Κοιτάζω καμμιά φορά αυτό το μπλογκ και δεν το γνωρίζω. Βλέπω τις πρώτες αναρτήσεις και σκέφτομαι πόσο διαφορετικός ήταν ο κόσμος και η ζωή μερικά χρόνια πριν. Ανέβαζα ποιήματα, φωτογραφίες, παλιές ιστορίες και αναμνήσεις.  Κι όσο περνάει ο καιρός το μάτι μου αγριεύει, δεν γράφω παλιές ιστορίες αλλά καινούριες, που τις γεμίζω θυμό και μπινελίκια ή θλίψη και παράπονο. Γράφω και επικήδειους, για παλιούς φίλους που φεύγουν ένας ένας. Αυτό δεν είναι πλέον μπλογκ, η Καταιγίδα της Μιζέριας έχει καταντήσει.

Σήμερα έμαθα πως ένας ακόμα παλιός φιλος την «έκανε» από το μάταιο τούτο κόσμο. Έφυγε ο Γιώργος Σπαθαράκης, ο Γιώργος που ήταν ένας από τους πρώτους πρώτους ανθρώπους που γνώρισα όταν κατέβηκα στην Πάτρα. Από τους πρώτους φίλους που έκανα. Ήταν ένα απόγευμα όταν μια κοπέλα που γνώρισα στο αμφιθέατρο -τις πρώτες μέρες που πήγαινα να δω πως είναι να είσαι φοιτήτρια και που με απογοήτευσαν οικτρά- μου είπε να πάμε να μου γνωρίσει το φίλο της το Σπαθαράκη. «Γιατί όχι…» σκέφτηκα, και πήγαμε να τον συναντήσουμε.  Έτσι κι αλλιώς μόλις είχα πρωτοκατέβει, ήξερα ελάχιστους ανθρώπους και ψόφαγα για γνωριμίες.  Δεν θυμάμαι που τον συναντήσαμε αλλά θυμάμαι την εντύπωση που μου έκανε. Κατ’ αρχήν ήταν αυτό που είχα τότε στο μυαλό μου για το πως είναι ένας φοιτητής. Ψηλός, με αρκετά μακρυά μαλλιά, κοκκινομάλλης με μούσι κι ένα τσιγάρο μόνιμα στο χέρι. Κάπνιζε άφιλτρα με αποτέλεσμα τα κίτρινα δάχτυλα και μιλούσαμε για πράγματα που εγώ τα άκουγα με προσοχή γιατί παρ’ όλο που ήμουν πολιτικοποιημένη και είχα περάσει από το «Ρήγα» σαν μαθήτρια, ήμουν πολύ μικρούλα ακόμα (ούτε τα 18 δεν είχα κλείσει ακόμα) και τα είχα όλα στο κεφάλι μου αχταρμά. Στο Πολυτεχνείο ήταν ο Γιώργος και στο Ρήγα Φεραίο και απαντούσε στις ερωτήσεις μου με απλό τρόπο κι όχι μ’ ένα κατεβατό δύσκολες λέξεις και τσιτάτα. Από κείνο το πρώτο βράδυ και μετά γίναμε κολλητοί για όλον εκείνο τον πρώτο χρόνο. Έμενε σε μια πολυκατοικία στην Πλατεία Ομονοίας, πάνω από το ομώνυμο σινεμά. Τέρμα θεού, στο δώμα της πολυκατοικιάς. Μια σταλιά σπιτάκι, γεμάτο μέχρι το ταβάνι με βιβλία, με τασάκια και τσιγάρα. Και με μια τεράστια βεράντα με θέα ατελείωτη. Βγάλαμε πολλά βράδια στο μπαλκόνι κουβεντιάζοντας με σουβλάκι από το σουβλατζίδικο στο ισόγειο, παρ΄όλο που εγώ τότε δεν έπινα σταγόνα και δεν κάπνιζα. Πολλά βράδια είχα ξεμείνει να με κοιμήσει σπίτι του, εγώ στο κρεβάτι κι εκείνος στο πάτωμα. Θα μου μείνει αξέχαστο το γέλιο του, το βλέμμα του το παιχνιδιάρικο με ένα ανθυποχαμόγελο τέτοιο που πολλές φορές που δεν ήξερες αν σου μιλούσε σοβαρά ή σε κορόιδευε ελαφρώς καθώς και ο τρόπος που κρατούσε το τσιγάρο του, με λυγισμένο χέρι μπροστά στο στήθος του. Είναι περίεργο το ποιες λεπτομέρειες μας έρχονται στο μυαλό για τους φίλους μας όταν προσπαθούμε να ανασυνθέσουμε την εικόνα τους. Από το Γιώργο μου έμειναν τα χέρια του και ο τρόπος που κρατούσε το τσιγάρο.

