Τσέρνομπιλ


Διάβαζα ένα άρθρο για το Τσέρνομπιλ. Η καταστροφή του Τσέρνομπιλ σε εικόνες. Διαβάζοντάς το θυμήθηκα τις μέρες εκείνες που έγινε το ατύχημα, πριν μάθουμε οτιδήποτε εδώ στην Ελλάδα. Εμείς το μάθαμε λίγες μέτρες μετά το Πάσχα, η έκρηξη έγινε σαν χτες, 26 Απρίλίου 1986, 28 χρόνια πριν (τι γρήγορα που περνάει ο καιρός….). Στην Ελλάδα το Πάσχα έπεσε αργά εκείνη τη χρονιά, 4 Μαίου κι ενώ το ραδιενεργό νέφος έκοβε βόλτες πάνω από τα κεφάλια μας εμείς δεν είχαμε ακούσει ακόμα τίποτε. Τη δεύτερη μέρα του Πάσχα λοιπόν, 5 Μαΐου, αποφασίσαμε μια μεγάλη παρέα να σουβλίσουμε αρνιά στο κέντρο της πόλης, γωνία των οδών Παλαιών Πατρών Γερμανού με Παύλου Μελά. Εκεί υπήρχε ένα καφενείο και στο ίδιο κτίριο ήταν και τα γραφεία του «Ρήγα». Οι Ρηγάδες φίλοι ήξεραν τον καφετζή και είχαν κανονίσει να μας αφήσει έξω τραπέζια και καρέκλες κι εμείς να αναλάβουμε τα υπόλοιπα, όπως και έγινε. Στήσαμε δυο σούβλες, φέραμε και τα λοιπά μεζεδάκια και σαλάτες από τα σπίτια μας και στήσαμε το γλέντι. Μεγάλη παρέα ήμασταν αν και δεν θυμάμαι ακριβή αριθμό. Θυμάμαι όμως πως κεράσαμε όσους μοναχικούς περαστικούς εκείνη τη μέρα μας βρήκαν στο δρόμο τους κι ένας απ’ αυτούς ήταν ο Γιώργος Μούτσιος που εκείνη την εποχή έπαιζε σε παράσταση σττην πόλη. Το μόνο ανησυχητικό ήταν ο καιρός, μουρτζούφλης από το πρωί και φαινόταν πως δεν θα γλυτώναμε τη βροχή. Φροντίσαμε όμως και γιαυτό, κάποιοι είχαν φέρει μεγάλα νάιλον να τ’ απλώσουμε πάνω από τα τραπέζια σε περίπτωση βροχής. Δεν θυμάμαι τι ώρα άρχισε η βροχή, αν είχαμε προλάβει να τελειώσουμε το γλέντι ή όχι, πάντως τα νάιλον τα ανοίξαμε. Δεν θυμάμαι πότε άρχισε να βρέχει όμως σίγουρα δεν είχε σταματήσει όταν αποφασίσαμε να λήξουμε το δευτεροπασχαλιάτικο γλέντι. Κι αυτό γιατί μετά από το τραπέζι και το φαγητό θυμάμαι να έχουμε βρεθεί διάφοροι να περπατάμε στους δρόμους της πόλης και στην παραλία με τη βροχή, χωρίς ομπρέλες και να την έχουμε δει κάτι σε Singing in the rain…. Γύρισα σπίτι μου μούσκεμα αλλά πάρα πολύ ευχαριστημένη. Μια δυο μέρες μετά μάθαμε για την καταστροφή στο Τσέρνομπιλ, άρχισα να παίρνω τηλέφωνα στον Νίκο που εκείνο τον καιρό ήταν στη Βουδαπέστη και ψιλοσυνειδητοποίησα πως ήταν πάρα πολύ κοντά οπότε και ανησύχησα ξαναφέρνοντας στο μυαλό όσα είχα μάθει για τη ραδιενέργεια στο σχολείο αλλα και για να μάθω κάτι περισσότερο, όμως κι εκεί μόλις το είχαν μάθει. Αργότερα πολύ κατάλαβα πως εκείνη τη δεύτερη μέρα του Πάσχα είχα μουσκέψει μέχρι το κόκκαλο από τη από μια βροχή που μάλλον ήταν τίγκα στη ραδιενέργεια. Λέτε από κει να το έπαθα; lol, lol, lol….

