Κουβέντιαζα μ’ ένα φίλο κάποια από τις προηγούμενες μέρες. Κουβέντιαζα λέγοντας εννοώ διαδικτυακά, έτσι κι αλλιώς οι μισές συζητήσεις πλέον της ζωής μας γίνονται διαδικτυακά. Κάποια στιγμή μου είπε πως μοιάζει σαν να αλληλογραφούμε αλλά σε πραγματικό χρόνο. Και τότε θυμήθηκα τι σημαίνει αλληλογραφία, μια διαδικασία που την έχω πλέον ξεχάσει και την οποία οι νεότεροι δεν έχουν καν γνωρίσει. Μια κόλλα χαρτί, φάκελλος, γραμματόσημα και διάθεση και χρόνος να επικοινωνήσεις μ’ ένα αγαπημένο πρόσωπο. Ανάλογα τον παραλήπτη ήταν μια κόλλα με γραμμές, μια σελίδα κομμένη από τετράδιο ή μια κόλλα αλληλογραφίας με τυπωμένα σχέδια, πολύχρωμη και με ασορτί φάκελο. Στις πρώτες κόλλες έγραφα τα γράμματα που μου υπαγόρευε ο πατέρας μου για τον αδελφό του που ζούσε στη Γερμανία, ήμουν η γραμματέας του από τότε που έμαθα να γράφω και να διαβάζω. Έπαιρνα μια τετοια κόλλα με μπλε γραμμές, καθόμουν στο τραπέζι με το μολύβι ή το στυλό στο χέρι και περίμενα ν’ αρχίσει μια διαδικασία που μου φαινόταν πως κρατούσε αιώνα. Ο μπαμπάς έλεγε μια λέξη τώρα και την επόμενη δέκα λεπτά αργότερα (υπερβολή αλλά έτσι το βίωνα τότε), κάθε δυο φράσεις μ’ έβαζε να διαβάσω τι έγραψε και έκανε διορθώσεις. Και πέρναγε η ώρα, εγώ άκουγα τα παιδιά να παίζουν κάτω στο στενό και τρελαινόμουν αλλά τι να πω; Μια φορά τόλμησα να ρωτήσω το μπαμπά γιατί δεν έγραφε μόνος τα γράμματα και μου έδωσε την πιο αστεία δικαιολογία που μπορούσα ν’ ακούσω. Γιατί έκανε -λέει- ορθογραφικά λάθη και δεν ήθελε να είναι ανορθόγραφο το γράμμα. Δεν θυμάμαι αν κρατήθηκα ή αν γέλασα δυνατά όταν το άκουσα. Αν  μπαμπάς μου ήταν ανορθόγραφος μια φορά ο αδελφός του ήταν δέκα φορές. Παιδιά της Κατοχής, πήγαιναν και δεν πήγαιναν σχολείο, ίσα που κατάφεραν να τελειώσουν το δημοτικό ενώ είχαν ήδη βγει στη βιοπάλη αφού έμειναν ορφανά από πατέρα μέσα στην Κατοχή. Τότε κατάλαβα, ο μπαμπάς απλώς βαριόταν όλη αυτή τη διαδικασία, τον κούραζε και είχε βρει τη λύση. Η κόρη του η καλή μαθήτρια θα του έγραφε τα γράμματα που της υπαγόρευε με το χουζούρι του. Μόλις τελείωνε το γράμμα το έπαιρνε και το διάβαζε κι εγώ ευχόμουν μέσα μου _ειδικά τα καλοκαίρια- να μη θυμηθεί πως ήθελε να γράψει και κάτι άλλο και να μ’ αφήσει επιτέλους να πάω για παιχνίδι. Μια τέτοια φορά λοιπόν, ανακάλυψε ένα λάθος -αντί να γράψω «ο μπαμπάς μου» έφαγα τα «μ» και έγραψα ο «παπάς» μου, μέσα στη βαρεμάρα μου τα έφαγα, τι να κάνω; Και αφού ήταν ένα λάθος που μπορούσε να το καταλάβει (είπαμε, ανορθόγραφος γαρ) μου της έβρεξε, μια από τις σπάνιες φορές που το έκανε. Κλάμα και θρήνος εγώ, για την αδικία κυρίως κι όχι για το ξύλο. Και κείνος να με μαλλώνει που δεν είχα το νου ου στο γράμμα αλλά στο παιχνίδι. «Μα που να τον είχα το νου μου βρε μπαμπά; 6-7 χρονών κοριτσάκι ήμουν, που αλλού να είχα νου μου καλοκαιριάτικα ακούγοντας τα παιδιά της γειτονιάς να ξελυσσάνε στο παιχνίδι ενώ εγώ καθόμουν κι έγραφα κάτι βαρετά πράγματα;»

