Προδοσία


Στο μυαλό σχεδόν όλων μας η προδοσία είναι μια λέξη φορτισμένη πολύ έντονα αρνητικά. Συνήθως τη συνδέουμε με «μεγάλες» έννοιες, Πατρίδα, Θρησκεία, Τιμή. Εγώ όμως δεν θέλω να μιλήσω γιαυτές τις προδοσίες αλλά για τις άλλες, τις μικρές και καθημερινές, αυτές που περνάνε απαρατήρητες σαν λεπρομέρειες.

Ο πατέρας μου είχε στη γάμπα  του ένα σημάδι, στρογγυλό σε μέθεθος μεταλλικού κατοστάρικου (υποθέτω τα θυμόμαστε ακόμα τα κατοστάρικα…), με χρώμα καφετί που σκούραινε όσο πήγαινε προς το κέντρο. Κάποια στιγμή, μικρό κοριτσάκι πριν πάω στο σχολείο, είχα ρωτήσει τον πατέρα μου τι σημάδι είναι αυτό και πως το έπαθε. Τότε ο μπαμπάς αμέσως και πολύ ανάλαφρα μου απάντησε πως του το είχαν κάνει στον πόλεμο οι γερμανο, τον είχαν πυροβολήσει. Δεν ρώτησα τίποτε άλλο, ο πόλεμος και οι γερμανοί ήταν κάτι μυθικό στο παιδικό μυαλό μου, γεμάτο πείνα και ηρωισμούς. Κι επειδή ο πόλεμος είχε ηρωισμούς, στο παιδικό μου μυαλουδάκι ο μπαμπάς άρχισε να ψηλώνει και να γίνεται ήρωας. «Για να έχει τέτοιο σημάδι» σκεφτόμουν «δεν μπορεί παρά να έκανε κάτι ηρωικό! Τον χτύπησαν οι κακοί γερμανοί αλλά ο μπαμπάς ηρωικά τους ξέφυγε…». Ένα σωρό διαφορετικές εκδοχές ηρωισμών περνούσαν από το μυαλό μου, ανάλογα με την ταινία που είχα δει την Κυριακή.

Κάποια στιγμή μεγάλωσα, πήγα σχολείο και έμαθα αριθμητική. Η αριθμητική όμως άρχισε να αμφισβητεί τις ηρωικές ιστορίες που είχα πλάσει για το μπαμπά. Βλέπεις είχε γεννηθεί το 1931 και ήταν 10-12 χρονών στην Κατοχή, τι ηρωισμούς να είχε προλάβει να κάνει; Η πίστη μου στον ηρωισμό του μπαμπά άρχισε να κλονίζεται, δεν ήθελα με τίποτε να πιστέψω ότι μου είχε πει ψέμματα αλλά και πάλι βρήκα τη λύση. «Λίγα ήταν τα παιδιά που έδρασαν με ηρωισμό στην κατοχή; Να δεις που ένα τέτοιο παιδί θα ήταν και ο μπαμπάς κι εγώ ανησύχησα….». Δεν τόλμησα ποτέ να τον ρωτήσω τι είχε κάνει στην κατοχή και τον πυροβόλησαν οι γερμανοί, ίσως φοβόμουν την αλήθεια που θα θρυμμάτιζε τις ιστορίες μου.

Η αληθινή ιστορία εμφανίστηκε χρόνια μετά και δεν θυμάμαι καθόλου με ποιο τρόπο. Το σημάδι φυσικά δεν προερχόταν από καμμιά σφαίρα γερμανών, είχε γίνει με κάποιο τρόπο πιο πεζό, μάλλον κάψιμο στη σόμπα. «Μα γιατί ρε μπαμπά μου είχες πει ότι ήταν από σφαίρα γερμανών στην κατοχή;». Γέλαγε ώρα ο πατέρας μου…. «Καλά βρε, το είχες πιστέψει;» με ρώτησε «έτσι το είχα πει, για πλάκα….».

Τόσα χρόνια οι αριθμοί μου έδιναν την αλήθεια κι εγώ απλώς γυρνούσα το κεφάλι, αποκλείεται να ήξεραν αυτοί κι όχι ο πατέρας μου, αποκλείεται να μου είχε πει ψέμματα. Αποκλείεται ο μπαμπάς μου να με είχε προδώσει.