Μετά το Πάσχα κατέβηκα στην Αθήνα (ήταν η πρώτη μου χρονιά στην Αθήνα), πλέον είχε γίνει γνωστό το γεγονός και είχε πέσει η υστερία με τα χόρτα και τις φράουλες. Πηγαίναμε στη λαϊκή με την κολλητή μου τη Μαρία και λυπόμασταν τους φραουλάδες. Μέχρι το θεό γεμάτοι οι πάγκοι με φράουλες, οι τιμές είχαν πιάσει πάτο αλλά κανείς δεν αγόραζε. Τι κάναμε εμείς; Αγοράζαμε από ένα κουτάκι από διαφορετικούς πάγκους γιατί και δεν αντέχαμε να τους βλέπουμε και ήταν πειρασμός η τιμή τους για μας τις εν γένει άφραγκες. Είχαμε ακούσει πως με καλό πλύσιμο δεν κινδυνεύεις και σαρώσαμε τις φράουλες σε εξευτελιστική τιμή το κιλό. Τις βάζαμε κάτω από το νερό για ώρα και μετά τις τρώγαμε. Το τι φράουλα έφαγα εκείνη την άνοιξη δεν λέγεται…….

Έγιναν και πορείες για το Τσέρνομπιλ, έπεσε και ξύλο και δακρυγόνα (τότε δεν έπεφταν χημικά αλλά απλά και αθώα δακρυγόνα, με μια βαζελίνη και λίγο λεμόνι τα έφερνες βόλτα, όχι όπως τώρα). Χαμός ένα απόγευμα στα Προπύλαια. Ήταν καθημερινή, τα μαγαζιά ανοιχτά και οι μπαλούρδοι κυνηγούσαν τον κόσμο κάνοντας σλάλομ ανάμεσα σε μαμάδες με παιδάκια στο χέρι και σακούλες στο άλλο, μια ομορφιά.

Κι αφού οι πορείες, οι συζητήσεις με ανευθυνοϋπεύθυνους στην τηλεόραση, η φραουλοτρομοκρατία κλπ κράτησαν μερικές βδομάδες, όλα ξεχάστηκαν όπως γίνεται πάντα και ήρθε κάτι άλλο στο οποίο εστιάσαμε την προσοχή μας και το Τσέρνπμπιλ ξεχάστηκε. Ποτέ δεν έγινε στην Ελλάδα μια εμπεριστατωμένη μελέτη για το τι άφησε πίσω του, αν και σε τι ποσοστό υπήρξε αύξηση των καρκίνων μετά το 1986 κι αν η Βόρεια Ελλάδα είχε μεγαλύτερο ποσοστό καρκινογενέσεων. Όλα αφέθηκαν στη μοίρα τους και ξεχάστηκαν…..

Advertisements

μπαλούρδοι


ΔΕν μπορεί…… οι μπαλούρδοι πρέπει να είναι το κάρμα μου….. Όπου πάω θα τους βρω μπροστά μου, ακόμα κι αν βγω για φωτοτυπίες.

