Πασχαλιά


Νομίζω πως άλλη φορά δεν έχω κάνει Πάσχα στην Αθήνα. Ψέμματα, έκανα μια φορά όταν γεννήθηκε ο Μ., είχαμε Πάσχα ένα μήνα μετά τη γέννησή του και δεν το ρίσκαρα να τον βάλω στο τρένο να ανέβουμε στη Θεσσαλονίκη και μετά στη Χαλκιδική. Το έκανα δυόμιση μήνες μετά που ήταν πλέον μεγάλος (χαχα).
Όλες τις πασχαλιές της ζωής μου από τότε που έφυγα από το σπίτι των γονιών μου τις πέρναγα μαζί τους, στη Θεσσαλονίκη και μετά στη Χαλκιδική όταν μετακόμισαν μόνιμα εκεί. Το Πάσχα είχε κάθε χρονιά τους φίλους μου που πάντα μαζεύονταν σε κάποια αυλή και σούβλιζαν αρνί και πήγαινα και τους έβρισκα μετά το πασχαλιάτικο τραπέζι με τους γονείς μου. Έτσι κι αλλιώς δεν είμαι φαν του αρνιού και όλων των υπόλοιπων πασχαλινών εδεσμάτων οπότε δεν με ένοιαζε αν θα υπήρχε αρνί όταν έφτανα στην αυλή που έψηναν. Την παρέα ήθελα, όχι το αρνί. Ακόμα κι όταν οι γονείς μετακόμισαν μόνιμα στη Χαλκιδική, πάντα έμενα δυο τρεις μέρες στη Θεσσαλονίκη πριν πάω να τους δω.

Το Πάσχα είχε και πασχαλιές, αγκαλιές ολόκληρες από τις πασχαλιές που είχε στην αυλή της η άλλη γιαγιά που ζούσε στις Συκιές και που κάθε Πάσχα όσο ζούσε πηγαίναμε και κόβαμε και γεμίζαμε τα βάζα στο σπίτι μας. Τι θεϊκή μοσχοβολιά αυτό το λουλούδι….

Το Πάσχα είχε πάντα τη μυρωδιά της Θεσσαλονίκης, της βόλτας στην Παραλία με την κολλητή, τη μυρωδιά από τσουρέκια περνώντας έξω από του Τερκενλή και τη γεύση της λιακάδας όταν σε χτυπάει στα μάτια πίνοντας ατέλειωτους καφέδες στο Majestic. Όταν ήμουν μικρή είχε τη μυρωδιά από τα τσουρέκια που έφτιαχνε η γιαγιά και από το ξύδι που βάζαμε για να βάψουμε τα αυγά τη Μ. Πέμπτη, την Κόκκινη Πέμπτη όπως τη λέγανε. Την περίμενα την Κόκκινη Πέμπτη για να βγω να δέσω ένα κόκκινο μαντήλι στο κάγκελο του μπαλκονιού, συμβόλιζε το αίμα του Χριστού αλλά στο μυαλό μου συμβόλιζε τα κόκκινα αυγά που βάφαμε εκείνη τη μέρα. Και μετά η μέρα είχε και τα τσουρέκια τα ζύμωνε η γιαγιά κι έβαζε τη ζύμη σε μια μεγάλη λεκάνη τυλιγμένη με κουβέρτες και την άφηνε να φουσκώσει και να γίνει «μανάρι». Κι όσο να φουσκώσει η ζύμη βάφαμε τ’ αυγά. τα στολίζαμε μα διάφορα φύλλα που τα βάζαμε πάνω στο αυγό και τα δέναμε με κομμάτια από παλιές νάιλον κάλτσες. τα ωραιότερα σχέδια τα έδιναν τα φύλλα του μαϊντανού και της τριανταφυλλιάς. Το δικό μου το μυαλό όμως ήταν στη ζύμη. Πόσο βαριόμουν να περιμένω…. Όλα κρυφοκοίταγα σηκώνοντας την κουβέρτα και με μάλωνε η γιαγιά «Μη! Θα ξεφουσκώσει η ζύμη και δεν θα έχει φέτος τσουρέκια, κανόνισε κακομοίρα μου…» Και κάποτε φούσκωνε αυτή η ζύμη κι ερχόταν η ωραία ώρα που θα έπλαθε η γιαγιά τις πλεξούδες και θα μου έδινε και μένα να πλάσω μικρά τσουρεκάκια. Κι έφτιαχνα σπείρες και «βαρκούλες» και γεμίζαμε τις μεγάλες λαμαρίνες που νωρίτερα είχα πάει βιαστική να φέρω από το φούρνο της γειτονιάς με ύφος μικρομέγαλο και πολύ σπουδαίο «μη μου μιλάτε έχω πολλές δουλειές και δεν προλαβαίνω…». Κι αυτές τις λαμαρίνες τις πηγαίναμε γεμάτες με τσουρέκια και στεφάνια και τσουρεκάκια στο φούρνο, τουλάχιστον πέντε λαμαρίνες κάθε Πάσχα, και μοσχοβολούσε όλη η γειτονιά γιατί όλες οι νοικοκυρές έκαναν το ίδιο. Γύριζαν ψημένα στο σπίτι και ζούσα ένα δράμα διότι έπρεπε να περιμένω το βράδυ του Μ. Σαββάτου για να τα δοκιμάσω. Μας λυπόταν όμως η γιαγιά και μας έδινε να φάμε κρυφά (έτσι νομίζαμε εμείς τα μικρά) ένα τσουρεκάκι που το έτρωγα γεμάτη τύψεις που ο καλός χριστούλης μαρτυρούσε στο σταυρό κι εγώ δεν μπορούσα να κρατηθώ και να μη δοκιμάσω το τσουρέκι που μου έσπαγε τη μύτη.
Το Πάσχα είχε και πασχαλιές, αγκαλιές ολόκληρες από τις πασχαλιές που είχε στην αυλή της η άλλη γιαγιά που ζούσε στις Συκιές και που κάθε Πάσχα όσο ζούσε πηγαίναμε και κόβαμε και γεμίζαμε τα βάζα στο σπίτι μας. Τι θεϊκή μοσχοβολιά αυτό το λουλούδι…. Φέτος αγόρασα από τη λαϊκή ένα μπουκέτο αλλά ήταν άοσμα τα λουλούδια. Πως τα κατάφεραν κι έφτιαξαν άοσμες πασχαλιές;
Φέτος ο κορωνοτέτοιος μου το χάλασε. Ούτε Θεσσαλονίκη αλλά ούτε και Χαλκιδική. Βόλτες με την κολλητή στην Παραλία γιοκ, όχι καφέδες και κουβέντες, όχι βόλτες στην πασχαλιάτικη αγορά. Γιαυτό κάθισα κι έφτιαξα τσουρέκια, έδεσα κι ένα κόκκινο μαντήλι στο κάγκελο του μπαλκονιού κι έβαψα και αυγά. Μύρισε το σπίτι μαστίχα και μαχλέπι και μέχρι που νομίζω ότι μύρισαν κάπως και οι πασχαλιές.

Fuente Ovejuna


Τη χρονιά 1976-77 ανέβηκε στην Κεντρική Σκηνή του ΚΘΒΕ η παράσταση «Φουέντε Οβεχούνα». Εκείνη τη χρονιά εγώ ήμουν στη Β’ Λυκείου, μόλις είχε γίνει η αλλαγή από εξατάξιο γυμνάσιο σε τριτάξιο Γυμνάσιο και τριτάξιο Λύκειο. Κάθε χρόνο παρακολουθούσα μία ή δύο παραστάσεις του ΚΘΒΕ. Δεν θυμάμαι ποια παράσταση παρακολούθησα εκείνη τη χρονιά, αν ψάξω τα προγράμματα που ακόμα κάπου έχω κρατημένα θα το βρω. Το σίγουρο είναι πως δεν παρακολούθησα το έργο του Λόπε δε Βέγα που ανέβηκε εκείνη τη χρονιά σε σκηνοθεσία του Γιώργου Μιχαηλίδη. Δεν θυμάμαι με τι κριτήρια είχα επιλέξει τότε ποιες παραστάσεις θα δω και γιατί δεν διάλεξα αυτή τη συγκεκριμένη. Το θέμα είναι πως το μετάνιωσα κάποια στιγμή αργότερα όταν ανακάλυψα τη μουσική της παράστασης και όταν κατάλαβα πως όλο αυτό γινόταν ζωντανά επί σκηνής. Η Μαρία Δημητριάδη τραγουδούσε εκεί, επί σκηνής, τα τραγούδια της παράστασης. Κόντεψα να σκάσω διότι αγάπησα τα τραγούδια και με μίσησα που ενώ τα είχα για μια ολόκληρη θεατρική περίοδο στα πόδια μου, τα έχασα σαν βλάκας.

Εκείνα τα χρόνια της επαναστατημένης νιότης το αγαπημένο μου τραγούδι ήταν «η μπαλάντα του ξεσηκωμού»

Αργότερα που ηρέμησε κάπως η επαναστατημένη μου διάθεση, και μέχρι τώρα, αγαπάω πολύ τη «μπαλάντα της νύχτας».

Καληνύχτα κύριε Θάνο. Ας είναι ελαφρύ το χώμα σου…..

Αυτοπροσδιορισμοί (που είναι της μόδας)


Γεννήθηκα στη Σαλονίκη (όπως λέει και ο Σαββόπουλος). Ζω στην Αθήνα τα τελευταία 33 χρόνια κι έζησα και στην Πάτρα άλλα οκτώ χρόνια. Όταν με ρωτούν από που είμαι απαντώ πως είμαι μια σαλονικιά σε εσωτερική μετανάστευση. Οι παππούδες κι οι γιαγιάδες μου γεννήθηκαν στην Ανατολική Θράκη και στη Μικρασία. Οι δύο από τους τέσσερις ήρθαν στην Ελλάδα πρόσφυγες το ’22, η μια γιαγιά έφτασε στη Θεσσαλονίκη, πρόσφυγας κι αυτή το ’12 κι ο άλλος παππούς ήρθε κι αυτός το ’12 να πολεμήσει εθελοντής στους Βαλκανικούς πολέμους, ξαναγύρισε στον τόπο του και μετά ήρθε πάλι πρόσφυγας το ’22. Οι δύο τελευταίοι έμειναν στη Θεσσαλονίκη και οι δύο πρώτοι πήγαν σ’ ένα χωριό του νομού Πέλλας, κοντά στα φρεσκοφτιαγμένα σύνορα με…… αλήθεια, δεν ξέρω πως τον έλεγαν εκείνο τον τόπο τότε και μέχρι να φτιάξει ο Τίτο την ενωμένη Γιουγκοσλαβία. Αν ρωτούσες τη γιαγιά, σου απαντούσε πως είναι Θρακιώτισσα, τους παππούδες δεν τους γνώρισα και την άλλη γιαγιά της Σαλονίκης την έχασα όταν ήμουν μικρή για να έχω τέτοιες απορίες.

Η γιαγιά πάντα ξεχώριζε τους πρόσφυγες από τους ντόπιους και ντόπιους αποκαλούσε αυτούς που μιλούσαν τη ντόπια διάλεκτο, εννοώντας τα σλαβομακεδόνικα τα οποία τα καταλάβαινε και αυτή και η μαμά μου. Όλοι μαζί στον ίδιο τόπο ζούσαν φυσικό να καταλαβαίνουν ο ένας τη γλώσσα του άλλου. Άλλωστε δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από τον καιρό που σ’ αυτό τον τόπο ζούσαν όλοι μαζί, ανακατωμένοι, ως υπήκοοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η γιαγιά καταλάβαινε και τα τούρκικα, άσχετα αν δεν ήθελε ούτε να τα μιλήσει ποτέ ούτε να τα μεταφράσει.