«Ναι, μπαμπά, το είχα πιστέψει» του απάντησα και γέλασε πιο πολύ….

Τι είναι προδοσία αλήθεια;

Advertisements

Το «Βάλσαμο»


Διάβαζα ένα άρθρο στο διαδικτυακό περιοδικό της Θεσσαλονίκης parallaxi για ένα μαγαζάκι με μπαχαρικά και βότανα στο Καπάνι, το «Βάλσαμο».

Παλιά, όταν ήμουν πολύ μικρό παιδάκι, στον ίδιο δρόμο, στην προέκταση της οδού Χαλκέων, είχε πάγκο με φρούτα ένας θείος μου, ξάδελφος του πατέρα μου, και πηγαίναμε πολλές φορές με το μπαμπά να ψωνίσουμε. Γύρω και απέναντι από τον πάγκο του θείου Νίκου πολλά μαγαζιά με καραμέλες και γλυκά κουταλιού, βότανα, σκούπες και μαγαζιά με τυριά, αλλαντικά και ελιές. Ένας κόσμος γεμάτος ανακατεμένες μυρωδιές. Μικρά μαγαζάκια τα περισσότερα με την πραμάτεια τους απλωμένη τη μισή έξω από το μαγαζί. Εκεί, απέναντι από τον πάγκο του θείου ήταν αυτό το ίδιο μαγαζί που τώρα λέγεται «Βάλσαμο». Ακριβώς δίπλα του ήταν ένα μαγαζί που πουλούσε τυριά, σαλάμια κλπ, κι από κει ψωνίζαμε φέτα και κασέρια. Ο μπαμπάς τον ιδιοκτήτη τον φώναζε «θείο», «Θείο, μια πλάκα τυρί και ένα κιλό κασέρι», θυμάμαι τον πατέρα μου να παραγγέλνει κι ο θείος φώναζε με τη σειρά του τον πατέρα μου «ανηψιό», χωρίς όμως να υπάρχει αληθινή συγγένεια μεταξύ τους.Ποιος ξέρει πως να είχε μείνει αυτό…..

Θυμάμαι τον πατέρα των παιδιών που έχουν τώρα το «Βάλσαμο», ένας κύριος με ξανθωπά σπαστά μαλλιά. Στο μαγαζί τότε είχε βότανα και σκούπες, αυτές τις παλιές τις χορταρένιες. Έπιανε την κουβέντα ο μπαμπάς με τον ξάδελφό του το μανάβη και όλους τους μαγαζάτορες της περιοχής κι εγώ βαριόμουν αφόρητα. Καθόμουν σ’ ένα σκαλάκι στριμωγμένο ανάμεσα στον πάγκο του θείου κι ένα μαγαζάκι-τρύπα που δεν θυμάμαι πλέον τι πουλούσε. Θυμάμαι πως το είχε μια κοπέλα κι ερχόταν κι ένας νεαρός ψηλός, μελαχρινός. Εκεί περίμενα να τελειώσει ο μπαμπάς την κουβέντα και να φύγουμε. Πόσα να πει ένα παιδάκι μ’ ένα φωνακλά θείο και τους γύρω μαγαζάτορες…. Μερικές φορές μου έδιναν καραμέλες από το απέναντι μαγαζί που υπάρχει ακόμα και πουλάει ακόμα καραμέλες. Μερικές φορές όμως ήταν εκεί και τ’ αγόρια του κυρίου από το μαγαζί με τις σκούπες και τότε  παίζαμε καμμιά φορά κι αυτές ήταν οι φορές που δεν βαριόμουν τόσο. 

Όποτε είμαι στη Θεσσαλονίκη περνάω από το «Βάλσαμο», αγοράζω θυμίαμα γνήσιο για τη μαμά, βοτάνια για μένα και αιθέρια έλαια. Ποτέ δεν είπα στα παιδιά που το έχουν πλέον, τα παιδιά του κυρίου με το ξανθωπό σπαστό μαλλί, πως παίζαμε μερικές φορές όταν ήμασταν μικρά παιδάκια κι αυτές ήταν οι μόνες φορές που δεν βαριόμουν τόσο πολύ τη βόλτα για ψώνια στο Καπάνι.