο δημοτικό είχα μια δασκάλα τα τρία πρώτα χρόνια, αν δεν είχα αυτή θα είχα άλλη πορεία στη ζωή μου πιθανόν. Όταν στην Δ’ δημοτικού αλλάξαμε δασκάλα έχασα τον κόσμο και κατάλαβα πως η κυρία Λούλα ήταν η εξαίρεση. Οι υπόλοιποι ήταν απλά ανύπαρκτοι.  Θυμάμαι τα ονόματά τους, δεν τους θυμάμαι σαν δάσκαλους παρά μόνο για τις προσβολές και το ξύλο που έριχναν ή γιατί απλά καθόταν, έλεγαν ένα μάθημα στα γρήγορα και άναβαν τσιγάρο. Ακόμα θυμάμαι το ξύλο που έφαγα μια φορά με το χάρακα, εγώ και σχεδόν όλη η τάξη. Και για να έφαγα εγώ ξύλο, που στην κλίμακα αταξίας ήμουν μια γραμμή πάνω από το «νεκρός», φανταστείτε τι γινόταν με τους άλλους. Ξύλο λοιπόν με το χάρακα όχι στην παλάμη, αυτό αντέχεται, ξύλο με το χάρακα στην πάνω πλευρά του χεριού. Όποιος δεν το έζησε είναι αδύνατο να φανταστεί τι σημαίνει…. για το τί και πόσο πόνο μιλάω. Η αιτία; Δεν τη θυμάμαι και για να μη θυμάμαι γιατί φάγαμε τόσο άγριο ξύλο μάλλον δεν θα ήταν κάτι τόσο σοβαρό που να το δικαιολογεί. Τα τραβήγματα αυτιών, οι καρπαζιές και τα χαστούκια ήταν στην ημερήσια διάταξη. Το χειρότερο όμως ήταν οι προσβολές. Οι περισσότεροι δάσκαλοι δεν το είχαν σε τίποτε να σε δείξουν με το δάσκαλο και να σε προσβάλλουν αποκαλώντας σε μπουμπούνα. Τους μαθητές τους αξιολογούσαν με την πρώτη ματιά, την πορώτη μέρα του σχολείου ανάλογα με το τι δουλειά έκαναν οι γονείς, αν έμεναν σε πολυκατοικία ή παράγκα (στις πολυκατοικίες ήταν άλλο επίπεδο κι άμα ήταν και ρετιρέ το διαμέρισμα είχες εντελώς άλλο status). Τα παιδιά των ΔΥ και των ρετιρέ είχαν άλλη αντιμετώπιση. Καθόταν στο πρώτο θρανίο, οι δάσκαλοι τους χαμογελούσαν και εκτός εξαιρέσεων, ήταν οι καλοί μαθητές. Η άλλη περίπτωση ήταν τα παιδιά με τα πεσκέσια. Ανάλογα με το πεσκέσι ανέβαινες στην κλίματα της αξιολόγησης.  Βέβαια, συνήθως τα πεσκέσια ήταν ανάλογα και του ορόφου που έμενες. Αυτό το ξεσκαρτάρισμα γινόταν τις πρώτες μέρες και έμενε για πάντα. Είμαι σίγουρη πως ο συμμαθητής μου ο Μπιτσάνης ή ο Παρασκευάς ο «γλόμπος» θα ήταν καλύτεροι μαθητές αν τους είχε δοθεί μια ευκαιρία. Ο ένας όμως έμενε σε παράγκα κι ο άλλος σ’ ένα «καραβάν σαράι» όπου έμεναν αυτοί που λέγαμε τότε «ρωσοπρόσφυγες». Ένα τεράστιο κτίριο, όπου σε κάθε δωμάτιο έμεναν δύο και τρεις οικογένειες και ο χώρος της κάθε μιας οικογένειας χωρίζονταν από αυτόν της διπλανής με κουρελού. Αυτοί με το καλημέρα σας κατατάχτηκαν στους κακούς μαθητές και φυσικά έγιναν τέτοιοι. Έτρωγαν ξύλο καθημερινά, καθόταν πάντα στο τελευταίο θρανίο, κανείς δεν τους βοηθούσε να ξεπεράσουν τα προβλήματα που είχαν στο μάθημα, κανείς δεν σκεφτόταν πως δεν είχαν λεφτά για τετράδια ή πως οι γονείς τους πιθανόν ήταν αγράμματοι και δεν μπορούσαν να τους βοηθήσουν στο σπίτι.  Όλοι τους θεωρούσαμε αλητάμπουρες αφού το είχαν πει και οι δάσκαλοι κι εκείνοι έκαναν τελικά όσα μπορούσαν για να ανταποκριθούν στο ρόλο που τους είχαν φορέσει. Απλά έμεναν στην ίδια τάξη κι αν καμμιά φορά προσπαθούσαν να πουν κάτι τους κορόιδευε όλη η τάξη με αρχηγό τη δασκάλα. Τελείωσαν το δημοτικό με χίλια ζόρια και χάθηκαν. Ιδέα δεν έχω τι απέγιναν.

