Τακ, τακ, τακ, τακ…..


Οι μέρες πλέον έχουν αρχίσει να μετράνε ανάποδα. Τακ, τακ, τακ, τακ… σαν χρονόμετρο που μετράει την απόσταση από την ανεργία. Πέρασαν έξι μήνες, μένουν άλλοι δύο. Σαν το μαρτύριο της σταγόνας που σταλάζει στο μέτωπό σου και σε κάθε τακ περιμένεις το πως θα τρυπήσει το μέτωπο σου για να ξεχυθούν τα μυαλά σου έξω. Όχι, δεν είναι ακόμα η ώρα, πρέπει να πέσουν κι άλλες σταγόνες. Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι, 61 ημέρες, 1,464 ώρες, 87.840 λεπτά, 5.270.400 δευτερόλεπτα. Τόσες σταγόνες σε χωρίζουν από την ανεργία και ήδη, μέχρι να γράψεις αυτές τις λέξεις, χάθηκαν μερικές. Όπως και να τα μετρήσεις δεν βγαίνει ο λογαριασμός, γεμίσαμε αριθμούς που τους μετράμε. Πόσα μόρια έχεις; τα μετράς και τα ξαναμετράς, αύριο θα τα δεις και επίσημα μετρημένα, αλλά όσο και να τα μετράς και να ψάχνεις μπας και ξέχασες κανένα μόριο κρυμμένο σε τσέπη, ξεχασμένο σαν κέρματα που τα πέταξες κάποια στιγμή και τα ξέχασες, αυτά μένουν ίδια. Τι μετράει στα μόρια, ποια χαρτιά; Χαρτιά έχεις αλλά δεν μετράνε, έχεις άλλα απ’ αυτά που μετράνε. Δεν μετράει ούτε η αγάπη σου για τη δουλειά σου, ούτε η ανάγκη σου, ούτε τα πτυχία σου. Μετράνε άλλα πτυχία που δεν τα έχεις, μετράει ο ΑΣΕΠ που δεν υπήρχε όταν διορίστηκες και πρέπει το κράτος να τιμωρήσει εσένα και όσους δεν το προβλέψανε, δεν πήγανε σε μάγισσες και χαρτορρίχτρες να τους πουν το μέλλον, που έλεγε πως κάποια στιγμή, κάποιος Αρσένης θα αλλάξει το σύστημα κι πως έπρεπε να περιμένετε γιατί κάποια άλλη στιγμή, το κράτος θα σας τιμωρούσε γιαυτή την απρονοησιά σας.

Περιμένεις….. τακ, τακ, τακ, τακ, φαγώγηκαν μερικά ακόμα δευτερόλεπτα. Υποσχέσεις… «θα επιστρέψουν δεύτερα πτυχία, έχουμε ανάγκη από μαθηματικούς…». Επέστρεψαν… κάποια, όχι το δικό σου. Κι αυτά τα κάποια δεν έκαναν όλα αίτηση να γυρίσουν, είχαν ΑΣΕΠ και θα πάνε σε ΙΕΚ, γιατί να διαβάσουν από την αρχή καινούρια πράγματα ή μάλλον παλιά, παρατημένα για χρόνια; Υποσχέσεις ξανά…. «ήταν άδικο, αβλεψία, σας χρειαζόμαστε, σας αδικήσαμε και θα επανορθώσουμε…… όπου νάναι θα ξαναπροκηρυχθούν δεύτερα πτυχία» λέει ο Λ. Αναθαρρείς, περιμένεις, θα ξαναμπείς σε τάξη… ίσως…. ίσως δεν μείνεις άνεργη… Και μετά ο Λ. τα παίρνει στο κρανίο «μ’ έχετε γαμήσει» λέει σε κάποιους, σπάει το κινητό του, κοπανάει τοίχους και πόρτες και φεύγει. «Ρε δε γαμιέστε, εμείς θέλουμε να απολύσουμε 400 κι εσείς με τις μαλακίες σας θα καταφέρετε ν’ απολυθείτε περισσότεροι….» σκέφτεται, και κάνει πάσα το θέμα στον Β. αλλά ο Β. δεν έχει ιδέα για το θέμα, υποθέτεις πως δεν θέλει καν ν’ αποκτήσει. Παίρνεις τηλέφωνο να μάθεις. Η γραμματέας του, γνωστή σου από παλιά, «δεν ξέρω, δεν έχει ενημερωθεί, δεν ξέρω ποιος θα αναλάβει το θέμα.. ξαναπάρε κατά το τέλος της βδομάδας». Κι εσύ βουλιάζεις στο αδιέξοδο, ποιό τέλος της βδομάδας; Που ζούνε; Δεν ακουν το τακ, τακ, τακ, τακ…… Όχι, δεν το ακούνε, δεν νοιάζονται, δεν χτυπάει γι’ αυτούς.