Δεν κόψαμε την παρέα παρ’ όλο που εγώ τελικά κατέβηκα στο συνδικαλιστικό στίβο του πανεπιστήμιου με τις Συσπειρώσεις, φτιαγμένες από τη διάσπαση του Ρήγα. Το καλοκαίρι με πέτυχε ένα απόγευμα με τα βιβλία στο χέρι ενώ προσπαθούσα να φτάσω στο σπίτι της κολλητής μου να διαβάσουμε για την εξεταστική. Δεν μ’ αφήναν όμως οι διαβόλοι ούτε ν’ αγιάσω ούτε να φτάσω. Είχα ξεκινήσει από την προηγούμενη με τα βιβλία στο χέρι για διάβασμα στης κολλητής αλλά στο δρόμο με είχαν πετύχει δύο άλλοι φίλοι και μου πρότειναν να πάμε για βόλτα στην Αθήνα με ότοστοπ. Δεν ήθελα και πολλά για να πειστώ, κι όπως ήμουν με τα βιβλία έφυγα μαζί τους για την Αθήνα. Κοιμηθήκαμε το βράδυ στο σπίτι του ενός, το πρωί κάναμε μια βόλτα μεσ’ τη ντάλα και το μεσημέρι ξανά οτοστόπ για Πάτρα. Απογευματάκι φτάσαμε κι όπως ήμουν με τα βιβλία είπα να πάω για το διάβασμα που είχα ξεκινήσει από το προηγούμενο απόγευμα και δεν κατάφερα να φτάσω ποτέ. Εκεί πάνω συνάντησα το Σπαθαράκη που μου πρότεινε ν’ ανέβουμε στην Αθήνα γιατί στο Σπόρτινγκ το ΚΚΕ εσ. είχε μια τελετή για την αποκατάσταση του Άρη Βελουχιώτη!!!! «Μα ρε Γιώργο, μόλις ήρθα από Αθήνα, δεν έχω μια ώρα…. πως να ξαναφύγω;» «Με το πούλμαν» μου απάντησε και μου έδειξε το πούλμαν που περίμενε. Σε δυο λεπτά ταξίδευα για Αθήνα με τα βιβλία που κουβαλούσα από την προηγούμενη μέρα και τα είχα ήδη πάει μια βόλτα στην Αθήνα, σ’ ένα πούλμαν γεμάτο ΚΚΕεσ. και κόκκινες σημαίες με σκοπό την αποκατάσταση του Άρη Βελουχιώτη!!! Μεγάλη τρέλα κουβαλούσαμε τότε….. κι εγώ κι ο Σπαθαράκης κι όλοι μας. Πήγαμε στην Αθήνα, ωραία περάσαμε, αποκαταστήσαμε και τη μνήμη του καπετάνιου και γυρίσαμε αργά στην Πάτρα. Έπεσα ξερή για ύπνο και την άλλη μέρα ξαναπήρα τα περίφημα βιβλία αγκαλιά, δεν συνάντησα κανέναν στο δρόμο και κατάφερα να φτάσω στην κολλητή μου για διάβασμα. Η οποία κολλητή μου ήταν στα πρόθυρα να βγάλει ανακοίνωση μέσω Ερυθρού Σταυρού (δεν υπήρχαν amber και silver alert τότε) και να καταγγείλει την εξαφάνισή μου. Έτσι συνέβαινε στην προ κινητών τηλεφώνων εποχή, μπορούσες να χαθείς με την ησυχία σου….

Τον ξαναείδα μετά από πολλά χρόνια πέρσι, κατεβήκαμε στην Πάτρα κάποιοι παλιοί «Ρηγάδες» και μαζί κι εγώ τιμής ένεκεν αφού δεν υπήρξα Ρηγού στην Πάτρα αλλά πιο παλιά, σαν μαθήτρια στη Θεσσαλονίκη. Μάθαινα που και που νέα του από τη Νέλλη αλλά είχα να τον συναντήσω από τότε. Χάρηκα όταν η Νέλλη μου είπε πως θα είναι κι εκείνος στη συνάντηση. Τους συναντήσαμε στην πλατεία Γεωργίου, είχε αλλάξει (όλοι είχαμε αλλάξει) αλλά τον γνώρισα από το πονηρό και παιχνιδιάρικο βλέμμα και το χαμογελάκι που το συνόδευε πάντα. Χάρηκα πάρα πολύ, καθίσαμε για ώρα δίπλα δίπλα στο μεζεδοπωκλείο που πήγαμε και τα λέγαμε. Δεν ήρθε μαζί μας και μετά, στο μαγαζί που τραγουδούσε ο άλλος παλιός μας φίλος ο Λάμπρος Καρελάς. «Θα σε πάρω τηλέφωνο να συνεχίσουμε» μου είπε «πολλά χρόνια πέρασαν και δεν προλαβαίνουμε να τα πούμε όλα σήμερα»… Με πήρε λίγο καιρό αργότερα, δεν είχα όμως χρόνο εκείνη την ώρα και συνεννοηθήκαμε να με πάρει τη Δευτέρα να «κουτσομπολέψουμε» με την άνεσή μας. Το ξέχασε μάλλον, δεν πήρα κι εγώ…..

Πριν μέρες έμαθα από τη Νέλλη πως ήταν στην εντατική και ήταν δύσκολα, σήμερα που είπε πως χάθηκε. Στενοχωρήθηκα, είναι άσχημο πράγμα να αποχαιρετάς φίλους παλιούς κι ας είχατε χαθεί για χρόνια. Είπα στη Νέλλη πως χάρηκα που πέρσι κατέβηκα στην Πάτρα και τον συνάντησα μετά από χρόνια, μου απάντησε πως και κείνη ένιωθε το ίδιο, πως ήταν σαν να τον αποχαιρετήσαμε τότε ξαναβλέποντας το πονηρό βλέμμα με το γελάκι που το συνόδευε.

καλό ταξίδι ρε Γιώργο. Άει σιχτίρ ρε σεις, που πάτε όλοι σας και φεύγετε;

Advertisements