Μερικές καταστάσεις τις αντιμετωπίζουμε όλοι μας μ’ έναν περίεργο τρόπο, θέλοντας να τις ξορκίσουμε λειτουργούμε σαν να μην υπάρχουν ή σαν να μη μας αφορούν. Κι έτσι «πέφτουμε από τα σύννεφα» όταν συναντηθούμε μαζί τους. Μιλάω για καταστάσεις όπως η αρρώστιες, ο ίδιος ο θάνατος, η ανεργία αλλά και πιο απλά πράγματα όπως μια διάρρηξη στο σπίτι μας. «Μα γιατί να συμβεί σε μένα;» αναρωτιώμαστε κατευθείαν; «Μα γιατί όχι;» είναι η λογική απάντηση που ποτέ δεν σκεφτόμαστε από τα πριν. Όλοι αρρωσταίνουν, πεθαίνουν, μπορεί να μείνουν άνεργοι γιατί όχι εμείς; Όπως και στατιστικά όλοι μπορούν αν γίνουν θύματα διάρρηξης ή κλοπής.

Εγώ μέχρι τώρα την είχα γλυτώσει από τα περισσότερα απ’ αυτά. Με τις κλοπές μόνο είχα ένα θέμα, πάντα ήμουν ένας εξαιρετικά εύκολος στόχος στο να μου κλέβουν το πορτοφόλι. Μου το έχουν κλέψει τουλάχιστον 4 με 5 φορές, συνήθως με μηδαμινή λεία για τους κλέφτες αλλά με μεγάλο τρέξιμο για μένα έτσι ώστε να ξαναβγάλω ταυτότητες και όλα τα χαρτιά που υπήρχαν μέσα. Μόνο μία φορά δεν είχα άλλα χαρτιά εκτός από την ταυτότητα, είχα όμως λεφτά. Στο σπίτι πάντως δεν είχαν μπει ποτέ, μόνο στις τσάντες μου έμπαιναν με σχετική άνεση έτσι όπως κυκλοφορώ συνήθως εντελώς αφηρημένη, χαμένη είτε στις σκέψεις μου, είτε στη μουσική και πολύ συχνά χαμένη και στα δύο.όλοι έχουμε αυξημένες πιθανότητες να πέσουμε θύματα διάρρηξης έστω μια φορά στη ζωή μας αν και κάποιοι είναι πιο γκαντέμηδες και τους έχει συμβεί περισσότερες από μία φορές.

Τι είπα όμως; Στατιστικά αυτό δεν έστεκε και ήρθε ο καιρός να διορθωθεί το λάθος. Έτσι έζησα κι εγώ όλα τα συναισθήματα που βιώνει κάποιος όταν μπουκάρουν σπίτι του, την ώρα που λείπουν όλοι, κάποιοι άγνωστοι και το αφήνουν μαντάρα φεύγοντας. Ποτέ δεν φανταζόμουν πως μπορεί να συμβεί και σε μένα παρ’ όλο που όσα χρόνια ζω στην πολυκατοικία αυτή έχουν μπουκάρει σε άλλα σπίτια. Εγώ θεωρούσα πως είμαι στο απυρόβλητο. «Τι να μου πάρουν καλέ;» αυτό σκεφτόμουν «σιγά το ανάκτορο για να με κλέψουν. Μόνο βιβλία και δίσκοι υπάρχουν σε περίσσεια αλλά οι κλέφτες δεν τα προτιμούν, που να τα κουβαλάς αυτά; Αν είναι να φέρουν φορτηγό θα σηκώσουν βαριά πράγματα, τι όμως; τον καναπέ; σιγά το πράγμα… την τηλεόραση; είναι αρχαία…. τους υπολογιστές; κι αυτοί δεν είναι λαπτοπ, πόσο να τους «σκοτώσουν;» Και μ’ αυτές τις σκέψεις ησύχαζα….

