10_2_0Ο μπαμπάς την παραμονή της Πρωτοχρονιάς πάντα δούλευε. Μάλλον έβγαζε καλό μεροκάματο και δεν ήθελε να το χάσει, δεν ήμασταν δα και πλούσιοι. Συγγενείς δεν είχαμε (είχαμε δλδ αλλά δεν μιλιόμασταν) κι όλες τις γιορτές, Πάσχα, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά τις περνούσαμε μονάχοι μας. Πόσο ζήλευα τα άλλα παιδιά που έλεγαν «θα φάμε στο θείο μας, στις ξαδέλφες….», που διηγούνταν τη Δευτέρα πως πέρασαν με τα ξαδέλφια τους, τι φαγητά έφτιαξαν οι θείες τους, τι τραγούδησαν και πόσο παραπάνω ήπιαν οι θείοι τους. Εγώ δεν είχα τίποτε να διηγηθώ, δεν θυμόμουν κανένα μεγάλο οικογενειακό τραπέζι και το βούλωνα όταν άκουγα διηγήσεις. Τι να έλεγα; Ήξερα πως είχα πολλά ξαδέλφια αλλά με ελάχιστα απ’ αυτές και πολύ λίγες φορές έπαιξα και γέλασα. Όταν μεγαλώσαμε λίγο και μπήκαμε στην εφηβεία άλλαξε το σκηνικό. Τα παιδιά της γειτονιάς άρχισαν να βαριούνται τα οικογενειακά τραπέζια, ήθελαν ν’ αρχίσουν να βγαίνουν μόνα τους, είχαν βαρεθεί τις θείες που τσιμππάνε μάγουλα και σε φιλάνε αφήνοντας σάλια στο μάγουλο και τα μωρά ξαδέλφια που σκούζουν και μπουσουλάνε. Εγώ ακόμα τα ζηλευα, είχαν ξάδελφους και μπορούσαν να βγαίνουν μαζί τους και με τους φίλους τους. Εμείς μόνο τρία κορίτσια στην οικογένεια, δεν υπήρχε διέξοδος, δεν υπήρχε μεγάλος αδελφός, δεν υπήρχε ξάδελφος να μας αφήσουν να βγούμε μαζί τους και αφού θα είχαμε οικογενειακό «προστάτη» να επιστρέψουμε λίγο πιο αργά χωρίς να γίνει σαματάς και καυγάς.

Ο μπαμπάς την παραμονή της Πρωτοχρονιάς πάντα δούλευε. Κι η μαμά δούλευε. Η γιαγιά έφτιαχνε φαγητό, περιμέναμε να έρθουν τα μεσάνυχτα, να σβήσουμε τα φώτα, ν’ ανοίξουμε τις βρύσες για να ρέουν τ’ αγαθά τη νέα χρονιά όπως το νερό της βρύσης, να ακούσουμε τα βεγγαλικά και την αλλαγή της χρονιάς στο ραδιόφωνο και να ευχηθούμε μεταξύ μας «Καλή χρονιά». Μέχρι τα μεσάνυχτα προσπαθούσα να φτιάξω κλίμα εορταστικό, ήθελα απεγνωσμένα να νιώσω πως η βραδιά είναι διαφορετική, πιο «λαμπερή» από όλες τις άλλες του χρόνου αλλά δεν θυμάμαι να τα κατάφερα ποτέ. Δεν ήξερα και τι ακριβώς σημαίνει αυτό το Λαμπερή» αλλά ήμουν σίγουρη πως σε μια «λαμπερή» βραδιά εμείς δεν θα φορούσαμε τα καθημερινά μας ρούχα, δεν θα παίζαμε μεταξύ μας «πάρτα όλα» με φασόλια μόνες μας όπως κάθε άλλη μέρα, η μαμά δεν θα έκανε μπάνιο μέχρι τελευταία στιγμή επειδή είχε γυρίσει αργά από τη δουλειά και θα φορούσε ένα όμορφο φουστάνι, θα χαμογελούσε θα ήταν ξεκούραστη και δεν θα είχε νεύρα, ο μπαμπάς θα ήταν σπίτι από νωρίς και θα φορούσε κι αυτός τα «καλά» του και θα είχαμε κόσμο, συγγενείς και φίλους και ξαδέλφια και όλοι θα γελούσαμε και θα τραγουδούσαμε. Κι όταν άλλαζε ο χρόνος όλοι θα αγκαλιαζόμασταν και θα φιλιόμασταν και θα τα αλλάζαμε δώρα που θα βρίσκονταν κάτω από το δέντρο και τα δώρα θα ήταν ό,τι τραβούσε η ψυχή μας. Και δεν θα νυστάζαμε νωρίς, θα ξενυχτούσαμε έτσι μεσ’ την ευτυχία μέχρι το πρωί.

Σαν ταινία είχα μέσα στο μυαλό μου τις «λαμπερές» νύχτες αν και δεν είχα δει πολλές ταινίες και δεν υπήρχε τηλεόραση για να υπάρχουν και διοαφημίσεις. Έτσι όμως είχα μεταφράσει τις διηγήσεις των άλλων παιδιών της γειτονιάς για το πως πέρναγαν τις γιορτές. Στο σπίτι μας υπήρχε ησυχία εκτός από τις φωνές μας αλλά μετά πολλές φορές καταλήγαμε σε αψιμαχίες και η μαμά νευρίαζε γιατί ήταν κουρασμένη. Η γιαγιά όμως έψηνε ωραία πιτάκια με τυρί στο τηγάνι, έφτιαχνε τηγανίτες και είχαμε σακούλες γεμάτες με ξηρούς καρπούς που τους σπάγαμε με τις ώρες και φτιάχναμε στίβες από τσόφλια. Κι όταν άλλαζε ο χρόνος πηγαίναμε μετά από λίγο για ύπνο και σπάνια μας πετύχαινε ξύπνιες ο μπαμπάς που έκανε ποδαρικό στο σπίτι, σχεδόν πάντα αυτός.

Θυμάμαι τις παραμονές αλλά δεν θυμάμαι καθόλου τις Πρωτοχρονιές ανήμερα. Μάλλον θα ήταν εξαιρετικά αδιάφορες, σαν κάθε μέρα άντε το πολύ πολύ σαν κάθε Κυριακή.

Advertisements