Τα τοπωνύμια και τα ονόματα των χωριών τα έμαθα στα ελληνικά, ήμουν μεγάλη πλέον όταν συνειδητοποίησα πως όλα αυτά τα χωριά άλλαξαν τα ονόματά τους για να μη θυμίζουν σε τίποτε το ανακάτωμα των λαών που ζούσαν εκεί αλλά και των γλωσσών που μιλιόνταν μέχρι την χάραξη συνόρων και την προσπάθεια ομογενοποίησης των ανθρώπων υπό μια γλώσσα, μια θρησκεία κι ένα έθνος. Μόνο τα κεράσια Βοδενών δεν άλλαξαν όνομα αλλά πολύ αργά συνειδητοποίησα πως Βοδενά λεγόταν η Έδεσσα κι εγώ έτρωγα κεράσια από την Έδεσσα κι όχι από κάποιο εξωτικό μέρος. Μεγάλη, επίσης, έμαθα πως απαγορευόταν στους ντόπιους να μιλάνε το ντόπιο ιδίωμα ή να κάνουν αναφορά στο παλιό όνομα του χωριού τους. Παρ’ όλα αυτά σε κανέναν δεν έκανε εντύπωση πως όλα τα χρόνια της σχολικής μας ζωής τα βιβλία της Γεωγραφίας, (χουντικά ή μεταπολιτευτικά) στο κεφάλαιο για τη Γιουγκοσλαβία ανέφεραν τη Δημοκρατία της Μακεδονίας σαν ένα από τα ομόσπονδα κράτη που την αποτελούσαν. Στην Ιστορία μαθαίναμε για τις τρεις Μακεδονίες (την Ελληνική, τη Γιουγκοσλάβικη και τη Βουλγάρικη) και μας φαινόταν απολύτως φυσιολογικός αυτός ο χωρισμός. Με μπέρδευαν λίγο οι ιστορίες και οι ταινίες για τους κομιτατζήδες αλλά το προσπερνούσα.

Αν με ρωτήσεις τι είμαι απαντώ πως είμαι Σαλονικιά, Ελληνίδα, με καταγωγή από πρύσφυγες, όνομα βυζαντινό και επίθετο ρουμανοβλάχικο αρκετά κοινό σε σλαβόφωνες χώρες. Ένα mix είμαι όπως όλοι όσοι ζούσαν σ’ εκείνα τα μέρη μέχρι τις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Μόνο που εγώ δεν αναγκάστηκα να είμαι κάτι, ευτυχώς.

 

Κάγκελα παντού


Χτες ξανακάλεσαν την κλάση μας, πάει κι ο Τζιμάκος από ανακοπή. Ένα καρδιακό ανάμεσα σε πολλούς καρκίνους που θερίζουν τη γενιά μας, άντε και τους λίγο μεγαλύτερους. Γέμισαν τα social media επικήδειους και και «καλό ταξίδι….» και πολλούς «καλούς παράδεισους»!!. Ειδικά αυτό το τελευταίο με έκανε και γέλασα πολύ, θα τους πέρναγε γεννεές δεκατέσσερις ο Τζιμάκος αν μπορούσε να το κάνει. Γλέντι τρελό θα γινόταν κι αυτοί που του εύχονται σήμερα «καλό παράδεισο» θα τον έτρεχαν για μηνύσεις. Διότι μάλλον δεν έχεις ιδέα ποιος ήταν, τι έκανε και τι έλεγε ο Τζιμης όσο ζούσε.

Μη ζώντας στην Αθήνα, έμαθα για τις Μουσικές Ταξιαρχίες όταν κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο. Οι «ψαγμένοι» φίλοι μου φοιτητές στην Πάτρα τον κουβάλησαν, τον βάλαμε στο πικάπ και….. Και δεν ξέρω….. Ήταν ροκάδες; Ήταν πάνκηδες; Ήταν «ταγάρια»; Τι σκατά ήταν αυτό που ακούγαμε; Διότι εκείνο τον καιρό (ίσως και τώρα, δεν ξέρω πλέον, μεγάλωσα και δεν με νοιάζουν αυτά εδώ και χρόνια) έπρεπε να ξέρουμε αν αυτό που ακούμε κολλάει σ’ αυτό που δηλώναμε πως είμαστε. Δεν μπορούσες να δηλώνεις ροκάς και να σ’ αρέσει η μαύρη μουσική ή τα λαϊκά ή τα κλαρίνα. Αν σ’ άρεσαν τα άκουγες μόνος σου, κάπως κρυφά κι όταν το ανακάλυπταν οι ροκάδες φίλοι σου έπρεπε να βρεις μια ιδεολογική πλατφόρμα για να στηρίξεις το γούστο σου. Εμείς πάντως τον κατατάξαμε στους ροκάδες και ησυχάσαμε. Αν και το χαρακτηριστικό του δεν ήταν η μουσική, τουλάχιστον για μένα που δεν ήμουν μουσικός ερχόταν σε δεύτερο πλάνο.Το ιδιαίτερο, αυτό το κάτι άλλο που έκανε τις Μουσικές Ταξιαρχίες διαφορετικές, ήταν ο στίχος τους. Ο στίχος που σε έκανε να γελάς, να θυμώνεις, να τα παίρνεις στο κρανίο ή να κουνάς το κεφάλι σου επιδοκιμαστικά φωνάζοντας «πέστα ρε Τζιμάκο!».Εμένα προσωπικά με εκνεύριζε πολύ ένα πράγμα, οι χοντροκομμένες πλάκες του. Μια φορά βρέθηκα σ’ ένα μαγαζί μου έκανε σόου, νομίζω ήταν το «Προσεχώς Βουλγάρες», τότε που έκανε τηλεφωνικές πλάκες μέσα από το μαγαζί, ήταν μέρος του σόου. Δεν ξέρω αν ήθελε να τσακίσει το μικροαστισμό των μικροαστών μ’ αυτό τον τρόπο, εμένα για κανιβαλισμός μου έμοιαζε. Θυμωμένη έφυγα από το μαγαζί εκείνο το βράδυ και θυμωμένα γελούσα με όσα άκουγα. Θυμωμένη με τον Τζιμάκο για όσα έκανε και θυμωμένη με μένα που γελούσα και ακόμα πιο θυμωμένη μαζί του επειδή παρ’ όλο που το θεωρούσα κανιβαλισμό είχε την ικανότητα να με κάνει να γελάω.

Άλλο ξεκίνησα να γράψω όμως κι άλλα γράφω, μου συμβαίνει συχνά τώρα τελευταία, μάλλον γερνάω… Πολλά τραγούδια του μου άρεσαν αλλά δυο τρία έχουν χαραχτεί στο μυαλό μου. Ούτε καν ολόκληρα τα τραγούδια αλλά κομμάτια από τους στίχους τους. Δεν υπήρχε περίπτωση να φτιάξω κασέτα ενενηντάρα για φίλο και να μη χώσω κάπου το «Γαμάτε γιατί χανόμαστε» ή την «Οικογενειακή συνομωσία». Το τραγούδι όμως που μια στροφή του ερχόταν πάντα στο μυαλό μου ήταν το «Κάγκελα παντού». Όχι για τη φράση που πέρασε στην καθημερινή μας γλώσσα, «τα μυαλά στα κάγκελα», αλλά για τη στροφή που λέει:

«Είμαστε η αδικημένη
γενιά του εξήντα
δίχως κατοχή και πείνα
χωρίς ρετσίνα»

Αυτό και οι στίχοι του Πορτοκάλογλου από το «Υπάρχει λόγος σοβαρός» από το δίσκο «Ρίσκο» του 1985

«Σε είχα δει και σένα σαν τ’ άλλα φοιτητάκια
αντάρτες της πορδής με τα λεφτά του μπαμπά
(…)
Χούντα δε θυμάμαι μα ούτε ελευθερία
της μεταπολίτευσης καημένη γενιά»

Αυτοί ήμασταν. Τα παιδιά που δεν πρόλαβαν. Δεν προλάβαμε να φτιάξουμε τους δικούς μας ήρωες, αληθινούς κι όχι πέτσινους. Οι γονείς μας μιλούσαν για το Μεγάλο Πόλεμο και τον Εμφύλιο και οι λίγο μεγαλύτεροι για τη Χούντα και το Πολυτεχνείο. Στο Μεγάλο Πόλεμο και στον Εμφύλιο δεν είχαμε γεννηθεί και και τη Χούντα και το Πολυτεχνείο τα ζήμεμε είτε μωρά και παιδάκια. Προσπαθούσαμε λοιπόν να φτιάξουμε τα δικά μας τοτέμ αλλά τι ήρωες να φτιάξεις ζώντας σε μια εντελώς αντιηρωική εποχή; Κι ήρθε ο Τζιμάκος και μετά από λίγα χρόνια ο Πορτοκάλογλου και μας έφτυσαν αυτή την αλήθεια κατάμουτρα. Και είτε τους μισήσαμε είτε το καταλάβαμε και το τραγουδούσαμε με μια μικρή θλίψη γιατί τι να το κάνεις να έχεις ησυχία αλλά να μη μπορείς να φτιάξεις τους δικους σου ήρωες; Και μπορεί να ονειρευόμασταν ήρωες αλλά κάπου βαθιά μέσα μας ξέραμε πως αυτό που θα γίνει είναι:

«Πρώτα να τελειώσω το πανεπιστήμιό μου
μετά να κάνω τη θητεία στο στρατό
να πιάσω δουλειά σε κανένα γραφείο
να παντρευτούμε να κάνουμε παιδιά»

ΥΓ. Το βίντεο είναι ένα από τα τελευταία που έκανε με το Σωκράτη Μάλαμα, το τραγούδι «Θεέ μου μεγαλοδύναμε» αλά Τζιμάκος