Στην εφηβεία άρχισα να έχω τη δική μου αλληλογραφία. Έσκασε στο σχολείο, δεν ξέρω ποια συμμαθήτρια το έφερε πρώτη, η μόδα της αλληλογραφίας με παιδιά της ηλικίας μας απ’ όλο τον κόσμο. Έστελνες τα στοιχεία σου στον International Pen Pal-κάτι, δήλωνες από ποιες χώρες ήθελες να είναι τα παιδιά που θ’ αλληλογραφήσεις και σε ποια γλώσσα και σου έστελναν κάποιες διευθύνσεις να διαλέξεις. Ξετρελάθηκα με την ιδέα, είχα μόλις άρει το Lower και ήθελα να εξασκήσω τ’ αγγλικά μου αλλά κυρίως να μάθω πως ζουν οι άνθρωποι της ηλικίας μου αλλού. Πως σκέφτονται, πως μεγαλώνουν, αν έχουν τα ίδια προβλήματα με μένα. Μ’ αυτό τον τρόπο έφτασα να έχω περίπου 12 τέτοιους φίλους σ’ όλο τον κόσμο, αγόρια και κορίτσια. Ακόμα θυμάμαι κάποιους, ήταν ο Masato Sato στην Ιαπωνία, ο Serge στη Μπεζανσόν της Γαλλίας, άλλη μια γιαπωνέζα, ένας από τη Ν. Αφρική, μια αμερικάνα, μια αγγλίδα. Επίσης αλληλογραφούσα με τη Μαρία, μια κοπέλα από την Κύπρο. Μας είχαν φέρει ονόματα στο σχολείο μετά το 1974 για ν’ αλληλογραφούμε με παιδιά κάπως σαν ψυχολογική στήριξη. Η Μαρία ήταν από το Βαρώσι και βρέθηκε στη Λεμεσό. Ένα γράμμα τη βδομάδα ανταλλάσαμε, για χρόνια. Μετά η Μαρία ήρθε στην Ελλάδα -κάπου στην Αθήνα- εγώ έφυγα για την Πάτρα και χαθήκαμε. Κάπως έτσι χαθήκαμε και με όλα τα υπόλοιπα παιδιά. Ένας απ’ αυτούς ήρθε και με βρήκε στην Ελλάδα, ο ξανθούλης ο Serge από τη Μπαεανσόν που ήθελε να γίνει μάγειρας. Ήρθαν από τη Γαλλία οδικώς με τον αδελφό του κι έναν φίλο του αδελφού του για διακοπές στην Ελλάδα και αφού πέρασαν από τη Θεσσαλονίκη ήρθαν να με δουν. Στο σπίτι βάρεσε συναγερμός, μα τι θα πει η γειτονιά; Από που κι ως που θα μας επισκεφτούν τρεις μαντράχαλοι ξένοι. Πως θα δικαιολογήσουν το που τους ξέρει η κόρη τους και ως τι θα μας επισκεφτούν; Πάτησα πόδι, γκρίνιαξα, έκλαψα κι έτσι η μάνα μου το επεξεργάστηκε και το σέρβιρε στη γειτονιά ως αποτέλεσμα της φιλομάθειάς μου. «Ε να…. ξέρετε…. για να μη ξεχάσει τ’ αγγλικά το παιδί άρχισε αλληλογραφία κι αφού έρχονται στην Ελλάδα δεν είμαστε γαϊδούρια αφιλόξενα, ένα καφέ θα πιούνε και θα φύγουν…». Ήρθαν τα παιδιά, μαζεύτηκε όλη η οικογένεια στο σπίτι, άλλους ξένους δεν είχαμε δει παρά μόνο τους θείους από τη Γερμανία αλλά αυτοί δεν ήταν κανονικοί ξένοι. Άντε πάλι να κάνω τη γραμματέα και διερμηνέα, να μεταφράζω τις ερωτήσεις του μπαμπά για το αυτοκίνητό τους, τους γονείς τους, τη ζωή τους, μόνο τι προίκα έχουν δεν τους ρώτησαν. Μετά είπαμε να βγούμε βόλτα, σιγά μη με άφηναν μόνη με τους ξένους. Ντύθηκε, στολίστηκε όλη η οικογένεια και βγήκαμε βόλτα στην Παραλία. Εγώ να προσπαθώ να μιλήσω στο φίλο μου και γύρω οι αδελφές μου να μου λένε να τους πω το κοντό τους και το μακρύ τους και λίγα βήματα πιο πίσω ο μπαμπάς και η μαμά να παρακολουθούν με μάτι άγρυπνο για το παραμικρό παραστράτημα. Καταντράπηκα, σιχτίρισα την ώρα και τη στιγμή που αποφάσισαν να περάσουν, βγάλαμε αναμνηστικές φωτογραφίες, επιστρέψαμε στο σπίτι και οι γάλλοι μας αποχαιρέτησαν μάλλον πανικόβλητοι. Μετά απ’ αυτό η μαμά έλεγε σε όλους πόσο καλά αγγλικά μιλούσα, πως και τα γαλλικά τα «πάλευα» και πόσο καλά παιδιά ήταν οι γάλλοι αλλά «τίποτε πονηρό καλέ….. εντελώς αθώα αλληλογραφούν». Αλληλογραφούσαμε ήθελε να πει μάλλον διότι μετά την εμπειρια ο Serge εξαφανίστηκε και δεν έμαθα πλέον τίποτε γι’ αυτόν.