Ωραία μέρα σήμερα, βγήκα για δουλειές, λογαριασμούς, ψώνια κλπ, και μια και είχα χρόνο πήρα και δύο βιβλία γερμανικών του γιού να τα φωτοτυπήσω, αφού έτσι μου βγαίνει φτηνότερα από το να τα αγοράσω. Με τα βιβλία υπό μάλης πήγα στη φίλη μου τη Μ. που έχει φωτοτυπάδικο δίπλα στην ΑΣΟΕΕ, σκέφτηκα να κάνω βολτούλα, να πούμε καμμιά κουβέντα -αν δεν είχε δουλειά- και να τα πάρω φεύγοντας ή να τα αφήσω να τα ετοιμάσει και να ξαναπεράσω αύριο να τα πάρω, στην περίπτωση που είχε κόσμο στο μαγαζί. Φτάνοντας στη Χέυδεν είδα μαζεμένους πολλούς Δελτάδες και σκέφτηκα πως ετοιμάζουν πέσιμο στους μικροπωλητές έξω από την ΑΣΟΕΕ. Μάλιστα απόρησα πως δεν το είχαν πάρει χαμπάρι οι 4-5 που είχαν στήσει τους πάγκους τους. Εκτός από τους γνωστούς μικροπωλητές είδα και μια κυρία -ελληνίδα- που πούλαγε μπουκέτα με λουλούδια, μάλιστα άγγιξα ένα φύλλο για να δω αν είναι αληθινά ή ψεύτικα τα λουλούδια. Μόλις προσπέρασα την κύρια είσοδο άκουσα το όνομά μου, ήταν η κόρη της φίλης μου με το φωτοτυπάδικο που είχα χρόνια να τη δω. Μια κατάξανθη κουκλίτσα με μπουκέτα στα χέρια. Μου είπε πως είχε ορκομωσία μέσα και πουλούσαν μπουκέτα για να βγάλουν χαρτζηλίκι. Είπαμε μια δυο κουβέντες και έφυγα. Λίγο παραπέρα είδα τη φίλη μου που της πήγαινε καινούρια μπουκέτα, «έρχομαι σε λίγο» μου είπε, «είναι ο Ν. στο μαγαζί, πήγαινε κι έρχομαι σε λίγο». Η επόμενη γωνία ήταν γεμάτη με «μπλε» μπαλούρδους χωρίς κράνη, απέναντι μια κλούβα και στην γωνία «χακί» μπαλούρδοι, κι αυτοί χωρίς κράνη. Το σιγούρεψα το πέσιμο και πάλι αναρωτήθηκα πως δεν το έβλεπαν στην ΑΣΟΕΕ. Σκέφτηκα όμως πως δεν ήταν μόνον αλλοδαποί εκεί αλλά και τα κοριτσάκια με τα λουλούδια και ίσως να έκανα λάθος και να μην ήταν τόσο μπατσαριό μαζεμένο γιαυτό το λόγο. Κατέβηκα στο μαγαζί που δεν είχε κόσμο, ήρθε και η Μ. αλλά με το που μπήκα πλάκωσε κόσμος οπότε άφησα τα βιβλία κι έφυγα. Ούτε δέκα λεπτά δεν έμεινα και βγαίνοντας είδα τη διμοιρία να τρέχει με πλήρη εξάρτηση, ασφαλίτες που τους συντόνιζαν να διώχνουν τον κόσμο και να έχουν διακόψει την κυκλοφορία. Βρίζοντας πέρασα στο διάζωμακαι προχωρούσα κολλητά στο τοιχίο σύριζα με τα μπλοκαρισμένα αυτοκίνητα. Μου πάτησε τις φωνές ένας ασφαλίτης «φύγετε» γκάριζε και μετά «ΑΝ θέλετε, φυσικά…». «ΑΝ θέλω…» του απάντησα αλλά δεν μπορούσα και να μείνω. Από μέσα έπεφταν πέτρες και μπουκάλια και οι μπαλούρδοι κατάφεραν να πιάσουν έναν μικροπωλητή τον οποίο σάπισαν στο ξύλο, στη μέση του δρόμου, ανάμεσα στα αυτοκίνητα και μπροστά στα μάτια μου…. Φυσικά είχαν διαλύσει τους πάγκους, και τον πάγκο της κυρίας με τα λουλούδια. Σκέφτηκα την κόρη της Μ. κι άρχισα να την ψάχνω. Πέρασα στο πεζοδρόμιο της ΑΣΟΕΕ όπου μια κυρία μεγάλης ηλικίας έβριζε τους μπαλούρδους για το ξύλο που έριχναν, λέγοντας πως σε λίγο θα δέρνουν και μας και δεν θα μείνουν στους αλλοδαπούς μικροπωλητές. Της είπα ότι ήδη μας δέρνουν, εδώ και χρόνια… απλά σε λίγο θα δέρνουν τους πάντες δι’ ασήμαντον αφορμήν. Λίγο παρακάτω βρήκα τη Λ. με τα μπουκέτα στα χέρια και δυο τρεις άλλες κοπελίτσες. Ησύχασα πως δεν έπαθε κάτι το κοριτσάκι κι εκείνη τη στιγμή ξανά φωνές και διαταγές από τους ασφαλίτες. Με τράβηξαν οι μικρές να φύγουμε. Φεύγοντας βλέπω έναν ψηλό και χοντρό κύριο να ρίχνει μια κλωτσιά και να διαλύει έναν πάγκο με cd και dvd. «Μπράβο ρε…» του φώναξα «μπράβο, την τσάκισες την παραοικονομία τώρα, είσαι μάγκας!!!». Δεν κάθισα ν’ ακούσω τι απάντησε.

Δεν είμαι απ’ αυτούς που μισούν γενικά την αστυνομία αν και φροντίζω να είμαστε από μακριά κι αγαπημένοι, όσο δεν ζούμε στην κοινωνία της μεγάλης Ουτοπίας είναι δυστυχώς απαραίτητη. Με τους μπαλούρδους όμως είναι αλλιώς. Αυτούς τους σιχαίνομαι, όπως σιχαίνομαι και όποιον καταχράται την εξουσία που του έχει δοθεί. Ένας πακιστανός 1.50 ήταν κάτω στο δρόμο και 5-6 σκατόμπατσοι τον σάπιζαν στο ξύλο. Ακίνητος ήταν, του είχαν στρίψει τα χέρια πίσω από την πλάτη, τι θα τους έκανε. Αυτή η λύσσα όμως, που τη βλέπω και σε κάθε πορεία που βρισκόμαστε απέναντι, γεννάει λύσσα στους απέναντι. Κάποια στιγμή θα βρεθεί κάποιος απ’ αυτούς κάτω με δέκα από πάνω του να τον κλωτσάνε με λύσσα. Και τότε δεν θα στενοχωρηθώ καθόλου.

Επίσης δεν αγγίζω το θέμα της παραοικονομίας και το ποια μαφία ελέγχει αυτή την αγορά των πεζοδρομίων. Αυτούς όμως που την ελέγχουν δεν θα τους αγγίξει ποτέ κανείς, αντίθετα οι λυσσασμένοι μπαλούρδοι θα σαπίζουν στο ξύλο τους φτωχοδιάβολους των πάγκων.

Άει σιχτίρ πάλι πρωί πρωί……