στο σούπερ μάρκετ


Καιρό έχεις να γράψεις κάτι, μου είπε χτες η Δανάη. Της απάντησα πως γράφω μόνο όταν έχω κάτι να γράψω και τις τελευταίες μέρες δεν είχα κάτι. Είχα αποφασίσει να μη σκέφτομαι πολλά και να κάνω βουτιές, ο χειμώνας προβλέπεται ζόρικος και το καλοκαίρι ήταν δύσκολο. Πήγα και «χώθηκα» στο σπίτι της μάνας μου και πήγαινα κάθε πρωί στη θάλασσα. Οι διακοπές όμως τελείωσαν και η επιστροφή πάντα δίνει αφορμές. Τι αφορμές; Να μία…..

Πήγα στο σούπερ μάρκετ πριν λίγο με μια φίλη. Σε κάποια στιγμή βλέπω να με χαιρετάει μια κοπέλα (έτσι μου φάνηκε το κούνημα του χεριού της, σαν χαιρετισμός) και να με πλησιάζει με ένα αμήχανο μισοχαμόγελο. Δεν μου φάνηκε πως την ήξερα και την πλησιάσα με μισόκλειστα μάτια και αμήχανο ύφος. «Θύμισέ μου» της είπα «κάπου γνωριζόμαστε και δεν σε θυμάμαι;»

Εδώ χρειάζεται μια παρένθεση. Το να με πλησιάζουν άνθρωποι που με αναγνωρίζουν δεν είναι περίεργο. «Βλαχοδήμαρχο» με αποκαλεί η Γ., μέχρι και το νιάνιαρο ο γιος μου το έχει πάρει χαμπάρι και με δουλεύει. «Βρε μαμά» μου λέει όταν βρεθούμε σε χώρους με πολύ κόσμο «τι έγινε; πέρασε μια ώρα κι ακόμα δεν βρέθηκε κάποιος γνωστός να σε χαιρετήσει;». Δεν υπερβάλλει, συνήθως έτσι γίνεται, όλο και κάποιος γνωστός ή παλιός φίλος θα βρεθεί να με αναγνωρίσει και να με χαιρετήσει. Έχω περάσει στη ζωή μου από πολλούς χώρους, σχολές, σχολεία, δουλειές… Με χαρακτηριστική φάτσα και χαρακτηριστικό όνομα δεν με ξεχνούν εύκολα και ως «υπερκοινωνικό ζώο που μιλάει με τις πέτρες», όπως με περιγράφει μια άλλη φίλη, δεν είναι δύσκολο να με πλησιάζουν άνθρωποι που με αναγνωρίζουν για να με χαιρετήσουν. Αυτό νόμισα πως συνέβη και σήμερα όμως έκανα λάθος.

Πίσω στο σούπερ μάρκετ λοιπόν. Η κοπέλα που με πλησιάσε θα μπορούσε να είναι συνάδελφος από κάποιο σχολείο ή από κάποια άλλη δουλειά πριν τα σχολεία ή από κάποια σχολή που πέρασα. Πάνω κάτω στην ηλικία μου, καλοντυμένη, καλοχτενισμένη, καθαρή με τη μόνη διαφορά πως δεν κρατούσε καλάθι του σούπερ μάρκετ αλλά αυτό δεν σημαίνει κάτι. Κι εγώ όταν θέλω να πάρω δυο πράγματα δεν παίρνω καλάθι. Στην ερώτηση αν γνωριζόμαστε από κάπου και δεν τη θυμάμαι μου απάντησε «όχι, δεν γνωριζόμαστε..» και γρήγορα βλέποντας το ερωτηματικό ύφος μου μου είπε…..

«Δεν με γνωρίζεις αλλά να….. πως να το πω; είμαι άνεργη πολύ καιρό τώρα, τις τελευταίες δέκα μέρες δεν έχω τίποτε πια… αναρωτιόμουν, θα μπορούσες ίσως; κάτι…. ό,τι μπορείς δλδ…. αν μπορείς… δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις……» και ξαφνικά βούρκωσε.

