Φωτογραφία: Άγγελος Καλοδούκας

Σάββατο. Βραδάκι. Ραντεβού στον ΟΤΕ της Πατησίων. Η Αγγελική. Η Άννα. Η Λίζα. Δεν γνωρίζω προσωπικά καμμία από τις τρεις, είμαι σίγουρη πως θα τις γνωρίσω από τις τσ’αντες που θα κουβαλούν. Έτσι έγινε.

Φτάσαμε πολύ νωρίτερα οι τρεις από τις τέσσερις, γνωριστήκαμε από τις τσάντες και τις σακούλες. Λίγες, ό,τι μπορούσαμε να αγοράσουμε και να κουβαλήσουμε στα χέρια. Λίγες πρώτες κουβέντες, ένα τσιγάρο, τηλέφωνο στη Λίζα. Θα αργήσει.

Παίρνουμε τις τσάντες και ξεκινάμε. Πλατεία Βικτωρίας. Κόσμος πολύς  αλλά ελάχιστοι βγαίνουν από τα όρια της πλατείας. Αμηχανία….. δεν ξέρουμε τι να κάνουμε, από που ν’ αρχίσουμε, σε ποιον να μιλήσουμε…. Και ταυτόχρονα ήδη εγώ νιώθω ανεπαρκής. Τέσσερις σακούλες έχω στα χέρια μου, εκατοντάδες άνθρωποι τριγύρω, δεκάδες παιδιά, μωρά, έφηβοι. Λίγα γάλατα βρεφικά η Αγγελική, 20 κουτάκια χυμούς εγώ, καμμιά δεκαριά πακέτα σερβιέτες, μωρομάντηλα, μπισκότα, ντεπόν παιδικά και ενηλίκων….. λίγα ρούχα παιδικά. Σταγόνα στο ωκεανό. Το ήξερα από πριν, τώρα το βλέπω και μου φαίνομαι αστεία.

Πάμε προς την πρώτη οικογένεια, μιλάμε ελληνικά, μιλάμε αγγλικά, αυτοί μιλάνε τη γλώσσα τους. Συνεννόηση μπουζούκι κι άντε να εξηγήσεις τι είναι το ντεπόν για παιδιά, πως πρέπει να το δίνουν και σε ποια περίπτωση, τι είναι το ντεπόν ενηλίκων….. Παίρνουν ρούχα, μαζεύονται κι άλλοι, οι χυμοί εξαφανίζονται στη στιγμή. Τα μικρά θέλουν όλα χυμό, σε ποιο να πρωτοδώσεις…. Οι άνθρωποι παντού και σε κάθε συνθήκη είναι ίδιοι. Άλλοι ορμούν και καβατζώνουν δυο χυμούς, άλλοι στέκονται δειλά παραπέρα και σε κοιτούν ντροπαλά περιμένοντας να τους δεις και να τους δώσεις εσύ. Γυρνάμε τριγύρω να βρούμε κάποιον που ίσως ξέρει μια δυο λέξεις στ’ αγγλικά. Ψάχνουμε να βρούμε μωρά να δώσουμε γάλα και φαρίν λακτέ. Ξεχάσαμε να φέρουμε πλαστικά ποτηράκια, κάποιο μπιμπερό. Που διάολο θα φτιάξουν το γάλα ή τις κρεμούλες; Δεν το σκεφτήκαμε, σκεφτόμαστε με βάση τη δική μας πραγματικότητα.

Βρίσκουμε μια οικογένεια, ένα μωρό στην αγκαλιά, τρία τέσσερα μεγαλύτερα, μαμά καθισμένη κάτω, τα παιδιά ζουζουνίζουν. Της δίνουμε γάλα και κρέμα, δεν καταλαβαινει τι είναι. Της δίνουμε κι ένα παιδικό ντεπόν, πάλι δεν καταλαβαίνει….. Κάποια στιγμή έρχεται ένας νεαρός, μιλάει πολύ καλά αγγλικά. Εξηγούμε τι τους δώσαμε κι έρχεται η έκπληξη. Μας δίνουν πίσω το γάλα, να το δώσουμε λέει αλλού η μαμά θηλάζει το μωρό ενώ κάποιες άλλες δεν έχουν γάλα και τα μωρά πεινάνε. Παίρνουμε τα κουτιά και τα δίνουμε παραδίπλα. Οι άνθρωποι ίδοι παντού, άλλοι καβατζώνουν διπλά κι άλλοι τα δίνουν δίπλα, εκεί που υπάρχει περισσότερη ανάγκη. Κρατούν το ντεπόν μόνο αλλά μας ρωτούν αν θα φέρει υπερένταση και αϋπνία στα μικρά τους αν το πάρουν. Τους καθησυχάζουμε, έρχεται ο μπαμπάς με το μωρό στην αγκαλιά και μας ρωτάει (με τη διερμηνεία του νεαρού που ήξερε αγγλικά) «τι είσαστε εσείς;»

«Φίλοι» απαντάμε. Μας λέει ευχαριστώ στη γλώσσα του, προσπαθεί να το πει και αγγλικά. Δεν θέλουμε ευχαριστώ, να μπορούσαμε να έχουμε ένα σούπερ μάρκετ θέλουμε.