Μετά γυμνάσιο και Λύκειο. Και μεταπολίτευση που όμως εμείς δεν την καταλάβαμε. Το σύστημα είχε μεγάλη αδράνεια για ν’ αλλάξει. Ξύλο και στο γυμνάσιο αλλά λιγότερο. Έλεγχος για το χρώμα της κάλτσας (μόνον άσπρες και μπλε επιτρεπόταν), το μήκος της ποδιάς και τέτοια, για τα μαλλιά, για τα βγαλμένα φρύδια. Θυμάμαι γυμνάστρια που όταν έβλεπε μαθήτρια να έχει βγάλει τα φρύδια της, την άρπαζε με τα δάχτυλα στο βγαλμένο φρύδι και τράβαγε το δέρμα για τιμωρία. Οι προσβολές πάντα οι ίδιες, οι καθηγητές έμπαιναν, έλεγαν κάτι και όποιος το κατάλαβε, το κατάλαβε. Εξέταση, παράδοση, τέλος. Άμα οι γονείς ήξεραν κάτι για να βοηθήσουν είχε καλώς, άμα δεν ήξεραν την είχες πατήσει. Κάπως έτσι άρχισαν να ξεφυτρώνουν τα φροντιστήρια, πήγαινες γιατί δεν καταλάβαινες την τύφλα σου στο σχολείο. Έτσι πήγα κι εγώ στην Α’ Λυκείου και ξεστραβώθηκα. Δεν ήμουν χαζή, απλά στο σχολείο στα μαθηματικά, φυσικές, χημείες οι καθηγητές μας έκαναν ανάγνωση το μάθημα από το βιβλίο. Στις ερωτήσεις των μαθητριώνεπαναλάμβαναν ό,τι είχαν πει προηγουμένως (αυτοί που δεχόταν ερωτήσεις) και σε κοιτούσαν μ’ ένα βλέμμα του στιλ «μα πόσο ήλίθια μπορεί να είσαι». Μια, δυο, τρεις τις κόβαμε τις ερωτήσεις.

Οι κύριοι Επιθεωρητές.

Είδα μόνο δύο φορές στη ζωή μου. Μας είχαν πείσει δε, πως οι επιθεωρητές θα κρίνουν εμάς άρα πρέπει να δείξουμε τον καλύτερο εαυτό μας. Θυμάμαι θεολόγο στην γ’ γυμνασίου που μας έβριζε και μας πρόσβαλε κάθε μέρα, μας έβριζε κανονικά και  όταν κάποια φορά περίμενε τον επιθεωρητή μας κατατρόμαξε πως άμα δεν είμαστε ήσυχες και δεν έχουμε διαβάσει θα έχουμε πρόβλημα με τον επιθεωρητή. Εμείς κι όχι αυτή. Μασήσαμε κι εμείς και όταν μπήκε ο επιθεωρητής στην τάξη τρέμαμε από φόβο. Εκείνη τη μοναδική φορά ήταν γλυκομίλητη και χαμογελούσε. Ήρθε ο επιθεωρητής, έφυγε, είδε πόσο καλή είναι στην τάξη η κυρία και την άλλη μέρα γυρίσαμε στη ρουτίνα μας. Βρισιές και προσβολές. Ποτέ κανένας δάσκαλος τότε δεν αξιολογήθηκε για το παιδαγωγικό και το διδακτικό του έργο. Ποτέ κανένας δάσκαλος δεν απολύθηκε γιατί έβαζε βαθμούς με βάση τα πεσκέσια, γιατί σάπιζε τους μαθητές στο ξύλο, γιατί τους πρόσβαλε, γιατί καθόταν στην τάξη και απλά κάπνιζε (θεολόγος στην α’ λυκείου), γιατί δεν ήξεε την τύφλα του ή είχε μείνει στα μαθηματικά του προηγούμενου αιώνα. Κανένας δεν πίστευε πως ένας μουσικός που πέρασε από το σχολείο μας έβαζε χέρι σε όσες μαθήτριες μπορούσε και ποτέ δεν διώχθηκε γιαυτό.

