Κρανίδι και άλλες ιστορίες


Διαβάζω τα παρασκήνια από το θέμα με τους μολυσμένους μετανάστες/πρόσφυγες από τη δομή στο Κρανίδι και πως οι αξιοπρεπείς νοικοκυραίοι κάτοικοι της περιοχής έχουν κλάσει μέντες διότι είχαν βρει τη χαρά τους να πηδάνε τις γυναίκες της δομής για ένα τάληρο ή δεκάρικο. Τις γυναίκες που μάλλον κόλλησαν κι αυτές, όπως και οι υπόλοιποι της δομής, από εργαζόμενη στο ξενοδοχείο και της οποίας τη μόλυνση έκαναν όλοι γαργάρα. Μου ήρθε λοιπόν στο μυαλό μια παλιά ιστορία

Κάποτε πήρα ένα ταξί από τα ΚΤΕΛ στον Κηφισό. Μαζί μου μπήκε κι ένας χοντρός λιγδιάρης 60ρης. Κάθισε στο μπροστινό κάθισμα και έδωσε εντολή στον οδηγό να τον πάει στο νοσοκομείο Γεννηματά και μάλιστα γρήγορα επειδή είχε ραντεβού με γιατρό. Λίγο μετά που ξεκινήσαμε άρχισε την κουβέντα με τον οδηγό και του έλεγε πως ήταν ναυτικός κι έχει γυρίσει όλο τον κόσμο. Μετά από αυτή την εισαγωγή άρχισε να ρωτάει τον οδηγό που θα βρει «καμιά πουτάνα να πηδήξει«. Τι να πει κι ο οδηγός ο οποίος ήταν μάλλον αλλοδαπός από τους πρώτους που δούλευαν σαν οδηγοί σε ταξί και κάπως σαν να ντράπηκε που άκουσα κι εγώ αυτή την ερώτηση. Του απάντησε λοιπόν πως αυτός δεν ξέρει από τέτοια γιατί δεν ασχολείται. Σιγά μη τον πίστεψε ο λιγδιάρης και του είπε:
«οδηγός ταξί είσαι, όλη την Αθήνα γυρνάς, δεν μπορεί να μη ξέρεις που είναι τα στέκια τους…»
«Μα δεν ξέρω σας λέω…» απαντούσε ο οδηγός και όλο γυρνούσε και με κοιτούσε απελπισμένος. και τότε ο σιχαμένος και ιδρωμένος λιγδιάρης έσκασε το παραμύθι….
«να ξέρεις όμως…» είπε στον οδηγό, «εγώ δεν θέλω ό,τι κι ό,τι. Ψάχνω για καμιά μικρούλα μαυρούλα, μόνο τέτοιες γουστάρω να πηδάω κι έχω πηδήξει πάνω από 14.000 στη ζωή μου… καμιά τέτοια ξέρεις που θα βρω; Μικρή όμως, 12 – 13, όχι μεγαλύτερη…»
Τότε πλέον ο οδηγός γύρισε εντελώς απελπισμένος και με κοίταξε και μου έκανε ένα νόημα τύπου «τι να κάνω δεν μπορώ να του βουλώσω το στόμα…» Ο σκατιάρης απτόητος, συνέχισε να εξηγεί με λεπτομέρειες γιατί του αρέσουν οι μικρές «νεγρούλες» και πως του αρέσει να τις πηδάει. Εγώ είχα φρικάρει και είχα λουφάξει στο πίσω κάθισμα προσπαθώντας πλέον να μην ακούω και θέλοντας να ξεράσω και ο οδηγός συνέχισε να γυρνάει και με κοιτάζει απελπισμένος όσο ο σκατιάρης φτιαχνόταν με τα λόγια του.

Όταν σταματήσαμε για να κατέβω ο σκατιάρης άρχισε να φωνάζει στον οδηγό και να τον ρωτάει γιατί σταμάτησε αφού του είπε πως βιάζεται γιατί τον περιμένει γιατρός στο νοσοκομείο και τότε του είπα εγώ από το πίσω κάθισμα πως εγώ πρέπει να πάω σπίτι μου εκτός αν θέλει να πάμε όλοι μαζί στο νοσοκομείο. Μόνον τότε κατάλαβε πως ήμουν κι εγώ πίσω, δεν με είχε πάρει χαμπάρι. Δεν μάσησε όμως και μου είπε «Ήσουν τόση ώρα εκεί πίσω εσύ; Τα άκουσες όλα ε; δεν πειράζει, να μάθεις πως είναι η ζωή…

‘Σιχάθηκα τη ζωή μου εκείνη τη μέρα, έχουν περάσει κοντά 15 χρόνια από τότε κι ακόμα δεν μπορώ να ξεχάσω τα λιγδιασμένα μαλλιά και την ιδρωμένη λιπαρή φάτσα του που ήθελε να πηδάει παιδιά και το διαλαλούσε.

3 thoughts on “Κρανίδι και άλλες ιστορίες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s