Ο κόσμος έχει σαλτάρει και θα σαλτάρει κάθε μέρα όλο και περισσότερο. Κι όχι, αυτοί που βλέπουμε να μιλάνε και να μαλώνουν μόνοι τους στο δρόμο δεν μιλάνε όλοι στο κινητό τους με hands free. Παλιά, όταν είχαν πρωτοβγει τα hands free κι έβλεπα κόσμο στο δρόμο να μιλάει μόνος του αναρωτιόμουν τι έπαθαν ξαφνικά τόσοι πολλοί, τι μαζική παράνοια έπεσε και παραμιλάει ο κόσμος. Γρήγορα όμως έληξε ο συναγερμός και κατάλαβα πως ήταν απλά η νέα εποχή. Τώρα βλέπω κόσμο να παραμιλάει και να μαλώνει και να πολεμάει με αόρατους εχθρούς και ψάχνω για το ακουστικό στ’ αυτί και δεν βλέπω τίποτε. Ζω μεταχρονολογημένα αυτό που νόμιζα ότι ζούσα παλιά.

Στιγμιότυπο. Στάση λεωφορείου στη Χ. Τρικούπη. Μεσημέρι. Δεν περιμενει πολύς κόσμος αλλά έρχεται στη στάση το 021, μικρό λεωφορείο που γεμίζει και με λίγους. Ανεβαίνουμε, στριμωχνόμαστε όλοι μπροστα στην πόρτα μιας και όλοι αρνούνται να χωθούν πιο μέσα. Εγώ πάλι αρνούμαι να στέκομαι αγκαλιασμένη σφιχτά με άγνωστους και προχωρώ προς τον οδηγό όπου βρίσκω μέρος ευάερον και ευήλιον και αράζω. Όση ώρα ανεβαίνουν χαζεύω από το παράθυρο έναν τύπο στη στάση που φωνάζει. Απροσδιόριστη η ηλικία του, φαίνεται μεγάλος αλλά ποιος ξέρει πόσο να είναι. Ρούχα κανονικά, δεν φαίνεται άστεγος και κρατάει μια σακούλα στα χέρια. Τελευταία στιγμή ανεβαίνει κι αυτός στο λεωφορείο και συνεχίζει τον καυγά που έχει ανοίξει με τους εχθρούς του. Τα έχει βάλει με την κυβέρνηση, με τα κινητά τηλέφωνα που είναι ρουφιάνοι, ανακατεύει θεωρίες συνομωσίας τύπου Λιακόπουλου, βρίζει ακόμα και τα μικρά παιδάκια που γίνονται ρουφιανάκια επειδή έχουν κινητά. Δεν μπορώ να παρακολουθήσω τους συνειρμούς που κάνει το ταραγμένο του μυαλό, έχουν χαλάσει και τ’ ακουστικά από το mp3 player και δεν μπορώ ν’ απομονωθώ όπως κάνω συνήθως. Ο κόσμος χαμογελάει, κουνάει το κεφάλι, τον κοιτάζει με περιέργεια ή κοιτάζει αλλού. Εγω απλά κάνω υπομονή, μπόρα είναι θα περάσει σκέφτομαι, σε μερικές στάσεις θα κατέβω.

Ξαφνικά ακούγεται μια φωνή από το βάθος: «ΣΚΑΣΕ!!!!». Γυρνάω και βλέπω ένα τύπο έξαλλο, μουστάκι παχύ, κασκέτο και το μάτι θολό. Αν δεν ήταν τόσος κόσμος ανάμεσά τους θα τον είχε βουτήξει από το λαιμό. Προσπαθούσε να τον φτάσει και να τον χτυπήσει φωνάζοντας πως δεν τον αντέχει, πως τον πετυχαίνει σε όλα τα λεωφορεία να λέει τα ίδια. Και ξανά «ΣΚΑΣΕ» και όλο να προσπαθεί να τον φτάσει. Του φώναξα να σταματήσει, κάποιοι ψέλισσαν το ίδιο. Ο δεύτερος έξαλλος άρχισε να μου φωνάζει πως δεν τον αντέχει άλλο, ο πρώτος τα πήρε χειρότερα και ούρλιαζε πως είναι όλοι ρουφιάνοι, εγώ να λέω στον δεύτερο πως δεν έχει ούτε νόημα ούτε λογική να τα βάζουμε με άρρωστους ανθρώπους. Μύλος……