πίσω στα παλιά


Κοίτα να δεις τι έπαθα σήμερα….. Αντί να δουλεύω αποφάσισα απεργία και χάζευα διάφορα τραγούδια στο youtube. Τραγούδι στο τραγούδι βρέθηκα να βλέπω δύο εκπομπές της Μηχανής του Χρόνου για τα Εξάρχεια και κόλλησα. Δυστυχώς εγεράσαμε έχω πλέον πάρα πολλές αναμνήσεις. Συνειδητοποίησα για μια ακόμα φορά πόσα πράγματα έχω ζήσει, πόσους απ’ αυτούς τους ανθρώπους και τις καταστάσεις έχω ζήσει από κοντά. Μπαράκια και συνελεύσεις στην περιοχή, πορείες του Πολυτεχνείου, φασαρίες και ξύλο, ο Άσιμος και η Κατερίνα, συγκροτήματα και η κατάληψη της Βαλτετσίου. Τότε δεν ζούσα καν στην Αθήνα, όλοι όμως οι φίλοι μου ήταν αθηναίοι και ανεβαίναμε συχνά. Με φιλοξενούσαν σε διάφορες περιοχές της Αθήνας, όλοι όμως καταλήγαμε στα Εξάρχεια. Εκεί ήταν τα μαγαζιά που γουστάραμε, εκεί οι μουσικές που γουστάραμε, οι φάτσες και το κλίμα που γουστάραμε. Και μετά ήρθα κι εγώ στην Αθήνα, το 1985 γίνομαι κάτοικος Κυψέλης και βρίσκω την πρώτη μου δουλειά σ’ ένα μαγαζί στην Καλλιδρομίου. Κανένα μήνα βαριά κράτησε αυτή η δουλειά και εκεί με βρήκε να δουλεύω η πορεία για το Πολυτεχνείο του 1985. Θυμήθηκα εκείνες τις μέρες βλέποντας στο καπάκι μετά τις εκπομπές για τα Εξάρχεια ένα βίντεο, πάλι της Μηχανής του Χρόνου, για τη δολοφονία του Καλτεζά. Λογική η συνέχεια θα μου πεις….
Τελείωνα τη δουλειά στις 11 το βράδυ, μάθαμε πως η πορεία ήταν ήσυχη και τελείωσε ήσυχα. Και ξαφνικά έφτασαν τα νέα στην Καλλιδρομίου για τη δολοφονία του Καλτεζά. Όταν έκλεισε το μαγαζί κατέβηκα προς τα κάτω και έπεσα στο χαμό, όχι πως δεν ήξερα τι θα εύρισκα ή δεν ήθελα να πάω. Στην Κυψέλη μπορούσα να φτάσω κι αλλιώς αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να το κάνω. Θυμάμαι τις φωτιές, το ξύλο και την τεράστια οργή του κόσμου. Ομάδες ανθρώπων να τρέχουν δεξιά και αριστερά ανάμεσα σε δακρυγόνα. Με θυμάμαι σε κάποια φάση ανάμεσα σε μια ομάδα στη γωνία Πατησίων με Στουρνάρη ανάμεσα σε φωτιές και δακρυγόνα.Δεν θυμάμαι καν αν είχα κατέβει μόνη μου ή με παρέα, αν βρήκα γνωστούς. Δεν θυμάμαι τι ώρα έφυγα και γύρισα σπίτι. Δεν θυμάμαι τι έκανα την άλλη μέρα, αν κατέβηκα σε πορεία, αν πήγα στη σχολή, λογικά όμως θα είχα πάει για δουλειά. Δεν θυμάμαι αν πέρασα από το Χημείο, ούτε πόσες μέρες κράτησε ο χαμός, στην εκπομπή έλεγε πως κράτησε μέρες. Μόνο την οργή θυμάμαι κι αυτό που λέγαμε μεταξύ μας εκείνο το πρώτο βράδυ μαθαίνοντας άκρες μέσες το τί έγινε, πως αν δεν ήταν τόσο μαλάκες οι μπάτσοι εκείνη θα είχε μείνει σαν η πιο ήσυχη πορεία για το Πολυτεχνείο.

 

«Στα δίχτυα της Αράχνης»


hqdefaultΠριν πενήντα χρόνια ξεκίνησε η ελληνική τηλεόραση, 1966 τέτοιες μέρες. Στο σπίτι μου αποχτήσαμε το «μαγικό κουτί» μετά από επτά χρόνια, τέτοιες μέρες το 1973. Ένας δυο είχαν στη γειτονιά και μαζευόμασταν στα σπίτια τους να δούμε «Άγνωστο Πόλεμο» και «Παράξενο ταξιδιώτη». Είχε και στο φροντιστήριο αγγλικών της γειτονιάς τηλεόραση. Έξυπνη η κυρία Βάσω που το είχε -αραβωνιαστικιά υπολοχαγού- έβαλε μια τηλεόραση στην αίθουσα αναμονής και μάζεψε όλο το χαρτί. Και μόνο για να χαζέψουν τηλεόραση στο διάλειμμα και μετά το τέλος του μαθήματος, τα παιδιά έκαναν ουρά για να μάθουν αγγλικά στο δικό της φροντιστήριο.

Τούτες τις μέρες η ΕΡΤ κάνει αφιέρωμα στα 50 χρόνια ζωής της ελληνικής τηλεόρασης. Παλιές σειρές ασπρόμαυρες, εκπομπές λόγου και κωμωδίες κι εγώ να τις παρακολουθώ και να βουτάω στο χρόνο.

«Στα δίχτυα της Αράχνης» και «Στα δίχτυα του Τρόμου» σε παραγωγή του πανταχού παρόντα επί χούντας αλλά και αργότερα Τζέιμς Πάρις. Προπαγάνδα στο φουλ, τα «Δίχτυα της Αράχνης» υπήρχαν και σαν ραδιοφωνική εκπομπή, απόγευμα, κι εγώ να θέλω να την ακούσω κι η μαμά να λέει πως αν το κάνω θα με σκοτώσει. Κακοί κομμουνιστές από το «σιδηρούν παραπέτασμα» που ήθελαν να κάνουν μεγάλο κακό στην πατρίδα μας και καλοί αξιωματικοί που την έσωζαν και νικούσαν τους κακούς και άσχημους κομμουνιστές. Η μαμά να φρικάρει, εγώ να μην καταλαβαίνω ούτε γιατί φρικάρει ούτε τι θα πει «σιδηρούν παραπέτασμα» και τι σχέση έχει με τους «άθλιους κομμουνιστάς». Εγώ μόνο το Σιδηρούν Προσωπείον του Δουμά ήξερα αλλά μάλλον ήταν άσχετο με το παραπέτασμα. Πάντως κάτι κακό θα ήταν που δεν έπρεπε να το αναφέρουμε εμείς, γιατί η μαμά και η γιαγιά χαμήλωναν τη φωνή όταν έλεγαν για κάποιον πως «έχει έρθει από το Πα ρα πέ τα σμα…..».

Τα ίδια και στην τηλεόραση, κακοί με ονόματα όπως Μίρκο απαγάγουν παιδί εθνικόφρονα καθηγητή και τον απειλούν…..  Καλοί αξιωματικοί τους κυνηγούν και υποθέτω σωζουν το παιδί και την πατρίδα. Ένα επεισόδιο σήμερα, πριν και μετά ποιος ξέρει τι να είχε η ιστορία είναι όμως εύκολο και προβλέψιμο να το φανταστούμε.

Στο καπάκι άλλη κινηματογραική σειρά επεισοδίων, «Στα δίχτυα του Τρόμου» με εναλλακτικό σενάριο. Καλοί έλληνες, κακοί Γερμανοί, καλοί αντάρτες αλλά όχι με τίποτις μούσια και αγριάδες. Πέφτουν με αλεξίπτωτα μεζί με τους καλούς Άγγλους. Κακός γερμανός Χρήστος Πολίτης αλλά ευαίσθητος και ερωτευμένος με χαζή Δανδουλάκη. Φιλοναζί μπαμπάς της Δανδουλάκη, φιλοαντάρτισσα μαμά, έτσι γίνονται τα δράματα….. Παραγωγή Τζειμς Πάρις φυσικά και όλο το παρισέϊκο δούλευε σ’ αυτές τις παραγωγές. Ασπρόμαυρες γραμμικές σχέσεις καλού-κακού και προπαγάνδα στο φουλ.

tv4Και μετά έπεσε η χούντα. Και μετά γεμίσαμε αντάρτικα και ρεμπέτικα και παντού μιλούσαμε με τσιτάτα του Μαρξ και δεν χρειαζόταν να χαμηλώνουμε τη φωνή όταν αναφερόμασταν στο «παραπέτασμα». Περάσαμε χωρίς ενδιάμεσο στάδιο από τον Τζέιμς Πάρις στον Αϊζενστάιν και τον Ταρκόφσκι, ζηλέψαμε που δεν ζήσαμε κι εμείς το δικό μας Μάη ή το δικό μας Μπέρκλεϊ (της μεταπολίτευσης χαμένη γενιά όπως είπε κι ο Πορτοκάλογλου). Και μετά μεγαλώσαμε κι έπεσε το Τείχος και η ΕΣΣΔ και γίναμε μεταμοντέρνοι και μιλούσαμε για το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων και το τέλος της πάλης των τάξεων. Κι ανακαλύψαμε τα λεφτά, τη Μύκονο και τον Βασίλη Καρρά και αποκηρύξαμε τον παλιό κουλτουριάρη εαυτό μας που γλεντούσε με Πάνο Τζαβέλα και ονειρευόταν επαναστάσεις. Και ξεχάσαμε τα πάντα αλλάζοντας αυτοκίνητο κάθε δυο χρόνια διότι «παραπάνω δεν αξίζει, σου βγάζει ζημιές ρε αδελφέ…. Αντί να τα δίνεις στο συνεργείο το πουλάς, παίρνεις κι ένα δανειάκι και κυκλοφοράς με καινούριο σαν άρχοντας….»

Και μετά μας πλάκωσε η κρίση και ζαλιστήκαμε και φτάσαμε τα πενήντα και τα καβατζάραμε και ήρθε κι ένα αφιέρωμα για τα 50 χρόνια της ελληνικής τηλεόρασης και βλέπουμε την ασπρόμαυρη απλοϊκή προπαγάνδα των ’70’ς και μελαγχολούμε….

«που είσαι νιότη πού ‘λεγες πως θα γινόμασταν άλλοι…..»

Προδοσία


Στο μυαλό σχεδόν όλων μας η προδοσία είναι μια λέξη φορτισμένη πολύ έντονα αρνητικά. Συνήθως τη συνδέουμε με «μεγάλες» έννοιες, Πατρίδα, Θρησκεία, Τιμή. Εγώ όμως δεν θέλω να μιλήσω γιαυτές τις προδοσίες αλλά για τις άλλες, τις μικρές και καθημερινές, αυτές που περνάνε απαρατήρητες σαν λεπρομέρειες.

Ο πατέρας μου είχε στη γάμπα  του ένα σημάδι, στρογγυλό σε μέθεθος μεταλλικού κατοστάρικου (υποθέτω τα θυμόμαστε ακόμα τα κατοστάρικα…), με χρώμα καφετί που σκούραινε όσο πήγαινε προς το κέντρο. Κάποια στιγμή, μικρό κοριτσάκι πριν πάω στο σχολείο, είχα ρωτήσει τον πατέρα μου τι σημάδι είναι αυτό και πως το έπαθε. Τότε ο μπαμπάς αμέσως και πολύ ανάλαφρα μου απάντησε πως του το είχαν κάνει στον πόλεμο οι γερμανο, τον είχαν πυροβολήσει. Δεν ρώτησα τίποτε άλλο, ο πόλεμος και οι γερμανοί ήταν κάτι μυθικό στο παιδικό μυαλό μου, γεμάτο πείνα και ηρωισμούς. Κι επειδή ο πόλεμος είχε ηρωισμούς, στο παιδικό μου μυαλουδάκι ο μπαμπάς άρχισε να ψηλώνει και να γίνεται ήρωας. «Για να έχει τέτοιο σημάδι» σκεφτόμουν «δεν μπορεί παρά να έκανε κάτι ηρωικό! Τον χτύπησαν οι κακοί γερμανοί αλλά ο μπαμπάς ηρωικά τους ξέφυγε…». Ένα σωρό διαφορετικές εκδοχές ηρωισμών περνούσαν από το μυαλό μου, ανάλογα με την ταινία που είχα δει την Κυριακή.