Σκέφτεσαι, ξανασκέφτεσαι, μετράς και ξαναμετράς… δεν βγαίνουν τα νούμερα. Σε δύο μήνες δεν θα βγαίνουν τα νούμερα καθόλου. ΔΕΗ, ΟΤΕ, δάνειο, φαγητό, γερμανικά, χαράτσια, φόροι….. δεν βγαίνουν. Σκέφτεσαι θα κάνεις αίτηση για σύνταξη, έχεις θεμελιώσει δικαίωμα και κάποιοι σε μακαρίζουν που έχεις κι αυτό σαν λύση απελπισίας. Και για σένα λύση απελπισίας είναι, εσύ δεν ήθελες να βγεις στη σύνταξη, έλεγες «είναι νωρίς ρε παιδιά, δεν με πήραν δα και τα χρόνια. Άλλωστε μου αρέσει να δουλεύω, τι θα κάνω στο σπίτι; Θα σαπίσω…». Τώρα σκέφτεσαι πως δεν είναι μόνο το σάπισμα, είναι και το ότι θα μετατρέψουν σε επίδομα τη σύνταξη, το λένε όλοι. Ένα επίδομα 360 ευρώ ίσα για να πάρεις μια φρατζόλα ψωμί τη μέρα να μη ψοφήσεις απ’ την πείνα. Ούτε όμως ψωμί δεν θα μπορείς να πάρεις, τα 300 θα στα παίρνουν πίσω. Το δάνειο βλέπεις, η εξαγορά των πλασματικών για να καταφέρεις να θεμελιώσεις το «δικαίωμα». Δικαίωμα… ας γελάσω….. Δεν υπάρχουν πια δικαιώματα, μόνο υποχρεώσεις υπάρχουν. Κι ο χρόνος που μετράει αμείλικτος ανάποδα.

Τακ, τακ, τακ, τακ…… Η εγχείρηση πέτυχε αλλά ο ασθενής απέθανε. Μπορείς όμως να περηφανεύεσαι, απέθανες αλλά το κράτος σώθηκε….

 

Advertisements

Η χώρα κομμένη, η δημοκρατία σε κώμα, τα ΜΜΕ στη μούγκα


Σάββατο 11 Γενάρη 2014. Έχει αποφασιστεί κινητοποίηση των εκπαιδευτικών σε διαθεσιμότητα απ’ όλη την Ελλάδα με σημείο συνάντησης τα διόδια του Πυργετού. Τα ΜΑΤ έχουν φτάσει νωρίτερα κι έχουν πιάσει τα πόστα. Περιμένουν τα πούλμαν με τους εκπαιδευτικούς κι επειδή δεν ξέρουν σε ποια είναι σταματούν κάθε πούλαν που περνάει. Το αποτέλεσμα. Οι εκπαιδευτικοί από τη Βόρεια Ελλάδα εγκλωβίζονται στην κάθοδο της Εθνικής οδού και αυτοί από τη Νότια Ελλάδα στην άνοδο ενώ τους απαγορεύουν να περάσουν τα διόδια, να φτάσουν στη Λάρισα, ακόμα και να συντηθούν μεταξύ τους. Τους κράτησαν εγκλωβισμένους κοντά τέσσερις ώρες. Οι βορειοελλαδίτες δεν κατάφεραν να συναντηθούν με τους νοριοελλαδίτες ούτε να φτάσουν στη Λάρισα. Οι νοτιοελλαδιτες κατάφεραν να φτάσουν στη Λάρισα κάποια στιγμή και επέστρεψαν στην Αθήνα συνοδεία περιπολικών.

Αυτή είναι η Ελλάδα του 2014, αυτή είναι η δημοκρατία. Τα ΜΜΕ ήταν ενημερωμένα , ήταν εκεί, έδειξαν το τίποτε. Κοιμηθείτε Έλληνες…..

 

πρωτοχρονιές


10_2_0Ο μπαμπάς την παραμονή της Πρωτοχρονιάς πάντα δούλευε. Μάλλον έβγαζε καλό μεροκάματο και δεν ήθελε να το χάσει, δεν ήμασταν δα και πλούσιοι. Συγγενείς δεν είχαμε (είχαμε δλδ αλλά δεν μιλιόμασταν) κι όλες τις γιορτές, Πάσχα, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά τις περνούσαμε μονάχοι μας. Πόσο ζήλευα τα άλλα παιδιά που έλεγαν «θα φάμε στο θείο μας, στις ξαδέλφες….», που διηγούνταν τη Δευτέρα πως πέρασαν με τα ξαδέλφια τους, τι φαγητά έφτιαξαν οι θείες τους, τι τραγούδησαν και πόσο παραπάνω ήπιαν οι θείοι τους. Εγώ δεν είχα τίποτε να διηγηθώ, δεν θυμόμουν κανένα μεγάλο οικογενειακό τραπέζι και το βούλωνα όταν άκουγα διηγήσεις. Τι να έλεγα; Ήξερα πως είχα πολλά ξαδέλφια αλλά με ελάχιστα απ’ αυτές και πολύ λίγες φορές έπαιξα και γέλασα. Όταν μεγαλώσαμε λίγο και μπήκαμε στην εφηβεία άλλαξε το σκηνικό. Τα παιδιά της γειτονιάς άρχισαν να βαριούνται τα οικογενειακά τραπέζια, ήθελαν ν’ αρχίσουν να βγαίνουν μόνα τους, είχαν βαρεθεί τις θείες που τσιμππάνε μάγουλα και σε φιλάνε αφήνοντας σάλια στο μάγουλο και τα μωρά ξαδέλφια που σκούζουν και μπουσουλάνε. Εγώ ακόμα τα ζηλευα, είχαν ξάδελφους και μπορούσαν να βγαίνουν μαζί τους και με τους φίλους τους. Εμείς μόνο τρία κορίτσια στην οικογένεια, δεν υπήρχε διέξοδος, δεν υπήρχε μεγάλος αδελφός, δεν υπήρχε ξάδελφος να μας αφήσουν να βγούμε μαζί τους και αφού θα είχαμε οικογενειακό «προστάτη» να επιστρέψουμε λίγο πιο αργά χωρίς να γίνει σαματάς και καυγάς.