Αν δεν είχες μόνος σου το νταλγκά παπάρια μάθαινες από τους ημιμαθείς δασκάλους μας. Ελάχιστοι ήταν αυτοί που ήταν αληθινά καλοί δάσκαλοι, όχι λιγότεροι και όχι περισσότεροι από τώρα. Η διαφορά είναι πως τότε είχαν τον σεβασμό της κοινωνίας κι ας ήταν καθάρματα. Ο παπάς, ο χωροφύλακας κι ο δάσκαλος ήταν οι αρχές των μικρών κοινωνιών. Μας σάπιζαν στο ξύλο και κανένας γονιός δεν σκεφτόταν μήπως είχαν άδικο. Για να σε δείρει ο δάσκαλος θα είχε δίκιο, έλεγαν, και σου έριχναν και οι γονείς ένα χέρι ξύλο για να εμπεδώσεις. Κανένας επιθεωρητής και καμμία επιθεώρηση ή κανένας φόβος δεν τους έκανε να γίνουν καλύτεροι δάσκαλοι. Το μόνο που φοβόταν ήταν μη τυχόν κάποιος τους κατηγορήσει για εχθρούς της πατρίδας και βρεθούν στα σύνορα.

Μου λένε επίσης πως τότε δάσκαλοι γίνονταν αυτοί που το αγαπούσαν το δασκαλίκι. Τρίχες λεώ εγώ…. Τότε γίνονταν εκπαιδευτικοί γιατί ήταν μια δουλειά που σου έδινε κύρος (που δεν σου δίνει τώρα), ελεύθερα καλοκαίρια, πεσκέσια και μονιμότητα με μόνο αντάλλαγμα να μη μιλάς κατά του καθεστώτος. Υπάρχει κάποια διαφορά μ’ αυτά που λέγονται για το πως επιλέγουν το επάγγελμα οι σημερινοί εκπαιδευτικοί; Αν τη διάλεγαν γιατί αγαπούσαν τα παιδιά και το δασκαλίκι η αναλογία σαδιστών-καθαρμάτων με τους καλούς δεν θα ήταν αυτή που έχω ζήσει κι όχι μόνο εγώ. Στα σχολικά μου χρόνια συνάντησα 3 Δάσκαλους και πολλά καθάρματα. Ο ένας μάλιστα ήταν παπάς με ράσα. Που κατάφερε να επιβάλλεται σε τάξη σχολειου θηλέων στα τέλη δεκαετίας του ’70 όπου οι 35 από τις 45 μαθήτριες ήταν οργανωμένες σε αριστερές μαθητικές οργανώσεις. Κατόρθωμα νομίζω…. Θυμάμαι όμως και άλλους 30 άχρηστους, καθάρματα και σαδιστές.

Αυτό που σίγουρα ήταν διαφορετικό ή αντιμετώπιση της κοινωνίας απέναντι στους εκπαιδευτικούς. Σήμερα αν κάποιος δάσκαλος στραβοκοιτάξει το παιδί σου, ειδικά στο δημοτικό, θα είσαι εκεί να του ζητάς το λόγο κι αν δεν σε πείσει θα του κάνεις αναφορά. Σπάνια θα σκεφτεί σημερινός γονιός πως μπορεί να φταίει και το καμάρι του για κάτι. Τότε αν σου έριχνε μερικά χαστούκια και σου ξερίζωνε το αυτί, ο πατέρας σου θα του έδινε δίκιο και θα σου έδινε κι άλλα δυο χαστούκια για να γίνεις άνθρωπος.

Είστε σίγουροι πως αυτό ακριβώς νοσταλγείτε όσοι νοσταλγείτε τα «παλιά καλά χρόνια»; Γιατί αυτό ήταν η παιδεία στις δεκαετίες του ’60 και του ’70.

Εννοείται πως δεν τα έγραψα αυτά για να δικαιολογήσω τη σημερινή χάλια κατάσταση. Το γιατί και τώρα, μετά από τόσα χρόνια, είναι χάλια είναι μια άλλη και μεγάλη συζήτηση. Το να νοσταλγούμε όμως πράγματα που ήταν άσχημα, απλά διαφορετικά άσχημα από τα σημερινά δεν διορθώνει τίποτε. Κυρίως όταν τα νοσταλγούν όσοι τότε ήταν αγέννητοι.

Advertisements