Κάποια στιγμή μεγάλωσα, πήγα σχολείο και έμαθα αριθμητική. Η αριθμητική όμως άρχισε να αμφισβητεί τις ηρωικές ιστορίες που είχα πλάσει για το μπαμπά. Βλέπεις είχε γεννηθεί το 1931 και ήταν 10-12 χρονών στην Κατοχή, τι ηρωισμούς να είχε προλάβει να κάνει; Η πίστη μου στον ηρωισμό του μπαμπά άρχισε να κλονίζεται, δεν ήθελα με τίποτε να πιστέψω ότι μου είχε πει ψέμματα αλλά και πάλι βρήκα τη λύση. «Λίγα ήταν τα παιδιά που έδρασαν με ηρωισμό στην κατοχή; Να δεις που ένα τέτοιο παιδί θα ήταν και ο μπαμπάς κι εγώ ανησύχησα….». Δεν τόλμησα ποτέ να τον ρωτήσω τι είχε κάνει στην κατοχή και τον πυροβόλησαν οι γερμανοί, ίσως φοβόμουν την αλήθεια που θα θρυμμάτιζε τις ιστορίες μου.

Η αληθινή ιστορία εμφανίστηκε χρόνια μετά και δεν θυμάμαι καθόλου με ποιο τρόπο. Το σημάδι φυσικά δεν προερχόταν από καμμιά σφαίρα γερμανών, είχε γίνει με κάποιο τρόπο πιο πεζό, μάλλον κάψιμο στη σόμπα. «Μα γιατί ρε μπαμπά μου είχες πει ότι ήταν από σφαίρα γερμανών στην κατοχή;». Γέλαγε ώρα ο πατέρας μου…. «Καλά βρε, το είχες πιστέψει;» με ρώτησε «έτσι το είχα πει, για πλάκα….».

Τόσα χρόνια οι αριθμοί μου έδιναν την αλήθεια κι εγώ απλώς γυρνούσα το κεφάλι, αποκλείεται να ήξεραν αυτοί κι όχι ο πατέρας μου, αποκλείεται να μου είχε πει ψέμματα. Αποκλείεται ο μπαμπάς μου να με είχε προδώσει.

«Ναι, μπαμπά, το είχα πιστέψει» του απάντησα και γέλασε πιο πολύ….

Τι είναι προδοσία αλήθεια;

Το «Βάλσαμο»


Διάβαζα ένα άρθρο στο διαδικτυακό περιοδικό της Θεσσαλονίκης parallaxi για ένα μαγαζάκι με μπαχαρικά και βότανα στο Καπάνι, το «Βάλσαμο».

Παλιά, όταν ήμουν πολύ μικρό παιδάκι, στον ίδιο δρόμο, στην προέκταση της οδού Χαλκέων, είχε πάγκο με φρούτα ένας θείος μου, ξάδελφος του πατέρα μου, και πηγαίναμε πολλές φορές με το μπαμπά να ψωνίσουμε. Γύρω και απέναντι από τον πάγκο του θείου Νίκου πολλά μαγαζιά με καραμέλες και γλυκά κουταλιού, βότανα, σκούπες και μαγαζιά με τυριά, αλλαντικά και ελιές. Ένας κόσμος γεμάτος ανακατεμένες μυρωδιές. Μικρά μαγαζάκια τα περισσότερα με την πραμάτεια τους απλωμένη τη μισή έξω από το μαγαζί. Εκεί, απέναντι από τον πάγκο του θείου ήταν αυτό το ίδιο μαγαζί που τώρα λέγεται «Βάλσαμο». Ακριβώς δίπλα του ήταν ένα μαγαζί που πουλούσε τυριά, σαλάμια κλπ, κι από κει ψωνίζαμε φέτα και κασέρια. Ο μπαμπάς τον ιδιοκτήτη τον φώναζε «θείο», «Θείο, μια πλάκα τυρί και ένα κιλό κασέρι», θυμάμαι τον πατέρα μου να παραγγέλνει κι ο θείος φώναζε με τη σειρά του τον πατέρα μου «ανηψιό», χωρίς όμως να υπάρχει αληθινή συγγένεια μεταξύ τους.Ποιος ξέρει πως να είχε μείνει αυτό…..

Θυμάμαι τον πατέρα των παιδιών που έχουν τώρα το «Βάλσαμο», ένας κύριος με ξανθωπά σπαστά μαλλιά. Στο μαγαζί τότε είχε βότανα και σκούπες, αυτές τις παλιές τις χορταρένιες. Έπιανε την κουβέντα ο μπαμπάς με τον ξάδελφό του το μανάβη και όλους τους μαγαζάτορες της περιοχής κι εγώ βαριόμουν αφόρητα. Καθόμουν σ’ ένα σκαλάκι στριμωγμένο ανάμεσα στον πάγκο του θείου κι ένα μαγαζάκι-τρύπα που δεν θυμάμαι πλέον τι πουλούσε. Θυμάμαι πως το είχε μια κοπέλα κι ερχόταν κι ένας νεαρός ψηλός, μελαχρινός. Εκεί περίμενα να τελειώσει ο μπαμπάς την κουβέντα και να φύγουμε. Πόσα να πει ένα παιδάκι μ’ ένα φωνακλά θείο και τους γύρω μαγαζάτορες…. Μερικές φορές μου έδιναν καραμέλες από το απέναντι μαγαζί που υπάρχει ακόμα και πουλάει ακόμα καραμέλες. Μερικές φορές όμως ήταν εκεί και τ’ αγόρια του κυρίου από το μαγαζί με τις σκούπες και τότε  παίζαμε καμμιά φορά κι αυτές ήταν οι φορές που δεν βαριόμουν τόσο. 

Όποτε είμαι στη Θεσσαλονίκη περνάω από το «Βάλσαμο», αγοράζω θυμίαμα γνήσιο για τη μαμά, βοτάνια για μένα και αιθέρια έλαια. Ποτέ δεν είπα στα παιδιά που το έχουν πλέον, τα παιδιά του κυρίου με το ξανθωπό σπαστό μαλλί, πως παίζαμε μερικές φορές όταν ήμασταν μικρά παιδάκια κι αυτές ήταν οι μόνες φορές που δεν βαριόμουν τόσο πολύ τη βόλτα για ψώνια στο Καπάνι.

επετειακόν


Όταν ήμουν μικρή και για να με πείσουν να φάω που ήμουν μίζερη και δεν έτρωγα σχεδόν τίποτε, μου μιλούσαν για την Κατοχή και την πείνα κι εγώ φυσικά αντιδρούσα όλο νεύρα. Η φράση του μπαμπά «μωρέ ένα ’41 σας χρειάζεται για να μάθετε τι θα πει πείνα….», με έκανε έξαλλη. Οι ιστορίες του μπαμπά για το πως -δέκα χρονών παιδάκι- περπατούσε χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη για να φτάσει σ’ ένα χωριό να πάρει ένα τσουβαλάκι στάρι, να το φορτωθεί και να ξαναγυρίσει περπατώντας πίσω, μου έμοιαζαν εξωπραγματικές. Στο σχολείο ακόμα και η πείνα είχε κάτι ηρωικό, έτσι όπως μας τα μάθαιναν στην ιστορία (μέσα στη χούντα). Οι ιστορίες του μπαμπά δεν είχαν ηρωισμό, μόνο πείνα. Το περπάτημα ενός δεκάχρονου μου έμοιαζε απλώς εξωπραγματικό αλλά όχι ηρωικό, δεν είχε κατατροπώσει μόνος του μια ντουζίνα γερμανούς να έχω να περηφανεύομαι.
(κάτι τέτοιες μαλακίες μας έλεγαν στο σχολείο).
Ούτε εγώ, ούτε ο μπαμπάς μου πολύ περισσότερο, πιστεύαμε τότε πως θα ξαναζήσουμε πείνα. Η πέινα του ’41 ήταν ένα σκιάχτρο που μου κουνούσαν για να κόψω τις κόνξες στο φαγητό, δεν θα ήθελε με τίποτε ο καημένος να ζήσουν τα παιδιά του κάποια στιγμή την πείνα που έζησε εκείνος και η γενιά του.
Ήρθε όμως η πείνα, όχι ακόμη για μένα αλλά για πολύ κόσμο. Κι αν συνεχίσουμε έτσι θα έρθει για τους περισσότερους από μας.

Τσέρνομπιλ


Διάβαζα ένα άρθρο για το Τσέρνομπιλ. Η καταστροφή του Τσέρνομπιλ σε εικόνες. Διαβάζοντάς το θυμήθηκα τις μέρες εκείνες που έγινε το ατύχημα, πριν μάθουμε οτιδήποτε εδώ στην Ελλάδα. Εμείς το μάθαμε λίγες μέτρες μετά το Πάσχα, η έκρηξη έγινε σαν χτες, 26 Απρίλίου 1986, 28 χρόνια πριν (τι γρήγορα που περνάει ο καιρός….). Στην Ελλάδα το Πάσχα έπεσε αργά εκείνη τη χρονιά, 4 Μαίου κι ενώ το ραδιενεργό νέφος έκοβε βόλτες πάνω από τα κεφάλια μας εμείς δεν είχαμε ακούσει ακόμα τίποτε. Τη δεύτερη μέρα του Πάσχα λοιπόν, 5 Μαΐου, αποφασίσαμε μια μεγάλη παρέα να σουβλίσουμε αρνιά στο κέντρο της πόλης, γωνία των οδών Παλαιών Πατρών Γερμανού με Παύλου Μελά. Εκεί υπήρχε ένα καφενείο και στο ίδιο κτίριο ήταν και τα γραφεία του «Ρήγα». Οι Ρηγάδες φίλοι ήξεραν τον καφετζή και είχαν κανονίσει να μας αφήσει έξω τραπέζια και καρέκλες κι εμείς να αναλάβουμε τα υπόλοιπα, όπως και έγινε. Στήσαμε δυο σούβλες, φέραμε και τα λοιπά μεζεδάκια και σαλάτες από τα σπίτια μας και στήσαμε το γλέντι. Μεγάλη παρέα ήμασταν αν και δεν θυμάμαι ακριβή αριθμό. Θυμάμαι όμως πως κεράσαμε όσους μοναχικούς περαστικούς εκείνη τη μέρα μας βρήκαν στο δρόμο τους κι ένας απ’ αυτούς ήταν ο Γιώργος Μούτσιος που εκείνη την εποχή έπαιζε σε παράσταση σττην πόλη. Το μόνο ανησυχητικό ήταν ο καιρός, μουρτζούφλης από το πρωί και φαινόταν πως δεν θα γλυτώναμε τη βροχή. Φροντίσαμε όμως και γιαυτό, κάποιοι είχαν φέρει μεγάλα νάιλον να τ’ απλώσουμε πάνω από τα τραπέζια σε περίπτωση βροχής. Δεν θυμάμαι τι ώρα άρχισε η βροχή, αν είχαμε προλάβει να τελειώσουμε το γλέντι ή όχι, πάντως τα νάιλον τα ανοίξαμε. Δεν θυμάμαι πότε άρχισε να βρέχει όμως σίγουρα δεν είχε σταματήσει όταν αποφασίσαμε να λήξουμε το δευτεροπασχαλιάτικο γλέντι. Κι αυτό γιατί μετά από το τραπέζι και το φαγητό θυμάμαι να έχουμε βρεθεί διάφοροι να περπατάμε στους δρόμους της πόλης και στην παραλία με τη βροχή, χωρίς ομπρέλες και να την έχουμε δει κάτι σε Singing in the rain…. Γύρισα σπίτι μου μούσκεμα αλλά πάρα πολύ ευχαριστημένη. Μια δυο μέρες μετά μάθαμε για την καταστροφή στο Τσέρνομπιλ, άρχισα να παίρνω τηλέφωνα στον Νίκο που εκείνο τον καιρό ήταν στη Βουδαπέστη και ψιλοσυνειδητοποίησα πως ήταν πάρα πολύ κοντά οπότε και ανησύχησα ξαναφέρνοντας στο μυαλό όσα είχα μάθει για τη ραδιενέργεια στο σχολείο αλλα και για να μάθω κάτι περισσότερο, όμως κι εκεί μόλις το είχαν μάθει. Αργότερα πολύ κατάλαβα πως εκείνη τη δεύτερη μέρα του Πάσχα είχα μουσκέψει μέχρι το κόκκαλο από τη από μια βροχή που μάλλον ήταν τίγκα στη ραδιενέργεια. Λέτε από κει να το έπαθα; lol, lol, lol….