Καταφτάνει και η Λίζα, ξεφορτώνει δυο τρεις κούτες, έχει πάνες, μωρομάντηλα, κι άλλα ντεπόν. Επιστρέφουμε πίσω, ξαναζουζουνίζει ο κόσμος γύρω μας. Πάω παραδίπλα, ανάβω τσιγάρο. Με κοιτάζουν οι γυναίκες, σίγουρα φαίνομαι περίεργη στα μάτια τους. Κοντοκουρεμένη και καπνίζω…. Ένα χεράκι με τραβάει, γυρίζω και βλέπω μια μικρούλα «Baby μαμ….» μου λέει και μου δείχνει με το δάχτυλο. Ψάχνω να δω αν έμεινε κάποιο κουτί, τυχερή είναι η μικρούλα υπάρχει ένα. Το παίρνει και πριν φύγει μου ζητάει orange water και δεν έχω να της δώσω.

Η Αγγελική ανοίγει τις πάνες και μοιράζει, δεν φτάνουν για όλα τα μωρά. Μια μωρομάνα παίρνει τις πάνες που της δίνει η Αγγελική και αλλάζει το μωρό της. Εκεί, πάνω σ’ ένα χαρτόνι στα πλακάκια της πλατείας. Ένας νεαρός μου λέει (με δυο τρεις αγγλικές λέξεις) πως πονάει το στομάχι του και αν κάνει να πάρει το ντεπόν. Εγώ (με δείχνω) νο ντόκτορ απαντώ και με παντομίμα προσπαθώ να τους δώσω να καταλάβουν για τι πράγμα είναι τα ντεπόν. Ψάχνω με τα μάτια να βρω το νεαρό που νωρίτερα μας μιλούσε σε πολύ καλά αγγλικά αλλά δεν τον βλέπω. Μαχντί τον έλεγαν και μας είπε πως περιμένουν τη Δευτέρα να πάρουν τα χρήματα που θα τους έστελναν συγγενείς να φύγουν για τα σύνορα, όσοι έχουν να περιμένουν, και να έρθουν άλλοι στη θέση τους. Τα παιδιά φοράνε μάσκες ιατρικές, υπάρχει θέμα υγιεινής αλλά δεν ξέρουν τι να κάνουν. Πηγαίνουν στα γύρω μαγαζιά για τουαλέτα, άλλες φορές τους δέχονται κι άλλες όχι. Μαζεύουν τα σκουπίδια όσο μπορούν σε κάδους, δεν θέλουν να κοιμούνται στα σκουπίδια. Χρειάζονται γιατρό, κάποιος να δει τα μωρά και τα παιδιά. «Ήρθαμε» από τη Λέσβο» μας λέει «αύριο θα φύγουμε εμείς και θα έρθουν άλλοι. Εδώ είμαστε μόνο αφγανοί, οι σύριοι πάνε λίγο παρακάτω, σε μια άλλη πλατεία. Ξέρουμε πως ειναι άσχημο που είμαστε εδώ, ξέρουμε πως ενοχλούμε αλλά δεν ξέρουμε τι άλλο να κάνουμε και που να πάμε»

Τελευταία εικόνα. Την είχα δει νωρίτερα. Μια ψηλή κοπελίτσα γύρω στα δεκατέσσερα. Καστανόξανθη με γλυκό πρόσωπο. Φοράει ένα παντελόνι λευκό κι ένα πουκαμισάκι καρό. Ήταν απ’ αυτούς που σε κοιτάνε ντροπαλά περιμένοντας να τους δεις εσύ πρώτος. Δεν ξέρω τι της έδωσε ο άντρας της Λίζας, ζουζούνιζε πολύς κόσμος γύρω του εκείνη την ώρα. Μας είδε που φεύγαμε και ήρθε να του πει «ευχαριστώ» στη γλώσσα της. Μια κοπελίτσα που αν την έβλεπες ένα δρόμο παραπάνω θα ήσουν σίγουρος πως είναι ένα ανέμελο εφηβάκι που πάει να βρει σαββατόβραδο τις φίλες του.

«θα ξανάρθουμε» είπαμε φεύγοντας, το είπαμε με παντομίμα.

Πήρα την εικόνα της ψηλής κοπελίτσας μαζί μου και ξαναγύρισα στην ασφάλεια του κόσμου μου…..

Advertisements