Στο μυαλό μου θύελλα, δεν μπορούσα να το πιστέψω, σκεφτόμουν πως με δουλεύει πως δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Από την άλλη βούρκωσε, δεν ήξερε τι να κάνει με τα χέρια της, κατέβασε στο τέλος τα μάτια. Η γλώσσα του σώματος με έπειθε πως δεν με κοροϊδεύει. Αυτό που νόμισα για χαιρετισμός στην αρχή ήταν απλά μια κίνηση με το χέρι για να με σταματήσει και το μισοχαμόγελό της την ώρα που με πλησιάζε δεν ήταν απο αμηχανία επειδή δεν την αναγνώρισα αλλά από αμηχανία για ό,τι θα μου έλεγε στη συνέχεια.

«Κι εγώ άνεργη είμαι» της απάντησα «αλλά φρέσκια άνεργη οπότε…. πάρε». Άνοιξα το πορτοφόλι μου και της έδωσα όσα έπιασα, τρία ευρώ.

«Ωχ, τι να πω τώρα……» μου έλεγε την ώρα που άνοιγα το πορτοφόλι. «Άστο ρε συ…. μη μου δίνεις, τι να πω τώρα…..»

«Πάρτα» της λέω «είμαι φρέσκια».

«Σου εύχομαι να βρεις μια καλή δουλειά…» μου απάντησε και έφυγε.

Έστριψα προς τα απορρυπαντικά να βρω τη φίλη μου, έστριψε προς την αντίθετη πλευρά. Κατεβασμένο το κεφάλι της, κατεβασμένο και το δικό μου…..

Χτες μου μιλούσε ένας φίλος γιαυτό το άρθρο, σήμερα το έζησα live…..

Advertisements

εικόνα


Κάποτε θεωρούσα τυχερούς όσους έμεναν σε διαμερίσματα που είχαν θέα σε πάρκα. Εικόνα, τώρα είναι έξω από το παράθυρό μου στο σπίτι της αδελφής μου. Ζευγάρι με βαλίτσες, οι βαλίτσες του προηγούμενου ποστ χωρίς τη χρυσόσκονη το επιτυχημένου μεταφερόμενου επαγγελματία αλλά με τη σκόνη της μιζέριας και της απελπισίας. Το ζευγάρι και οι βαλίτσες του και δυο μέτρα γης πάνω στο χορτάρι του πάρκου. Βγάζουν ρούχα από τις βαλίτσες, η γυναίκα κάτι διπλώνει και βγάζουν μάλλον sleeping bags ή κάτι τέτοιο για να κοιμηθούν. Δεν είναι τουρίστες της δεκαετίας του ’80, είναι άστεγοι του 21ου αιώνα. Πίνω μπύρα και καπνίζω στο μπαλκόνι, τους μισοβλέπω ανάμεσα στα δέντρα. Περνάνε νέοι και και γριές που έβγαλαν βόλτα τα σκυλιά ους για το νυχτερινό κατούρημα.  Πίνω μπύρα, καπνίζω και βουλιάζω….. Έχω κόψει το δάχτυλό μου με το μαχαίρι που έκοψα πριν από λίγο ψωμί και πληκτρολογώ με δυσκολία. Καταγράφω την εικόνα, δεν είναι καινούρια είναι όμως έξω από το σπίτι της αδελφής μου στη γειτονιά που μεγάλωσα. Το πρωί στα παγκάκια βλέπεις κόσμο να κοιμάται.

Θεσσαλονίκη, 2013. Πληκτρολογώ με δυσκολία, έκοψα το χέρι μου κόβοντας ψωμί. Πίνω μπύρα, γράφω κι ένα ζευγάρι απέναντι στρώνει να κοιμηθεί στο γρασίδι του πάρκου, στη γειτονιά που μεγάλωσα…..