Μετά το Πάσχα κατέβηκα στην Αθήνα (ήταν η πρώτη μου χρονιά στην Αθήνα), πλέον είχε γίνει γνωστό το γεγονός και είχε πέσει η υστερία με τα χόρτα και τις φράουλες. Πηγαίναμε στη λαϊκή με την κολλητή μου τη Μαρία και λυπόμασταν τους φραουλάδες. Μέχρι το θεό γεμάτοι οι πάγκοι με φράουλες, οι τιμές είχαν πιάσει πάτο αλλά κανείς δεν αγόραζε. Τι κάναμε εμείς; Αγοράζαμε από ένα κουτάκι από διαφορετικούς πάγκους γιατί και δεν αντέχαμε να τους βλέπουμε και ήταν πειρασμός η τιμή τους για μας τις εν γένει άφραγκες. Είχαμε ακούσει πως με καλό πλύσιμο δεν κινδυνεύεις και σαρώσαμε τις φράουλες σε εξευτελιστική τιμή το κιλό. Τις βάζαμε κάτω από το νερό για ώρα και μετά τις τρώγαμε. Το τι φράουλα έφαγα εκείνη την άνοιξη δεν λέγεται…….

Έγιναν και πορείες για το Τσέρνομπιλ, έπεσε και ξύλο και δακρυγόνα (τότε δεν έπεφταν χημικά αλλά απλά και αθώα δακρυγόνα, με μια βαζελίνη και λίγο λεμόνι τα έφερνες βόλτα, όχι όπως τώρα). Χαμός ένα απόγευμα στα Προπύλαια. Ήταν καθημερινή, τα μαγαζιά ανοιχτά και οι μπαλούρδοι κυνηγούσαν τον κόσμο κάνοντας σλάλομ ανάμεσα σε μαμάδες με παιδάκια στο χέρι και σακούλες στο άλλο, μια ομορφιά.

Κι αφού οι πορείες, οι συζητήσεις με ανευθυνοϋπεύθυνους στην τηλεόραση, η φραουλοτρομοκρατία κλπ κράτησαν μερικές βδομάδες, όλα ξεχάστηκαν όπως γίνεται πάντα και ήρθε κάτι άλλο στο οποίο εστιάσαμε την προσοχή μας και το Τσέρνπμπιλ ξεχάστηκε. Ποτέ δεν έγινε στην Ελλάδα μια εμπεριστατωμένη μελέτη για το τι άφησε πίσω του, αν και σε τι ποσοστό υπήρξε αύξηση των καρκίνων μετά το 1986 κι αν η Βόρεια Ελλάδα είχε μεγαλύτερο ποσοστό καρκινογενέσεων. Όλα αφέθηκαν στη μοίρα τους και ξεχάστηκαν…..

οι παλιοί μας φίλοι


Κοιτάζω καμμιά φορά αυτό το μπλογκ και δεν το γνωρίζω. Βλέπω τις πρώτες αναρτήσεις και σκέφτομαι πόσο διαφορετικός ήταν ο κόσμος και η ζωή μερικά χρόνια πριν. Ανέβαζα ποιήματα, φωτογραφίες, παλιές ιστορίες και αναμνήσεις.  Κι όσο περνάει ο καιρός το μάτι μου αγριεύει, δεν γράφω παλιές ιστορίες αλλά καινούριες, που τις γεμίζω θυμό και μπινελίκια ή θλίψη και παράπονο. Γράφω και επικήδειους, για παλιούς φίλους που φεύγουν ένας ένας. Αυτό δεν είναι πλέον μπλογκ, η Καταιγίδα της Μιζέριας έχει καταντήσει.

Σήμερα έμαθα πως ένας ακόμα παλιός φιλος την «έκανε» από το μάταιο τούτο κόσμο. Έφυγε ο Γιώργος Σπαθαράκης, ο Γιώργος που ήταν ένας από τους πρώτους πρώτους ανθρώπους που γνώρισα όταν κατέβηκα στην Πάτρα. Από τους πρώτους φίλους που έκανα. Ήταν ένα απόγευμα όταν μια κοπέλα που γνώρισα στο αμφιθέατρο -τις πρώτες μέρες που πήγαινα να δω πως είναι να είσαι φοιτήτρια και που με απογοήτευσαν οικτρά- μου είπε να πάμε να μου γνωρίσει το φίλο της το Σπαθαράκη. «Γιατί όχι…» σκέφτηκα, και πήγαμε να τον συναντήσουμε.  Έτσι κι αλλιώς μόλις είχα πρωτοκατέβει, ήξερα ελάχιστους ανθρώπους και ψόφαγα για γνωριμίες.  Δεν θυμάμαι που τον συναντήσαμε αλλά θυμάμαι την εντύπωση που μου έκανε. Κατ’ αρχήν ήταν αυτό που είχα τότε στο μυαλό μου για το πως είναι ένας φοιτητής. Ψηλός, με αρκετά μακρυά μαλλιά, κοκκινομάλλης με μούσι κι ένα τσιγάρο μόνιμα στο χέρι. Κάπνιζε άφιλτρα με αποτέλεσμα τα κίτρινα δάχτυλα και μιλούσαμε για πράγματα που εγώ τα άκουγα με προσοχή γιατί παρ’ όλο που ήμουν πολιτικοποιημένη και είχα περάσει από το «Ρήγα» σαν μαθήτρια, ήμουν πολύ μικρούλα ακόμα (ούτε τα 18 δεν είχα κλείσει ακόμα) και τα είχα όλα στο κεφάλι μου αχταρμά. Στο Πολυτεχνείο ήταν ο Γιώργος και στο Ρήγα Φεραίο και απαντούσε στις ερωτήσεις μου με απλό τρόπο κι όχι μ’ ένα κατεβατό δύσκολες λέξεις και τσιτάτα. Από κείνο το πρώτο βράδυ και μετά γίναμε κολλητοί για όλον εκείνο τον πρώτο χρόνο. Έμενε σε μια πολυκατοικία στην Πλατεία Ομονοίας, πάνω από το ομώνυμο σινεμά. Τέρμα θεού, στο δώμα της πολυκατοικιάς. Μια σταλιά σπιτάκι, γεμάτο μέχρι το ταβάνι με βιβλία, με τασάκια και τσιγάρα. Και με μια τεράστια βεράντα με θέα ατελείωτη. Βγάλαμε πολλά βράδια στο μπαλκόνι κουβεντιάζοντας με σουβλάκι από το σουβλατζίδικο στο ισόγειο, παρ΄όλο που εγώ τότε δεν έπινα σταγόνα και δεν κάπνιζα. Πολλά βράδια είχα ξεμείνει να με κοιμήσει σπίτι του, εγώ στο κρεβάτι κι εκείνος στο πάτωμα. Θα μου μείνει αξέχαστο το γέλιο του, το βλέμμα του το παιχνιδιάρικο με ένα ανθυποχαμόγελο τέτοιο που πολλές φορές που δεν ήξερες αν σου μιλούσε σοβαρά ή σε κορόιδευε ελαφρώς καθώς και ο τρόπος που κρατούσε το τσιγάρο του, με λυγισμένο χέρι μπροστά στο στήθος του. Είναι περίεργο το ποιες λεπτομέρειες μας έρχονται στο μυαλό για τους φίλους μας όταν προσπαθούμε να ανασυνθέσουμε την εικόνα τους. Από το Γιώργο μου έμειναν τα χέρια του και ο τρόπος που κρατούσε το τσιγάρο.

Δεν κόψαμε την παρέα παρ’ όλο που εγώ τελικά κατέβηκα στο συνδικαλιστικό στίβο του πανεπιστήμιου με τις Συσπειρώσεις, φτιαγμένες από τη διάσπαση του Ρήγα. Το καλοκαίρι με πέτυχε ένα απόγευμα με τα βιβλία στο χέρι ενώ προσπαθούσα να φτάσω στο σπίτι της κολλητής μου να διαβάσουμε για την εξεταστική. Δεν μ’ αφήναν όμως οι διαβόλοι ούτε ν’ αγιάσω ούτε να φτάσω. Είχα ξεκινήσει από την προηγούμενη με τα βιβλία στο χέρι για διάβασμα στης κολλητής αλλά στο δρόμο με είχαν πετύχει δύο άλλοι φίλοι και μου πρότειναν να πάμε για βόλτα στην Αθήνα με ότοστοπ. Δεν ήθελα και πολλά για να πειστώ, κι όπως ήμουν με τα βιβλία έφυγα μαζί τους για την Αθήνα. Κοιμηθήκαμε το βράδυ στο σπίτι του ενός, το πρωί κάναμε μια βόλτα μεσ’ τη ντάλα και το μεσημέρι ξανά οτοστόπ για Πάτρα. Απογευματάκι φτάσαμε κι όπως ήμουν με τα βιβλία είπα να πάω για το διάβασμα που είχα ξεκινήσει από το προηγούμενο απόγευμα και δεν κατάφερα να φτάσω ποτέ. Εκεί πάνω συνάντησα το Σπαθαράκη που μου πρότεινε ν’ ανέβουμε στην Αθήνα γιατί στο Σπόρτινγκ το ΚΚΕ εσ. είχε μια τελετή για την αποκατάσταση του Άρη Βελουχιώτη!!!! «Μα ρε Γιώργο, μόλις ήρθα από Αθήνα, δεν έχω μια ώρα…. πως να ξαναφύγω;» «Με το πούλμαν» μου απάντησε και μου έδειξε το πούλμαν που περίμενε. Σε δυο λεπτά ταξίδευα για Αθήνα με τα βιβλία που κουβαλούσα από την προηγούμενη μέρα και τα είχα ήδη πάει μια βόλτα στην Αθήνα, σ’ ένα πούλμαν γεμάτο ΚΚΕεσ. και κόκκινες σημαίες με σκοπό την αποκατάσταση του Άρη Βελουχιώτη!!! Μεγάλη τρέλα κουβαλούσαμε τότε….. κι εγώ κι ο Σπαθαράκης κι όλοι μας. Πήγαμε στην Αθήνα, ωραία περάσαμε, αποκαταστήσαμε και τη μνήμη του καπετάνιου και γυρίσαμε αργά στην Πάτρα. Έπεσα ξερή για ύπνο και την άλλη μέρα ξαναπήρα τα περίφημα βιβλία αγκαλιά, δεν συνάντησα κανέναν στο δρόμο και κατάφερα να φτάσω στην κολλητή μου για διάβασμα. Η οποία κολλητή μου ήταν στα πρόθυρα να βγάλει ανακοίνωση μέσω Ερυθρού Σταυρού (δεν υπήρχαν amber και silver alert τότε) και να καταγγείλει την εξαφάνισή μου. Έτσι συνέβαινε στην προ κινητών τηλεφώνων εποχή, μπορούσες να χαθείς με την ησυχία σου….

