Τις σκοτεινές μέρες τις οικονομικής κρίσης, οι ‘χορευτικοί μαραθώνιοι’ αποτελούσαν έναν τρόπο για να διαγωνιστούν οι απελπισμένοι άνθρωποι με σκοπό τα χρηματικά έπαθλα. Το θέαμα κρατούσε μέρες, καθώς οι διαγωνιζόμενοι πίεζαν τους εαυτούς τους πέρα από τα όρια της εξάντλησης, ενώ το βάρβαρο κοινό παρακολουθούσε στοιχηματίζοντας χρήματα για σπορ ή κέρδος. Ενάντια σ’ αυτό το σκηνικό, οι ζωές μιας άνισης ομάδας διαγωνιζομένων περιπλέκονται. Συναντιούνται τυχαία, κινούνται ανελέητα στην πίστα ψάχνοντας ένα όνειρο. Κι ενώ το κοινό παρακολουθεί… το ρολόι χτυπάει … ποιος από αυτούς θα επιζήσει;

Μου κόλλησε αυτή η φράση στο μυαλό και θυμήθηκα την ταινία. Την είχα δει μικρή, φοιτήτρια, στην κινηματογραφική λέσχη της πόλης που σπούδαζα. Σκληρή ταινία μου είχε φανεί, την είχα νιώσει κι ας μην μπορούσα να καταλάβω τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες διαδραματιζόταν ή το τι σημαίνει ακριβώς να σε σκοτώνουν όταν γεράσεις. Μεγάλωνα στην εποχή της αισιοδοξίας για το μέλλον, ακόμα κι εγώ -η πεσιμίστρια και «Κασσάνδρα» όπως με αποκαλούσαν οι φίλοι μου- δεν μπορούσα να φανταστώ το τσουνάμι που θα σάρωνε τον κόσμο. Κι έφτασε η ώρα να μου κολλήσει ο τίτλος σαν τσίχλα στο μυαλό και να νιώσω τι σημαίνει να σκοτώνεις το άλογο όταν γεράσει. Όλο αυτό, βλέποντας τα non paper του υπουργείου για τη μορφή που θα έχουν τα δημόσια σχολεία και τη μοριοδότηση του Μητσοτάκη για τους ΔΥ και τους καθηγητές. Μοριοδότηση…. τι ωραία λέξη για να αποτιμήσεις ανθρώπους, χαρακτήρες, προσπάθειες, κατακτήσεις, τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, αγωνία, ξενύχτια, δουλειά….. Μια μοριοδότηση που στην ουσία πετάει στον Καιάδα της ανεργίας -μάλλον της αχρηστίας θα έπρεπε να πω- τους παλιούς που κοστίζουν ακριβά και κρατάει τους νέους που είναι φτηνοί. Και πάνω σ’ αυτή τη μοριοδότηση να βλέπεις τους ανθρώπους, τους συνάδελφούς σου, να ξεσκίζονται σαν αγρίμια για το ποιος θα προλάβει να πάρει ένα κομματάκι.  Και να μην καταλαβαίνουν πως στο τέλος όλοι θα έχουμε την ίδια μοίρα, σκλάβοι για ένα κομμάτι ψωμί και με την αξιοπρέπεια χαμένη για πάντα.

Είπα non paper, μοριοδότηση, απασχόληση και απασχολήσιμοι, διαπιστωτικές πράξεις και διαθεσιμότητα, κινητικότητα, δεξιότητες…. Λέξεις καινούριες που φτιάχτηκαν και περάστηκαν στη γλώσσα σιγά σιγά και υπόγεια, η Νέα Γλώσσα του «1984» έγινε πραγματικότητα εδώ και χρόνια και μεις δεν το πήραμε μυρωδιά. Τις δεχτήκαμε με χαρά όπως και τον Μεγάλο Αδελφό, σαν «μοντερνιά», και τώρα αυτές οι λέξεις θα μας κόψουν το οξυγόνο. Όπως δεχτήκαμε με χαρά να είμαστε απασχολήσιμοι κι όχι εργαζόμενοι -στις αρχές των χαρούμενων ’90’ς ήσουν λούζερ αν ήθελες να είσαι εργαζόμενος του οκτάωρου και γινόσουν άνθρωπος με μέλλον και λεφτά, αν διάλεγες να πιστεύεις πως απλά «απασχολείσαι» 15 ώρες από τη ζωή σου λες και όλοι μας δουλεύαμε από χόμπι κι επειδή θέλαμε κάτι για να περάσουμε τις άδειες ώρες μας. Κι αυτό το συγκεκριμένο το εντόπισε η μάνα μου η «αμόρφωτη» όταν μου είπε «αφού παιδί μου έγινε το υπουργείο εργασίας υπουργείο απασχόλησης και η εργασία χόμπι, έρχονται άσχημες μέρες….». Είχες δίκιο μάνα τελικά….