Σκοτώνουν τα Άλογα Όταν Γεράσουν


Τις σκοτεινές μέρες τις οικονομικής κρίσης, οι ‘χορευτικοί μαραθώνιοι’ αποτελούσαν έναν τρόπο για να διαγωνιστούν οι απελπισμένοι άνθρωποι με σκοπό τα χρηματικά έπαθλα. Το θέαμα κρατούσε μέρες, καθώς οι διαγωνιζόμενοι πίεζαν τους εαυτούς τους πέρα από τα όρια της εξάντλησης, ενώ το βάρβαρο κοινό παρακολουθούσε στοιχηματίζοντας χρήματα για σπορ ή κέρδος. Ενάντια σ’ αυτό το σκηνικό, οι ζωές μιας άνισης ομάδας διαγωνιζομένων περιπλέκονται. Συναντιούνται τυχαία, κινούνται ανελέητα στην πίστα ψάχνοντας ένα όνειρο. Κι ενώ το κοινό παρακολουθεί… το ρολόι χτυπάει … ποιος από αυτούς θα επιζήσει;

Μου κόλλησε αυτή η φράση στο μυαλό και θυμήθηκα την ταινία. Την είχα δει μικρή, φοιτήτρια, στην κινηματογραφική λέσχη της πόλης που σπούδαζα. Σκληρή ταινία μου είχε φανεί, την είχα νιώσει κι ας μην μπορούσα να καταλάβω τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες διαδραματιζόταν ή το τι σημαίνει ακριβώς να σε σκοτώνουν όταν γεράσεις. Μεγάλωνα στην εποχή της αισιοδοξίας για το μέλλον, ακόμα κι εγώ -η πεσιμίστρια και «Κασσάνδρα» όπως με αποκαλούσαν οι φίλοι μου- δεν μπορούσα να φανταστώ το τσουνάμι που θα σάρωνε τον κόσμο. Κι έφτασε η ώρα να μου κολλήσει ο τίτλος σαν τσίχλα στο μυαλό και να νιώσω τι σημαίνει να σκοτώνεις το άλογο όταν γεράσει. Όλο αυτό, βλέποντας τα non paper του υπουργείου για τη μορφή που θα έχουν τα δημόσια σχολεία και τη μοριοδότηση του Μητσοτάκη για τους ΔΥ και τους καθηγητές. Μοριοδότηση…. τι ωραία λέξη για να αποτιμήσεις ανθρώπους, χαρακτήρες, προσπάθειες, κατακτήσεις, τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, αγωνία, ξενύχτια, δουλειά….. Μια μοριοδότηση που στην ουσία πετάει στον Καιάδα της ανεργίας -μάλλον της αχρηστίας θα έπρεπε να πω- τους παλιούς που κοστίζουν ακριβά και κρατάει τους νέους που είναι φτηνοί. Και πάνω σ’ αυτή τη μοριοδότηση να βλέπεις τους ανθρώπους, τους συνάδελφούς σου, να ξεσκίζονται σαν αγρίμια για το ποιος θα προλάβει να πάρει ένα κομματάκι.  Και να μην καταλαβαίνουν πως στο τέλος όλοι θα έχουμε την ίδια μοίρα, σκλάβοι για ένα κομμάτι ψωμί και με την αξιοπρέπεια χαμένη για πάντα.

Είπα non paper, μοριοδότηση, απασχόληση και απασχολήσιμοι, διαπιστωτικές πράξεις και διαθεσιμότητα, κινητικότητα, δεξιότητες…. Λέξεις καινούριες που φτιάχτηκαν και περάστηκαν στη γλώσσα σιγά σιγά και υπόγεια, η Νέα Γλώσσα του «1984» έγινε πραγματικότητα εδώ και χρόνια και μεις δεν το πήραμε μυρωδιά. Τις δεχτήκαμε με χαρά όπως και τον Μεγάλο Αδελφό, σαν «μοντερνιά», και τώρα αυτές οι λέξεις θα μας κόψουν το οξυγόνο. Όπως δεχτήκαμε με χαρά να είμαστε απασχολήσιμοι κι όχι εργαζόμενοι -στις αρχές των χαρούμενων ’90’ς ήσουν λούζερ αν ήθελες να είσαι εργαζόμενος του οκτάωρου και γινόσουν άνθρωπος με μέλλον και λεφτά, αν διάλεγες να πιστεύεις πως απλά «απασχολείσαι» 15 ώρες από τη ζωή σου λες και όλοι μας δουλεύαμε από χόμπι κι επειδή θέλαμε κάτι για να περάσουμε τις άδειες ώρες μας. Κι αυτό το συγκεκριμένο το εντόπισε η μάνα μου η «αμόρφωτη» όταν μου είπε «αφού παιδί μου έγινε το υπουργείο εργασίας υπουργείο απασχόλησης και η εργασία χόμπι, έρχονται άσχημες μέρες….». Είχες δίκιο μάνα τελικά….