Τον ξαναείδα μετά από πολλά χρόνια πέρσι, κατεβήκαμε στην Πάτρα κάποιοι παλιοί «Ρηγάδες» και μαζί κι εγώ τιμής ένεκεν αφού δεν υπήρξα Ρηγού στην Πάτρα αλλά πιο παλιά, σαν μαθήτρια στη Θεσσαλονίκη. Μάθαινα που και που νέα του από τη Νέλλη αλλά είχα να τον συναντήσω από τότε. Χάρηκα όταν η Νέλλη μου είπε πως θα είναι κι εκείνος στη συνάντηση. Τους συναντήσαμε στην πλατεία Γεωργίου, είχε αλλάξει (όλοι είχαμε αλλάξει) αλλά τον γνώρισα από το πονηρό και παιχνιδιάρικο βλέμμα και το χαμογελάκι που το συνόδευε πάντα. Χάρηκα πάρα πολύ, καθίσαμε για ώρα δίπλα δίπλα στο μεζεδοπωκλείο που πήγαμε και τα λέγαμε. Δεν ήρθε μαζί μας και μετά, στο μαγαζί που τραγουδούσε ο άλλος παλιός μας φίλος ο Λάμπρος Καρελάς. «Θα σε πάρω τηλέφωνο να συνεχίσουμε» μου είπε «πολλά χρόνια πέρασαν και δεν προλαβαίνουμε να τα πούμε όλα σήμερα»… Με πήρε λίγο καιρό αργότερα, δεν είχα όμως χρόνο εκείνη την ώρα και συνεννοηθήκαμε να με πάρει τη Δευτέρα να «κουτσομπολέψουμε» με την άνεσή μας. Το ξέχασε μάλλον, δεν πήρα κι εγώ…..

Πριν μέρες έμαθα από τη Νέλλη πως ήταν στην εντατική και ήταν δύσκολα, σήμερα που είπε πως χάθηκε. Στενοχωρήθηκα, είναι άσχημο πράγμα να αποχαιρετάς φίλους παλιούς κι ας είχατε χαθεί για χρόνια. Είπα στη Νέλλη πως χάρηκα που πέρσι κατέβηκα στην Πάτρα και τον συνάντησα μετά από χρόνια, μου απάντησε πως και κείνη ένιωθε το ίδιο, πως ήταν σαν να τον αποχαιρετήσαμε τότε ξαναβλέποντας το πονηρό βλέμμα με το γελάκι που το συνόδευε.

καλό ταξίδι ρε Γιώργο. Άει σιχτίρ ρε σεις, που πάτε όλοι σας και φεύγετε;

Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν


Σχεδόν ένας μήνας πέρασε από τη βραδιά που μαύρισε η οθόνη της ΕΡΤ. Καλά βρε, θα ρωτήσει κάποιος, τώρα εσύ θυμήθηκες να το αναφέρεις; Και τι να πεις που δεν έχει ειπωθεί/αναλυθεί από εκατοντάδες άλλους; Μην ανησυχείτε, τίποτε δεν θα πω, όλα έχουν ειπωθεί. Μόνο που σήμερα, χαζεύοντας στο youtube, αφού τα σχολεία έκλεισαν και οι εκπαιδευτικοί είναι σε φάση τεμπελιάσματος, έπεσα πάνω σε παραστάσεις -παλιές και πιο φρέσκες- από το Θέατρο της Δευτέρας. Κλασική θεατρόφιλη από παιδί, τις παρακολουθούσα από την τηλεόραση όσο ήμουν μαθητρια μέχρι που έφυγα για σπουδές και σταμάτησα να έχω τηλεόραση. Στην εποχή μου η τηλεόραση δεν ήταν μέσα στο «φοιτητικό πακέτο» και δεν τη θεωρούσε κανείς απαραίτητο εξοπλισμό ενός φοιτητικού σπιτιού. Που και που χαζεύαμε καμμιά παράσταση στην ανοιχτή τηλεόραση των οινομαγειριών της παλιάς Πάτρας που τρώγαμε, ανάμεσα σε βαρέλια και παπούδες. Απέκτησα τηλεόραση πολλά χρόνια μετά αλλά πλέον είχε ξεθωριάσει και το Θέατρο της Δευτέρας και η διάθεσή μου να το παρακολουθώ στην τηλεόραση. Σήμερα λοιπόν, τεμπελιάζοντας έπεσα πάνω σε παραστάσεις που έχουν ανέβει ολόκληρες στο youtube και παρακολούθησα δύο, τον «Εχθρό του Λαού» του Ίψεν και «Η Πινακοθήκη των Ηλιθίων» του Τσιφόρου. Η πρώτη ήταν ακόμα από την εποχή της ασπρόμαυρής τηλεόρασης και οι μισοί ηθοποιοί δεν ζουν πλέον. Οι άλλοι μισοί γέρασαν. Η δεύτερη ήταν του 1983, μ’ έναν Κιμούλη σχεδόν παιδί και έγχρωμη. Πολύ τις ευχαριστήθηκα, θυμήθηκα τον εαυτό μου παιδί να παρακολουθώ θέατρο πρώτα από το ραδιόφωνο κάθε Κυριακή και μετά από την τηλεόραση κάθε Δευτέρα. Κι επειδή η σκέψη κάνει πηδήματα σαν το κατσίκι στα βράχια, θυμήθηκα και την πρώτη παράσταση που παρακολούθησα στη ζωή μου και εξαιτίας της το θέατρο με μάγεψε. Θυμόμουν ποια ήταν, θυμόμουν αν σε όνειρο και μια σκηνή που με είχε εντυπωσιάσει ακκλα δεν θυμόμουν πότε είχε παιχτεί. Αλλά γιαυτό υπάρχει το ίντερνετ και ο θείος Γούγλης. Με τρία κλικ το βρήκα. Η πρώτη παράσταση που είδα στη ζωή μου ήταν στο ΚΘΒΕ, «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν» του Μπρέχτ, Πρώτη Παρουσίαση: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών – Κεντρική Σκηνή, 29/01/1965.

Ήμουν μόλις 4 ετών, ήταν χειμώνας και οι γονείς μου με πήραν μαζί τους, χωρίς να ξέρουν πως απαγορευόταν η είσοδος σε παιδιά κάτω των οκτώ ετών. Στο ταμείο μας το είπαν, εγώ κατέβασα τα μούτρα και οι γονείς μου απογοητεύτηκαν. Θυμάμαι ακόμα τη μαμά, φορούσε το όμορφο παλτό της το μπεζ, με το γιακά που έμοιαζε με εσάρπα και τα μεγάλα κουμπιά που μου άρεσε να παίζω μαζί τους. Δεν θυμάμαι πως αλλά τελικά μας άφησαν να την παρακολουθήσουμε κι ας ήμουν τόσο μικρή. Η μαμά λέει πως πείστηκαν επειδή χιόνιζε και μετά από την συμφωνία πως αν βγάλω κιχ θα μας πετάξουν έξω. Δεν έβγαλα κιχ, το αντίθετο. Μαγεύτηκα…. Θυμάμαι ακόμα την πιο εντυπωσιακή σκηνή, τους θεούς να κατεβαίνουν απο ψηλά, ανάμεσα σε αστραπές, να μιλήσουν στην ΣΕΝ-ΤΕ, ΣΟΥΪ-ΤΑ, που την έπαιζε η Αλέκα Παίζη. Ψιλοκατάλαβα και την υπόθεση του έργου και σχολίαζα, όπως λέει η μαμά, τόσο που εντυπωσιάστηκε μια κυρία από δίπλα. Αυτά δεν τα θυμάμαι, τα λέει η μαμά ίσως και λίγο «φουσκωμένα».

Από εκείνη την πρώτη φορά είδα αρκετές παραστάσεις στο ΚΘΒΕ, τυχεροί ήμασταν οι σαλονικιοί που το είχαμε στην πόλη μας. Στην Πάτρα που βρέθηκα μετά δεν είχε κάτι αντίστοιχο, θεατροπενία λοιπόν για εκείνα τα χρόνια. Μετά ήρθα στην Αθήνα, κάτι άρχισα να ξαναβλέπω αλλά περνούσα και μεγάλες περιόδους αποχής. Τελευταία παράσταση που είδα ήταν της Θεατρικής Ομάδας Ενηλίκων, που λειτουργεί στα πλαίσια της Μουσικοθεατρικής Ομάδας του Ιστού, του Ελεύθερου Κοινωνικού Χώρου Αλληλεγγύης στο ΧαΙδάρι, με το έργο «Το Μάθημα» του Ιονέσκο. Εξαιρετική παράσταση, θα στεκόταν άνετα ανάμεσα σε επαγγελματικές. Στο μάθημα, ένας ηλικιωμένος καθηγητής, ο οποίος παραδίδει μαθήματα γεωγραφίας, αριθμητικής και γλωσσολογίας σε νεαρές κοπέλες, οδηγεί σταδιακά μια ιδιόρρυθμη μαθήτριά του στην πλήρη υποταγή. Mε την πάροδο του χρόνου η δυσκολία των μαθημάτων μεγαλώνει, η μαθήτρια δεν αντιλαμβάνεται πια το δάσκαλό της. Το έργο πραγματεύεται την ανικανότητα επικοινωνίας των ανθρώπων και τα απολιθωμένα γλωσσικά σχήματα, τα οποία υποδηλώνουν τον κομφορμισμό και την έλλειψη εσωτερικότητας της αστικής κοινωνίας. Επιχειρεί μέσα από την ανανέωση της γλώσσας, την πραγμάτωση ενός γενικότερου οράματος για τον άνθρωπο, την τέχνη, τον κόσμο. «Το μάθημα» συνδυάζει το παράλογο του τσίρκου με την τραγικότητα των συμβάντων, αποτελώντας ένα δηκτικό σχόλιο για την πολιτική και την έννομη τάξη. Δείτε το αν το πετύχετε κάπου.

Φωτογραφίες από τη Θεσσαλονίκη της καρδιάς μου


Πάσχα 2013. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια έμεινα για μερικές μέρες στην γειτονιά που μεγάλωσα. Το πρώτο βράδυ βγήκαμε με την αδελφή μου να περπατήσουμε λίγο κι η βόλτα κράτησε δύο ώρες. Δύο ώρες για να γυρίσουμε όλους τους δρόμους που μεγαλώσαμε, να χαζεύουμε εισόδους, δρόμους, πολυκατοικίες, μαγαζιά, δέντρα και αυλές που έμειναν ίδια και να προσπαθούμε να θυμηθούμε τι υπήρχε και τώρα δεν υπάρχει. Μετά από δυο μέρες πήρα ξανά την αδελφή μου και τη φωτογραφική μου μηχανή και ξανακάναμε τη βόλτα, λίγο μεγαλύτερη αυτή τη φορά, για να καταγράψω ό,τι έμεινε να μου θυμίζει μια ζωή που έζησα και κομμάτια της κατέγραψα εδώ μέσα. Λίγα πράγματα έμειναν ίδια κι αυτά πλέον γερασμένα όπως όλοι μας. Οι φωτογραφίες για έναν άσχετο δεν λένε τίποτε, πολυκατοικίες, αυλές, μπαλκόνια, υπόγεια και είσοδοι, δρόμοι και περίπτερα. Όλα όμως αυτά για μένα έχουν να πουν μια ιστορία ακόμα και με την απουσία τους…..

Νύχτα στην Πλατεία Ναυαρίνου να πίνουμε καφέ με τη Μαργαρίτα. Περίπου όπως παλιά, τότε που υπήρχε το μαγαζί.....