Ο μπαμπάς την παραμονή της Πρωτοχρονιάς πάντα δούλευε. Κι η μαμά δούλευε. Η γιαγιά έφτιαχνε φαγητό, περιμέναμε να έρθουν τα μεσάνυχτα, να σβήσουμε τα φώτα, ν’ ανοίξουμε τις βρύσες για να ρέουν τ’ αγαθά τη νέα χρονιά όπως το νερό της βρύσης, να ακούσουμε τα βεγγαλικά και την αλλαγή της χρονιάς στο ραδιόφωνο και να ευχηθούμε μεταξύ μας «Καλή χρονιά». Μέχρι τα μεσάνυχτα προσπαθούσα να φτιάξω κλίμα εορταστικό, ήθελα απεγνωσμένα να νιώσω πως η βραδιά είναι διαφορετική, πιο «λαμπερή» από όλες τις άλλες του χρόνου αλλά δεν θυμάμαι να τα κατάφερα ποτέ. Δεν ήξερα και τι ακριβώς σημαίνει αυτό το Λαμπερή» αλλά ήμουν σίγουρη πως σε μια «λαμπερή» βραδιά εμείς δεν θα φορούσαμε τα καθημερινά μας ρούχα, δεν θα παίζαμε μεταξύ μας «πάρτα όλα» με φασόλια μόνες μας όπως κάθε άλλη μέρα, η μαμά δεν θα έκανε μπάνιο μέχρι τελευταία στιγμή επειδή είχε γυρίσει αργά από τη δουλειά και θα φορούσε ένα όμορφο φουστάνι, θα χαμογελούσε θα ήταν ξεκούραστη και δεν θα είχε νεύρα, ο μπαμπάς θα ήταν σπίτι από νωρίς και θα φορούσε κι αυτός τα «καλά» του και θα είχαμε κόσμο, συγγενείς και φίλους και ξαδέλφια και όλοι θα γελούσαμε και θα τραγουδούσαμε. Κι όταν άλλαζε ο χρόνος όλοι θα αγκαλιαζόμασταν και θα φιλιόμασταν και θα τα αλλάζαμε δώρα που θα βρίσκονταν κάτω από το δέντρο και τα δώρα θα ήταν ό,τι τραβούσε η ψυχή μας. Και δεν θα νυστάζαμε νωρίς, θα ξενυχτούσαμε έτσι μεσ’ την ευτυχία μέχρι το πρωί.

Σαν ταινία είχα μέσα στο μυαλό μου τις «λαμπερές» νύχτες αν και δεν είχα δει πολλές ταινίες και δεν υπήρχε τηλεόραση για να υπάρχουν και διοαφημίσεις. Έτσι όμως είχα μεταφράσει τις διηγήσεις των άλλων παιδιών της γειτονιάς για το πως πέρναγαν τις γιορτές. Στο σπίτι μας υπήρχε ησυχία εκτός από τις φωνές μας αλλά μετά πολλές φορές καταλήγαμε σε αψιμαχίες και η μαμά νευρίαζε γιατί ήταν κουρασμένη. Η γιαγιά όμως έψηνε ωραία πιτάκια με τυρί στο τηγάνι, έφτιαχνε τηγανίτες και είχαμε σακούλες γεμάτες με ξηρούς καρπούς που τους σπάγαμε με τις ώρες και φτιάχναμε στίβες από τσόφλια. Κι όταν άλλαζε ο χρόνος πηγαίναμε μετά από λίγο για ύπνο και σπάνια μας πετύχαινε ξύπνιες ο μπαμπάς που έκανε ποδαρικό στο σπίτι, σχεδόν πάντα αυτός.

Θυμάμαι τις παραμονές αλλά δεν θυμάμαι καθόλου τις Πρωτοχρονιές ανήμερα. Μάλλον θα ήταν εξαιρετικά αδιάφορες, σαν κάθε μέρα άντε το πολύ πολύ σαν κάθε Κυριακή.