Ένα καλοκαίρι -θα ήμουν πάνω κάτω 15 χρόνων- αλληλογραφούσα με μια κολλητή μου από το σχολείο. Πήγε στο χωριό της για καπνά κι εγώ στην πόλη όπως κάθε καλοκαίρι. Όμως δεν χαθήκαμε, λάμβανα και λάμβανε ένα γράμμα μέρα παρά μέρα. Ερόταν το πρωί, απαντούσα και το έστελνα την επόμενη. Τη μεθεπόμενη το έπαιρνε, μου απαντούσε κι έτσι το είχα στα χέρια μου τη μεθεπόμενη. Ήταν το λιγότερο βαρετό καλοκαίρι, είχα κάτι να περιμένω. Το τι γράφαμε σε κείνα τα γράμματα!!!! Ηταν η εποχή, γράφαμε για τους εφηβικούς μας έρωτες αλλά και για την επανάσταση και πως θα την κάναμε. Όχι την προσωπική μας επανάσταση αλλά αυτή τη μεγάλη, που θα άλλαζε τον κόσμο. Σκατά στα μούτρα μας κάναμε αλλά τα γράμματα τα έχω ακόμα ενώ με την Κατερίνα χαθήκαμε μόλις τελειώσαμε το σχολείο. Μετά από χρόνια τη βρήκα και τη ρώτησα αν τα έχει για να τα ενώσουμε και να έχουμε ολόκληρη εκείνη την καλοκαιρινή αλληλογραφία. Με κοίταξε σαν να της έλεγα το πιο παράξενο πράγμα του κόσμου και μου είπε πως τα είχε -φυσικά- πετάξει. Μάλλον η Κατερίνα δεν ήταν τόσο συναισθηματική όσο εγώ που έχω ακόμα τα δικά της και όλα όσα έχω ανταλλάξει κατά καιρούς με φίλους. Διότι φυσικά συνέχισα ν’ αλληλογραφώ και μετά το σχολείο. Με την οικογένεια, την κολλητή μου, διάφορους ξένους που γνώριζα τα καλοκαίρια στις διακοπές, φίλους που πήγαν στο στρατό, φίλους που έφυγαν στο εξωτερικό, έρωτες. Τα έχω μέσα σε κουτιά από παπούτσια τα περισσότερα αλλά και μέσα σε βιβλία, σε συρτάρια χύμα, μαζί με φωτογραφίες, σκόρπια σε ράφια. Καμμιά φορά πέφτω πάνω σε κάποιο από αυτά, το ανοίγω και το διαβάζω και ζωντανεύει μπροστά μου όλη η εποχή, οι ξεχασμένοι φίλοι, οι συνήθειες, οι σκέψεις….. Και τότε μελαγχολώ για τα χρόνια που πέρασαν και τους φίλους ου χάθηκαν, για το κορίτσι που ήμουν, για όσα όνειρα έμειναν όνειρα.

Τα γράμματα σταμάτησαν φυσικά με το που μπήκε στη ζωή μας το διαδίκτυο. Τώρα στέλνω mail, δεν χρειάζεται κόλλα αρωματισμένη και φάκελλος ασορτί ούτε γραμματόσημα. Τώρα δεν κοιτάω με αγωνία το γραμματοκιβώτιο αλλά το inbox. Αυτό που δεν έχει αλλάξει είναι η αγωνία όταν περιμένω κάτι. Ανοίγω τον υπολογιστή με την ίδια λαχτάρα που έμπαινα στην πολυκατοικία και κοιτούσα το γραμματοκιβώτιο.Έχω την ίδια χαρά όταν δω το mail που περιμένω με τη χαρά που είχα τότε όταν έβλεπα το γράμμα με το σωστό γραμματόσημο. Με την ίδια αγωνία κάνω κλικ στο εικονίδιο του αδιάβαστου όπως και τότε που έσκιζα άτσαλα το φάκελο για να διαβάσω. Ήταν τόσο έντονο το συναίσθημα της αναμονής και η χαρά όταν έβλεπα ένα γράμμα που ακόμα και τώρα το βλέπω στον ύπνο μου. Να μπαίνω στην παλιά μας πολυκατοικία και να κοιτάζω με λαχτάρα το γραμματοκιβώτιο. Μόνο που τώρα στα όνειρά μου είναι είτε γεμάτο αλλά κανένα γράμμα δεν είναι για μένα, είτε απελπιστικά άδειο.

Advertisements