Νύχτα στην Πλατεία Ναυαρίνου να πίνουμε καφέ με τη Μαργαρίτα. Περίπου όπως παλιά, τότε που υπήρχε το μαγαζί…..

 Πόσες να ήταν οι φορές που πέρασα αυτή την είσοδο στο παλιό σπίτι της Μαργαρίτας; Χιλιάδες....

Πόσες να ήταν οι φορές που πέρασα αυτή την είσοδο στο παλιό σπίτι της Μαργαρίτας; Χιλιάδες….

 Εκπαιδευτήρια Κοραή το πάλαι ποτέ, νυν παιδικός σταθμός. Νηπιαγωγείο και δημοτικό, πήγα μόνο στο νηπιαγωγείο. Πάλι καλά που υπάρχει....


Εκπαιδευτήρια Κοραή το πάλαι ποτέ, νυν παιδικός σταθμός. Νηπιαγωγείο και δημοτικό, πήγα μόνο στο νηπιαγωγείο. Πάλι καλά που υπάρχει….

Εκπαιδευτήρια "Κοραής" το πάλαι ποτέ, νυν παιδικός σταθμός. Νηπιαγωγείο και δημοτικό, πήγα μόνο στο νηπιαγωγείο. Πάλι καλά που υπάρχει....

Ιπτάμενες σβούρες. Σ’ αυτή την αυλή υπήρχε κάποτε μια τραμπάλα που με τρόμαζε.

Τα μεγάλα πλατάνια της Φλέμινγκ είναι ακόμα όρθια δίπλα στις παλιές πολυκατοικίες του '60

Τα μεγάλα πλατάνια της Φλέμινγκ είναι ακόμα όρθια δίπλα στις παλιές πολυκατοικίες του ’60

 "Σκυλάκια" που φυτρώνουν μόνα τους και στολίζουν το παλιό μπαλκόνι


«Σκυλάκια» που φυτρώνουν μόνα τους και στολίζουν το παλιό μπαλκόνι

Το κτίριο της Μακάμπη, Φλέμινγκ και Μακεδονίας για να μας θυμίζει το εβραϊκό παρελθόν της γειτονιάς και υπάρχει από τον καιρό που η οδός Φλέμινγκ ήταν οδός Μισδραχή. Τώρα η Μισδραχή είναι ένα μικρό στενάκι κάθετο στη Φλέμινγκ

Το κτίριο της Μακάμπη, Φλέμινγκ και Μακεδονίας για να μας θυμίζει το εβραϊκό παρελθόν της γειτονιάς και υπάρχει από τον καιρό που η οδός Φλέμινγκ ήταν οδός Μισδραχή. Τώρα η Μισδραχή είναι ένα μικρό στενάκι κάθετο στη Φλέμινγκ

Ευτυχώς που το παλιό μου σχολείο κρίθηκε διατηρητέο. παραμένει όμως "ζωσμένο" χωρίς χαραμάδα για να φανεί η αυλή.

Ευτυχώς που το παλιό μου σχολείο κρίθηκε διατηρητέο. παραμένει όμως «ζωσμένο» χωρίς χαραμάδα για να φανεί η αυλή.

Αυτό το στενάκι κάποτε έμοιαζε με τον κόσμο ολόκληρο, μετά άρχισε να μικραίνει και να μικραίνει μέχρι που έγινε αυτό που είναι, ένα στενάκι

Αυτό το στενάκι κάποτε έμοιαζε με τον κόσμο ολόκληρο, μετά άρχισε να μικραίνει και να μικραίνει μέχρι που έγινε αυτό που είναι, ένα στενάκι

Ό,τι απόμεινε από τον κήπο του Γιουλούντα με τις ροδιές και το πηγάδι

Ό,τι απόμεινε από τον κήπο του Γιουλούντα με τις ροδιές και το πηγάδι

Οδός Αλ. Φλέμινγκ. Ο κόσμος μου.....

Οδός Αλ. Φλέμινγκ. Ο κόσμος μου…..

Ειδική αναφορά θα κάνω στο μεγάλο κτίριο που στέκεται γκρίζο και άδειανό στη συμβολή των οδών Βασ. ΌΛγας και Φλέμινγκ. Ήταν το πιο μακρινό σημείο της παιδικής μου ηλικίας. Το παλιό «ιταλικό καπνομάγαζο» όπως το ξέραμε τότε.

Η κατασκευή, έργο των ιταλών αρχιτεκτόνων Mario Paniconi και Giulio Pediconi, ανήκει στο αρχιτεκτονικό ύφος του σύγχρονου ρασιοναλισμού και από τη δεκαετία του 60, οπότε και ορθώθηκε ο ογκώδης τσιμεντένιος κύβος στη θέση της Βίλλας, είναι αθέατο από τα μάτια των περαστικών. Το πίσω αυτό κτίριο κατασκευάστηκε αρχικά ως έδρα του ιταλικού Γυμνασίου και Λυκείου «Umberto I», ενώ στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μετατράπηκε σε στρατιωτικό νοσοκομείο. Αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως αποθηκευτικός χώρος του κρατικού ιταλικού Μονοπωλίου Καπνού. Το Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης ιδρύθηκε το 1963 με τον τίτλο Centro Italiano di Cultura di Salonicco και το 1977 αποκτά την σημερινή του ονομασία, μετατρέπεται σε παράρτημα του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου Αθηνών και μεταφέρεται στην σημερινή του έδρα. Την 1η Αυγούστου του 2001 γίνεται αυτόνομο. Το Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης είναι πολιτιστικό τμήμα της Πρεσβείας της Ιταλίας στην Ελλάδα. Η περιοχή της αρμοδιότητάς του περιλαμβάνει τη Βόρεια Ελλάδα και σκοπός του είναι η ανάπτυξη των πολιτιστικών και μορφωτικών σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας.

Εμείς, κατεβαίνοντας τη Φλέμινγκ για να πάρουμε το λεωφορείο της «κάτω γραμμής», σκαρφαλώναμε στη μάντρα και κόβαμε τζίτζιφα να φάμε. Απέναντι ήταν και το ξενοδοχείο «Metropolitan» που υπάρχει ακόμα. Αυτό που δεν υπάρχει πλέον είναι το σινεμά Μετροπόλιλταν που στεγαζόταν στο ίδιο κτίριο και στο οποίο περάσαμε πολλά Κυριακάτικα απογεύματα με τη γιαγιά και τις αδελφές μου. Ήταν κυριλέ και έφερνε ταινίες Α’ προβολής, όχι όπως τα υπόλοιπα της γειτονιάς που ήταν Β’ προβολής, «Σήμερον 2 έργα» με εισητήριο 7 δραχμές για τους μεγάλους. Σ’ αυτόν τον κινηματογράφο είδα εντελώς τυχαία ένα κυριακάτικο απόγευμα το Woodstock πριν το «κατεβάσει» η λογοκρισία της εποχής. Τυχαία εντελώς αφού το μόνο κριτήριο ήταν αν είναι «Κατάλληλον». Προβολή νωρίς το απόγευμα και στην αίθουσα μια γιαγιά, τρία κοριτσάκια και μερικοί ψυλλιασμένοι «μαλλιάδες». «Σας άρεσε το έργο;», ρώτησε η μαμά όταν γυρίσαμε. «Μας άρεσε» είπαμε αλλά δεν μπορούσαμε να της εξηγήσουμε τι είδαμε….

Γκραφίτι στον τοίχο του "ιταλικού καπνομάγαζου" έτσι το έλεγαν τότε

Γκραφίτι στον τοίχο του «ιταλικού καπνομάγαζου» έτσι το έλεγαν τότε

Χρόνος πανδαμάτωρ

Χρόνος πανδαμάτωρ

Έμειναν τα κάγκελα που έχουν κι αυτά τη δική τους ιστορία.

Έμειναν τα κάγκελα που έχουν κι αυτά τη δική τους ιστορία.

Ποια ιστορία έχουν τα κάγκελα; Είναι το μόνο κομμάτι ιστορίας εκείνου του οικοδομικού τετραγώνου που διασώθηκε. Γιατί στη θέση που χτίστηκε το κτίριο υπήρχε η Βίλλα Ίντα που χτίστηκε στη δεκαετία 1880. Ονομάστηκε έτσι από την Ίντα Μοντιάνο, μια από τις ωραιότερες γυναίκες της Θεσσαλονίκης και σύζυγο του χρηματιστή Λεβή Μοντιάνο. Το 1911, η βίλλα αγοράστηκε από τον πρώην δήμαρχο της πόλης, Ουλουσή Μπέη, που αργότερα την πούλησε στο Ιταλικό κράτος. Στέγασε κατά σειρά, το Τουρκικό Προξενείο, το Ιταλικό Σχολείο «Βασίλισσα Μαργαρίτα», το Στρατιωτικό Νοσοκομείο, τα Εκπαιδευτήρια Κοραή και τον Ξενώνα των Αξιωματικών. Το 1958 μεταβιβάζεται στο Ιταλικό Μονοπώλιο Καπνού και κατεδαφίζεται με συνοπτικές διαδικασίες το 1959-60. Στη θέση της βλέπουμε σήμερα το περί ου ο λόγος, κλειστό γκρίζο ογκώδες κτίριο. τα κάγκελα που περικλείουν στις φωτογραφίες τη Βίλλα Ίντα και το σημερινό γκρίζο ογκόλιθο, είναι τα ίδια. Είναι το μόνο κομμάτι ιστορίας εκείνου του οικοδομικού τετραγώνου που διασώθηκε.

Βίλα Ίντα.

