επετειακόν


Όταν ήμουν μικρή και για να με πείσουν να φάω που ήμουν μίζερη και δεν έτρωγα σχεδόν τίποτε, μου μιλούσαν για την Κατοχή και την πείνα κι εγώ φυσικά αντιδρούσα όλο νεύρα. Η φράση του μπαμπά «μωρέ ένα ’41 σας χρειάζεται για να μάθετε τι θα πει πείνα….», με έκανε έξαλλη. Οι ιστορίες του μπαμπά για το πως -δέκα χρονών παιδάκι- περπατούσε χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη για να φτάσει σ’ ένα χωριό να πάρει ένα τσουβαλάκι στάρι, να το φορτωθεί και να ξαναγυρίσει περπατώντας πίσω, μου έμοιαζαν εξωπραγματικές. Στο σχολείο ακόμα και η πείνα είχε κάτι ηρωικό, έτσι όπως μας τα μάθαιναν στην ιστορία (μέσα στη χούντα). Οι ιστορίες του μπαμπά δεν είχαν ηρωισμό, μόνο πείνα. Το περπάτημα ενός δεκάχρονου μου έμοιαζε απλώς εξωπραγματικό αλλά όχι ηρωικό, δεν είχε κατατροπώσει μόνος του μια ντουζίνα γερμανούς να έχω να περηφανεύομαι.
(κάτι τέτοιες μαλακίες μας έλεγαν στο σχολείο).
Ούτε εγώ, ούτε ο μπαμπάς μου πολύ περισσότερο, πιστεύαμε τότε πως θα ξαναζήσουμε πείνα. Η πέινα του ’41 ήταν ένα σκιάχτρο που μου κουνούσαν για να κόψω τις κόνξες στο φαγητό, δεν θα ήθελε με τίποτε ο καημένος να ζήσουν τα παιδιά του κάποια στιγμή την πείνα που έζησε εκείνος και η γενιά του.
Ήρθε όμως η πείνα, όχι ακόμη για μένα αλλά για πολύ κόσμο. Κι αν συνεχίσουμε έτσι θα έρθει για τους περισσότερους από μας.

Advertisements

Ο φασισμός δεν έρχεται από το μέλλον


Μα πάλι θέ ν’ απλώσει σα χολέρα
πατώντας πάνω στην ανεμελιά σου,
και δίπλα σου θα φτάσει κάποια μέρα
αν χάσεις τα ταξικά γυαλιά σου.

Πολύς κόσμος τα έχασε τα ταξικά γυαλιά του και ακόμα χαμένα τα έχει. Αν είχαν μείνει τα γυαλιά μας στη θέση τους, δεν θα πέφταμε τα τελευταία χρόνια, αλλά και μέχρι σήμερα κάποιοι, από τα σύννεφα για τα ποσοστά της ΧΑ, για την αφισοκόλληση της οροθετικής στη Λέσβο και για όλα τα φαινόμενα εκφασισμού της κοινωνίας μας.

Καταλάβατε φίλοι, γνωστοί και πρώην σύντροφοι; Ψάξτε να βρείτε τα ταξικά γυαλιά σας για να δείτε καλά τριγύρω σας, σε ποιο κόσμο ζείτε αλλά κυρίως σε ποια τάξη ανήκετε. Κι αφήστε τις μεταμοντερνιές περί του «τέλους των μεγάλων αφηγήσεων» και του «τέλους της πάλης των τάξεων». Η πάλη των τάξεων θα τελειώσει όταν δεν θα υπάρχουν τάξεις, μέχρι τότε καλά θα κάνετε να βρείτε και να στερεώσετε καλά τα ταξικά γυαλιά σας στη μύτη κι ν’ αφήσετε τις δηθενιές.

Κάποιοι άλλοι αφήστε το επαναστατικό know how, το από καθέδρας ύφος, την -από τη σιγουριά της δουλειάς και του σπιτιού σας- επαναστατική καθοδήγηση και μη κουνάτε επαναστατικά το δάχτυλο κάτω από τη μύτη ανθρώπων που αγωνίζονται με νύχια και με δόντια για να σταθούν στα πόδια τους ή για να μη χάσουν τη δουλειά τους. Μη τους λοιδωρείτε και μη τους σνομπάρετε επειδή δεν υπήρξαν μια ζωή επαναστάτες και βγήκαν στους δρόμους τώρα που «ξεβολεύτηκαν». Αυτοί τουλάχιστον βγήκαν στους δρόμους να διεκδικήσουν -έστω και με μη ενδεδειγμένους κατά την επαναστατική σας άποψη- τρόπους το δίκιο τους, κάποιοι άλλοι απλώς κλαίνε τη μοίρα τους ή γλείφουν δεξιά και αριστερά για να βρουν κάπου να ξανακουρνιάσουν.  Η έξοδος όμως στο δρόμο θα μεταλλάξει κάποιους και θα τους οδηγήσει στο να βάλουν τα ταξικά γυαλιά τα οποία πιθανόν ποτέ δεν είχαν.