Μπήκαν όμως, μπήκαν και μου πήραν όσα κοσμήματα είχα, τα πάντα όλα εκτός απ’ ό,τι φορούσα. Δεν είχα χρυσά εκτός από κάτι βαφτιστικά σταυρουδάκια, ίσως γιαυτό  ποτέ δεν είχα σκεφτεί πως κάποιος μπορεί να τα κλέψει. «Ποιος νοιάζεται» σκεφτόμουν «για ασημένια κοσμήματα;«. Ε λοιπόν, βρέθηκαν κάποιοι που νοιάστηκαν και μου τα βούτηξαν όλα. «Πόσο κόστιζαν; Μπορείτε να υπολογίσετε;» με ρώτησαν στο τμήμα που πήγα να δώσω κατάθεση κι έναν κατάλογο με όσα θυμόμουν. «Δεν ξέρω» απάντησα «δεν μπορώ να υπολογίσω το κόστος τους. Μπορώ όμως να υπολογίσω την αξία τους, ανεκτίμητη που λέει και η διαφήμιση». Ένα ένα μου έρχονται στο μυαλό, το δαχτυλίδι με φίλντισι που αγόρασα στη Μήλο, το δαχτυλίδι που μου έφτιαξε ο Τάσος, το μενταγιόν με τη μαργαρίτα και το δέρμα, το βραχιόλι που δεν είχα βγάλει από το χέρι μου πολλά χρόνια και το έβγαλα τώρα τελευταία, το φαρδύ ασημένιο βραχιόλι που βρήκα μαυρισμένο και πεταμένο σ’ ένα παλιατζίδικο και το αγόρασα με 50 δρχ γιατί μου άρεσε το σκάλισμά του και τελικά αποδείχτηκε ασημένιος κρίκος για πετσέτες φαγητού και το έκοψα και το έκανα βραχιόλι, το γούρι του 1994 με το καραβάκι που φορούσα κρεμασμένο σε δέρμα, το αντίγραφο ναυτικού οργάνου από το Ναυτικό Μουσείο του Άμστερνταμ που μου χάρισε ο Βάϊος στα γενέθλιά μου, το παλιό σκαλιστό βερβερίνικο βραχιόλι από αλπακά  που αγόρασα από κάποιον αφρικανό που τα έκανε εισαγωγή, το παλιό βραχιόλι πάλι από αλπακά με τη σκαλισμένη γυναικεία φιγούρα που μου είχε χαρίσει ο Νίκος πριν αιώνες, τη βέρα που βρήκα κάποτε στο δρόμο, το μικρό χρυσό παντατίφ της γιαγιάς που είχε φωτογραφία δικιά της και του παππού, το παιδικό μου βραχιολάκι με το όνομά μου σκαλισμένο και το παιδικό μου δαχτυλίδι με το ρουμπίνι που μου το έδενε η μαμά με κορδελάκι για να μη το χάσω, το δαχτυλίδι της κυρίας Ελένης, τα μικρά σκουλαρίκια της Λιλής που τα λάτρευα, το δαχτυλίδι που αγόρασα στη Νάξο το 1989, τα δύο μεγάλα σκαλιστά δαχτυλίδια από αλπακά με σκαλιστές πέτρες που τ’ αγόρασα 10 ευρώ το ένα αλλά μου άρεσαν…. το…. τα…. τα…. τα…..

Δεν μπορώ να υπολογίσω πόσο άξιζαν, τα ήξερα ένα ένα, είχαν όλα να πουν μια ιστορία. Αυτή την ιστορία μου βούτηξαν, το ασήμι χάρισμά τους.

Νταξ, ευτυχώς δεν βρήκαν τα χρήματα των κοινοχρήστων για το πετρέλαιο να έχω κι άλλο μπελά. Ευτυχώς δεν τους βρήκε μέσα το παιδί όταν γύρισε και είδε το σπίτι ανάστα ο κύριος. Πάλι καλά…..  Όλα αυτά τα ξέρω, όπως ξέρω πως υγεία να έχουμε και όλα τα άλλα γίνονται, όπως ξέρω πως άλλοι δεν έχουν να φάνε κι εγώ θρηνώ τα δαχτυλίδια μου κι αυτό δεν είναι σωστό, όπως ξέρω πως θα μπορούσα να είμαι μέσα ή να είναι το παιδί και να γίνουν τα χειρότερα… ναι, τα ξέρω και λέω ευτυχώς. Δεν είναι θρήνος, παράπονο είναι. «Γιατί ρε κερατάδες μου πήρατε τις αναμνησεις μου, τα αντικείμενα που με συνέδεαν με φίλους, με αγαπημένους, με τη γιαγιά μου, με τα παιδικά μου χρόνια, με ανθρώπους που δεν υπάρχουν πια;» Και γιατί μου αφήσατε ένα δωμάτιο (κυρίως) κόλαση που χρειάστηκα μια μέρα να το φέρω σε σειρά;

Έτσι και τους πιάσουν μία θέλω να είναι η τιμωρία τους και να την αποφασίσω εγώ. Να τους φέρω εδώ, να κάνω το σπίτι μπουρδέλο έτσι όπως μου το άφησαν και να τους βάλω να το συμμαζέψουν. Να τα ξαναβάλλουν όλα στις ντουλάπες αλλά με το χάρακα και τη σειρά που τα είχα όταν με ευκολία τα πέταξαν όλα κάτω. Εκεί να τους δω…. κι εγώ με το βούρδουλα να τους βαράω όταν ξέφευγε έστω και μια γωνίτσα από τη σειρά….. Αυτή είναι τιμωρία, τι να τους κάνει η φυλακή; Δώστους όμως σε μια νοικοκυρά που της έκαναν το σπίτι μαντάρα να τους αναγκάσει να της το ξαναφτιάξουν τζιτζί όπως το είχε, και σου λέω εγώ αν θα το ξανασκεφτούν δυο φορές πριν το ξανακάνουν…. Η φυλακή είναι παράδεισος μπροστά σ’ αυτή την τιμωρία. Αλλά που μυαλό η πολιτεία να ρωτήσει και να μάθει έναν σίγουρο τρόπο για την πάταξη της εγκληματικότητας.

Υ.Γ.Την αίσθηση της παραβίασης ας μη τη συζητήσω καλύτερα, την αίσθηση πως κάποιος ξένος έβαλε τα κωλόχερά του στα συρτάρια σου. Διάβαζα και άκουγα πως είναι σαν βιασμός αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω μέχρι που το ένιωσα κι εγώ. Μου φαινόταν λίγο υπερβολική η περιγραφή αλλά πιστέψτε με, έτσι ακριβώς είναι.

Advertisements