Με διέκοψε τηλέφωνο, τι λέγαμε; Α ναι…. δεν λέγαμε, εγώ παραληρώ. Σκέψεις ασύνδετες σε πρώτη εντύπωση πλημμυρίζουν το κεφάλι μου, να τώρα ήρθε μια άλλη σκέψη καθώς σκέφτηκα πως μ’ αυτά και μ’ αυτά εξοβελίζουν τον πολιτισμό από τα σχολεία. Σκέφτηκα πως ο άνθρωπος άρχισε να παράγει πολιτισμό όταν σταμάτησε να είναι νομάς, όταν έβαλε τον κώλο του κάτω και είπε «εδώ θα μείνω, εδώ θα μεγαλώσω τα παιδιά μου, εδώ θα ζήσουν τα εγγόνια και τα τρισέγγονά μου….» κι άρχισε να καλλιεργεί τη γη. Από τότε και μετά άρχισε να παράγει πολιτισμό κι έζησε έτσι για χιλιάδες χρόνια. Κι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματά του ήταν η γραφή, και το μεγαλύτερο επίτευγμα των αρχαίων ημών προγόνων, κατά την ταπεινή μου γνώμη, δεν ήταν οι Παρθενώνες και οι φιλόσοφοι αλλά αυτά τα 24 σημαδάκια που καταγράφουν τη σοφία και τον πολιτισμό, το αλφάβητο. Κι από το αλφάβητο το πιο σημαντικό απ’ όλα, τα φωνήεντα. Γιατί τα λέω αυτά; Γιατί παρατηρώ πως μπορεί να γκρεμιστεί ένας πολιτισμός αιώνων μέσα σε λίγα χρόνια. Μέσα σε λίγα χρόνια η κατά τον Μπάουμαν «αρνητική παγκοσμιοποίηση» μας ξανακάνει νομάδες, με μόνο τόπο μας τη βαλίτσα μας. Μόνο που όταν είσαι νομάς δεν έχεις ρίζα, δεν έχεις τόπο, οικογένεια, αναμνήσεις να υπερασπιστείς, είσαι ένα ευέλικτο ρομπότ που μετακινείσαι όπου έχει δουλειά. Εσύ, οικογένεια η βαλίτσα σου και τόπος σου γίνονται τα αεροδρόμια. Γιαυτό παλέψαμε, γιαυτό πάλεψαν οι προηγούμενες γενιές σύντροφοι; Με ποιο δικαίωμα εκχωρήσαμε χωρίς καμιά αντίσταση, το αντίθετο μάλιστα το κάναμε με χαρά πιστεύοντας πως είμαστε προοδευτικοί, όσα κατέκτησαν με αίμα οι γονείς και οι παππούδες μας; Με ποιο δικαίωμα εξοστρακίσαμε τα φωνήεντα από το γραπτό μας λόγο, γράφοντας «τπτ», «δλδ» κι άλλα τέτοια κουλά; Πως μπορούμε να είμαστε περήφανοι για το «αρχαίο πνεύμα αθάνατο» όταν καταργούμε από το γραπτό μας λόγο 7 σημαδάκια που κατέστησαν δυνατή την καταγραφή αυτού του «αρχαίου πνεύματος»;

Παραληρώ αλλά δεν μπορώ να το ελέγξω Συγχωρήστε μου το μη δομημένο λόγο, τα όποια συντακτικά λάθη. Βράζω όμως, βράζω στη ζέστη της Θεσσαλονίκης αλλά βράζω και μέσα μου αδυνατώντας να παρακολουθήσω, να αναλύσω και να επεξεργαστώ λογικά όλες τις παράλογες εξελίξεις που σαρώνουν τις ζωές μας.

Advertisements