Με διέκοψε τηλέφωνο, τι λέγαμε; Α ναι…. δεν λέγαμε, εγώ παραληρώ. Σκέψεις ασύνδετες σε πρώτη εντύπωση πλημμυρίζουν το κεφάλι μου, να τώρα ήρθε μια άλλη σκέψη καθώς σκέφτηκα πως μ’ αυτά και μ’ αυτά εξοβελίζουν τον πολιτισμό από τα σχολεία. Σκέφτηκα πως ο άνθρωπος άρχισε να παράγει πολιτισμό όταν σταμάτησε να είναι νομάς, όταν έβαλε τον κώλο του κάτω και είπε «εδώ θα μείνω, εδώ θα μεγαλώσω τα παιδιά μου, εδώ θα ζήσουν τα εγγόνια και τα τρισέγγονά μου….» κι άρχισε να καλλιεργεί τη γη. Από τότε και μετά άρχισε να παράγει πολιτισμό κι έζησε έτσι για χιλιάδες χρόνια. Κι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματά του ήταν η γραφή, και το μεγαλύτερο επίτευγμα των αρχαίων ημών προγόνων, κατά την ταπεινή μου γνώμη, δεν ήταν οι Παρθενώνες και οι φιλόσοφοι αλλά αυτά τα 24 σημαδάκια που καταγράφουν τη σοφία και τον πολιτισμό, το αλφάβητο. Κι από το αλφάβητο το πιο σημαντικό απ’ όλα, τα φωνήεντα. Γιατί τα λέω αυτά; Γιατί παρατηρώ πως μπορεί να γκρεμιστεί ένας πολιτισμός αιώνων μέσα σε λίγα χρόνια. Μέσα σε λίγα χρόνια η κατά τον Μπάουμαν «αρνητική παγκοσμιοποίηση» μας ξανακάνει νομάδες, με μόνο τόπο μας τη βαλίτσα μας. Μόνο που όταν είσαι νομάς δεν έχεις ρίζα, δεν έχεις τόπο, οικογένεια, αναμνήσεις να υπερασπιστείς, είσαι ένα ευέλικτο ρομπότ που μετακινείσαι όπου έχει δουλειά. Εσύ, οικογένεια η βαλίτσα σου και τόπος σου γίνονται τα αεροδρόμια. Γιαυτό παλέψαμε, γιαυτό πάλεψαν οι προηγούμενες γενιές σύντροφοι; Με ποιο δικαίωμα εκχωρήσαμε χωρίς καμιά αντίσταση, το αντίθετο μάλιστα το κάναμε με χαρά πιστεύοντας πως είμαστε προοδευτικοί, όσα κατέκτησαν με αίμα οι γονείς και οι παππούδες μας; Με ποιο δικαίωμα εξοστρακίσαμε τα φωνήεντα από το γραπτό μας λόγο, γράφοντας «τπτ», «δλδ» κι άλλα τέτοια κουλά; Πως μπορούμε να είμαστε περήφανοι για το «αρχαίο πνεύμα αθάνατο» όταν καταργούμε από το γραπτό μας λόγο 7 σημαδάκια που κατέστησαν δυνατή την καταγραφή αυτού του «αρχαίου πνεύματος»;

Παραληρώ αλλά δεν μπορώ να το ελέγξω Συγχωρήστε μου το μη δομημένο λόγο, τα όποια συντακτικά λάθη. Βράζω όμως, βράζω στη ζέστη της Θεσσαλονίκης αλλά βράζω και μέσα μου αδυνατώντας να παρακολουθήσω, να αναλύσω και να επεξεργαστώ λογικά όλες τις παράλογες εξελίξεις που σαρώνουν τις ζωές μας.