Μέχρι την επόμενη στάση γινόταν μέσα στο λεωφορείο της τρελής το πανηγύρι. Στη σταση άνοιξε ο οδηγός την πόρτα και ο πρώτος τρελός κατέβηκε, περισσότερο ξωπετάχτηκε θα έλεγα μιας και ο δεύτερος τρελός έσπρωχνε τόσο πολύ τον κόσμο ανάμεσά τους για να τον φτάσει και να τον χτυπήσει, που ο πρώτος είχε γίνει χαλκομανία στην πόρτα. Κατέβηκε βρίζοντας ο πρώτος, έβρισε για λίγο ο δεύτερος αλλά πιο ήρεμος αφού είχε κατατροπώσει τον «εχθρό» και ηρέμησε το λεωφορείο.

Κατέβηκα μετά από μερικές στάσεις κι εγώ και σκεφτόμουν πόσα ακόμα θα δουν τα μάτια μας.  Αν είναι δυνατόν να ζητούσε ο μουστακαλής λογική αντίδραση από έναν άνθρωπο οφθαλμοφανώς σαλεμένο. Κι όμως, ήταν ικανός να τον πλακώσει στο ξύλο.

Είπα ξύλο και θυμήθηκα δεύτερη φάση, πιο πρόσφατη. Βγαίνει ο μικρός να πάει να παρακολουθήσει αγώνα χάντμπολ. Μιλάμε για χάντμπολ, δεν σκέφτεσαι πως μπορεί να υπάρξει θέμα, ναι; Ας γελάσω δυνατά…. Είναι στην πόρτα έτοιμος να φύγει να περάσει να πάρει έναν φίλο του να πάνε στο γήπεδο παρέα και βλεπω πως έχει στριμώξει στην τσέπη ένα κασκόλ της ΑΕΚ (έπαιζε η ΑΕΚ). «Τι το θες αυτό, του λέω, και το κουβαλάς; Θέλεις να γίνεις στόχος;» «Στην τσέπη θα το έχω βρε μαμά» μου απαντάει, «μόνο μέσα στο γήπεδο θα το βγάλω κι εκεί θα είναι γεμάτο ΑΕΚτζήδες, τι να μου κάνουν». Όταν γύρισε μου είπε τα χαΐρια….. Έπεσε πάνω σε περιπολία «βάζελων» με μηχανάκια, είδαν να ξεφεύγει από την τσέπη του το κασκόλ, τον περικύκλωσαν και του είπαν να τους το δώσει με το καλό. Χέστηκε ο μικρός από το φόβο του, «ρε παιδιά, εγώ χάντμπολ πάω να δω…» τους είπε αλλά δεν χαμπάριασαν οι μάγκες. «Δώσε το κασκόλ» του είπαν « και θα σ΄αφήσουμε να φύγεις αλλιώς θα τις φας». Έδωσε το κασκόλ κι έγινε λαγός κι εγώ σκεφτόμουν όταν μου τα έλεγε μετά, πως ευτυχώς δεν ήταν με κανέναν φίλο του που θα ήθελε να τσαμπουκαλευτεί να τους μαυρίσουν και τους δύο στο ξύλο. Τέσσερα μηχανάκια με οκτώ μαντράχαλους εικοσάρηδες κι έναν δυο τριαντάρηδες (απ’ ότι υπολόγισε ο μικρός) πούλησαν τσαμπουκά για να πάρουν το κασκόλ ενός δεκατετράχρονου. Φαντάζομαι μετά θα το έδειχναν σαν έπαθλο σε φίλους τους και θα το διάνθισαν με λίγο περισσότερο ηρωισμό γιατί δεν λέει σαν ιστορία, πως απείλησαν έναν πιτσιρικά που τους έδωσε χεσμένος από το φόβο του….

Advertisements