Στοιχεία για τη Βίλα Ίντα και το Ιταλικό Μορφωτιικό Ινστιτούτο βρήκα εδώ

κουφάλες δεν ξοφλήσαμε


Νοέμβρης 1975. Είναι η πρώτη φορά που θα «γιορταστεί» η επέτειος του Πολυτεχνείου καθώς την προηγούμενη είχε απαγορευτεί η οποιαδήποτε κίνηση καθώς ήταν πολύ πρόσφατο το πέρασμα από τη δικτατορία στη δημοκρατία. Εγώ είμαι στα 14, στην Α’ Λυκείου (Δ’ Γυμνασίου ακόμα τότε, την επόμενη χρονιά άλλαξε) και το αίμα μου βράζει όπως βράζει και το αίμα όλων των συμμαθητριών μου. Οι καθηγητές και η λυκειάρχης στο σχολείο μας έχουν ήδη προειδοποιήσει να μη τολμήσουμε να κάνουμε την παραμικρή νύξη για εορτασμούς, εμείς όμως ήδη έχουμε προετοιμάσει την αντίδρασή μας. Εκείνες τις μέρες οι ποδιές ήταν υποχρεωτικές, σκούρες μπλε για το γυμνάσιο, σετάκι με λευκά γιακαδάκια και άσπρες ή μπλε κάλτσες μέχρι το γόνατο. Αποφασίσαμε τη μέρα του Πολυτεχνείου να πάμε χωρίς τους λευκούς γιακάδες μας, φορώντας μαύρες κάλτσες. Με τις σκούρες μπλε ποδιές μας το σύνολο ήταν πένθιμο κι έτσι αντιδρούσαμε στην απαγόρευση, θα γέμιζε το σχολείο πενθούσες μαθήτριες. Δεν θυμάμαι για ποιο λόγο εγώ αντί για μαύρες κάλτσες, φόρεσα ένα ζευγάρι κατακόκκινες. Πήγαμε στο σχολείο, μας είδαν κατάμαυρες όλες κι άρχισαν οι απειλές για αποβολές αν δεν φορέσουμε τα λευκά γιακαδάκια μας. Πεισμώσαμε κι εμείς και κηρύξαμε αποχή, ήδη μερικές από μας είχαν προλάβει να οργανωθούν σε μαθητικές αριστερές οργανώσεις κι έδιναν τον τόνο. Θυμάμαι ακόμα την πανέμορφη Εύα, οργανωμένη στο μαθητικό του Ε.Κ.Κ.Ε όρθια να προσπαθεί να μας οργανώσει. Πάνω στη σύγχυση αποφασίσαμε να κατεβούμε έτσι, οργανωμένα σαν σχολείο και με δικό μας πανώ στην πορεία.  Ακούγονται ίσως αστεία όλα αυτά σήμερα αλλά τότε, σε μια εποχή που έπεφταν αποβολές για το χρώμα της κάλτσας που φορούσες στο σχολείο, το να κάνεις αποχή και να οργανώσεις το σχολείο για να συμμετάσχει στην πρώτη πορεία για την εξέγερση του Πολυτεχνείου μόλις δύο χρόνια πριν, φαινόταν εξωπραγματικό και επικίνδυνο. Δεν θυμάμαι πως γράφτηκε το πανώ, που βρέθηκαν τα υλικά, πως ξεκινήσαμε. Αυτό που θυμάμαι είναι ο «Ελληνικός Βορράς» (μια φασιστοφυλλάδα της Θεσσαλονίκης) που έγραφε την επόμενη μέρα για φασαρίες σε γυμνάσιο θηλέων, για εξωσχολικούς που μας καθοδηγούσαν, για κόκκινα λάβαρα έξω από το σχολείο. Σαχλαμάρες δηλαδή, οι εξωσχολικοί ήταν κάτι γκόμενοι που περίμεναν τα κορίτσια τους και βρέθηκαν μπροστά στην επανάστασή μας και τα κόκκινα λάβαρα ήταν κάτι κόκκινες φλοκάτες που είχε κρεμάσει μια νοικοκυρά ν’ αεριστούν στο μπαλκόνι της πολυκατοικίας απέναντι από το σχολείο.

Η πορεία ξεκίνησε οργανωμένα αλλά εγώ είχα άλλους νταλγκάδες. Δεν μπορούσα να πάω στην πορεία χωρίς να ενημερώσω τους γονείς μου που θα τρελαίνονταν αν δεν επέστρεφα στην ώρα μου. Από την άλλη, ήξερα πως αν πήγαινα σπίτι να τους ζητήσω την άδεια, απλά δεν θα μ’ άφηναν από φόβο μήπως γίνει κάτι και με ψάχνουν στα νοσοκομεία. Σκέφτηκα να πάω στην πορεία και να τους γράψω αλλά τελικά υπερίσχυσε ο ηθικός εαυτός μου, πήγα σπίτι αποφασισμένη για σύγκρουση. Κι έτσι έγινε…. Πήγα στο σπίτι, τους είπα πως πέρασα απλά να τους ενημερώσω πως θα κατέβω στην πορεία και πως αυτό θα το κάνω ό,τι και να μου πουν και πως θα πρέπει να εκτιμήσουν το γεγονός πως πέρασα να τους ενημερώσω για να μην αγωνιούν, ενώ οι υπόλοιπες συμμαθήτριές μου δεν το έκαναν. Θα μου πείτε τι ανάγκη ήταν να πάω από το σπίτι και δεν πήρα τηλέφωνο… ναι, δίκιο έχετε αλλά τω καιρώ εκείνω τηλέφωνο είχαν λιγότερα από τα μισά σπίτια και δεν ήταν καθόλου αυτονόητη η ύπαρξή του σε κάθε σπίτι. Πρώτη φορά στη μέχρι τότε ζωή μου έκανα μια τόσο αποφασισμένη δήλωση στους γονείς μου, ήταν η πρώτη μου επαναστατκή κίνηση στο σπίτι. Η μαμά κόντεψε να πάθει υστερία κι εγκεφαλικό μαζί, στάθηκε μπροστά στην εξώπορτα και είπε πως έπρεπε να περάσω πάνω από το πτώμα της για να βγω κι εγώ της απάντησα πως αυτό ακριβώς σκόπευα να κάνω αν δεν έφευγε μπροστά από την πόρτα. Φωνές και τσιρίδες, ο μπαμπάς να την τραβάει και να της λέει: «άστην, άστην να πάει να σκοτωθεί αφού δεν καταλαβαίνει….» κι εγώ ήρεμη, έτοιμη να περάσω στ’ αλήθεια από πάνω τους για να κάνω αυτό που ήθελα.

Τελικά πέρασα την πόρτα κι έτρεξα στο κέντρο, με την ποδιά και τις κόκκινες κάλτσες μου, προσπαθώντας να βρω το σχολείο μου. Που να το βρω όμως; Γινόταν χαμός κι έτσι χώθηκα στα πρώτα πανώ που βρήκα που ήταν τα πανώ-σεντόνια του Ε.Κ.Κ.Ε. Κόκκινο φόντο και κίτρινα γράμματα και συνθήματα σιδηρόδρομοι. Το Ε.Κ.Κ.Ε τότε ήταν το κόμμα που προσπάθησε να πάει μέχρι το Αμερικάνικο Προξενείο στην Παραλία, πράγμα που είχε απαγορευθεί. Κάποια στιγμή στην Τσιμισκή πήγαν να στρίψουν κι έπεσε πολύ ξύλο, δεν θυμάμαι μόνο ποιοι έδερναν ποιους αφού είχα ήδη μυριστεί το μπαρούτι και την είχα κάνει λίγο νωρίτερα. Πήγα κάπου που ένιωθα περισσότερη ασφάλεια, δίπλα σ’ έναν τεράστιο τύπο που κράταγε ένα πανώ. Ο τύπος ήταν ο Μιχάλης Τριανταφυλλίδης, στέλεχος του Ρήγα τότε και για να βρεθώ εκεί, λογικά, το μπλοκ του «Ρήγα» θα ήταν πριν του Ε.Κ.Κ.Ε που ήταν πάντα ουραγός και πάντα από κείνη την πρώτη πορεία και μετά, προσπαθούσε να φτάσει είτε στο Προξενείο στη Θεσσαλονίκη είτε στην Πρεσβεία στην Αθήνα, τρώγοντας (αργότερα μαζί με όλους τους υπόλοιπους που προσπαθούσαν αν φτάσουν κι αυτοί) το ξύλο της αρκούδας είτε από μπάτσους είτε από κνίτες.

Αν θυμάμαι καλά, σε κείνη την πρώτη πορεία της ζωής μου, δεν κατάφερα να βρω το σχολείο μου αλλά βρήκα έναν έρωτα εκείνων των ημερών και περπατούσαμε μαζί. Όταν γύρισα σπίτι έμαθα πως η μάνα μου είχε στείλει τον πατέρα μου κάτω, να με βρει και να με σώσει αν συνέβαινε κάτι. Κατέβηκε κι αυτός ο δόλιος, έψαχνε μπας και με δει αλλά (ευτυχώς για μένα και τον έρωτα) δεν με είδε. Δεν θυμάμαι τι έγινε την άλλη μέρα στο σχολείο, πάντως δεν νομίζω να έπεσαν αποβολές όπως μας είχαν απειλήσει. Δύο χρόνια αργότερα η τάξη μου ανέλαβε τον επίσημο εορτασμό του Πολυτεχνείου στο σχολείο. Μπορεί να το γιορτάζαμε πλέον επίσημα αλλά ήταν ακόμα πολύ νωρίς και η νοοτροπία στα σχολεία δεν είχε αλλάξει, έπρεπε να υποβάλλουμε στο γραφείο λεπτομερές πρόγραμμα της γιορτής και να εγκριθεί σε όλα τα μέρη του. Έτσι, ήταν λίγο έκπληξη το ότι ακούστηκε προσκλητήριο νεκρών με μουσικό backround τη «Διεθνή», ήταν ένα κομμάτι που δεν υπήρχε στο σχέδιο γιορτής που είχαμε υποβάλλει για έγκριση στη λυκειάρχη. Το κάναμε περιμένοντας τα χειρότερα αλλά για κάποιο λόγο τη γλυτώσαμε. Μερικά χρόνια αργότερα, το Πολυτεχνείο είχε γίνει ήδη πανηγύρι, τα σχολεία δεν θύμιζαν σε τίποτε τα δικά μου σχολεία κι εγώ ήμουν φοιτήτρια.

ΥΓ. Όλα αυτά τα θυμήθηκα νωρίτερα το απόγευμα, καθώς σιδέρωνα, παρακολουθώντας ταυτόχρονα online  τη σημερινή πορεία σε μια μπατσοκρατούμενη πόλη και τις διαπραγματεύσειςτου ΚΚΕ για να φτάσει η πορεία στην Πρεσβεία του Ισραήλ. Σκεφτόμουν πόσο πολύ έχουν αλλάξει τα πράγματα από το 1975. Η πορεία πλέον φτάνει στην Πρεσβεία των ΗΠΑ χωρίς καυγάδες, η συνέχειά της είναι θέμα διαπραγμάτευσης του ΚΚΕ με το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης (ή όπως αλλιώς λέγεται…) και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κάνει επιτόπου μεταβολή και μπαίνει μπροστά ενώ είχε ήδη ξεκινήσει ν’ αποχωρεί.

Τελικά ξοφλήσαμε ή όχι;

αλληλογραφίες


Κουβέντιαζα μ’ ένα φίλο κάποια από τις προηγούμενες μέρες. Κουβέντιαζα λέγοντας εννοώ διαδικτυακά, έτσι κι αλλιώς οι μισές συζητήσεις πλέον της ζωής μας γίνονται διαδικτυακά. Κάποια στιγμή μου είπε πως μοιάζει σαν να αλληλογραφούμε αλλά σε πραγματικό χρόνο. Και τότε θυμήθηκα τι σημαίνει αλληλογραφία, μια διαδικασία που την έχω πλέον ξεχάσει και την οποία οι νεότεροι δεν έχουν καν γνωρίσει. Μια κόλλα χαρτί, φάκελλος, γραμματόσημα και διάθεση και χρόνος να επικοινωνήσεις μ’ ένα αγαπημένο πρόσωπο. Ανάλογα τον παραλήπτη ήταν μια κόλλα με γραμμές, μια σελίδα κομμένη από τετράδιο ή μια κόλλα αλληλογραφίας με τυπωμένα σχέδια, πολύχρωμη και με ασορτί φάκελο. Στις πρώτες κόλλες έγραφα τα γράμματα που μου υπαγόρευε ο πατέρας μου για τον αδελφό του που ζούσε στη Γερμανία, ήμουν η γραμματέας του από τότε που έμαθα να γράφω και να διαβάζω. Έπαιρνα μια τετοια κόλλα με μπλε γραμμές, καθόμουν στο τραπέζι με το μολύβι ή το στυλό στο χέρι και περίμενα ν’ αρχίσει μια διαδικασία που μου φαινόταν πως κρατούσε αιώνα. Ο μπαμπάς έλεγε μια λέξη τώρα και την επόμενη δέκα λεπτά αργότερα (υπερβολή αλλά έτσι το βίωνα τότε), κάθε δυο φράσεις μ’ έβαζε να διαβάσω τι έγραψε και έκανε διορθώσεις. Και πέρναγε η ώρα, εγώ άκουγα τα παιδιά να παίζουν κάτω στο στενό και τρελαινόμουν αλλά τι να πω; Μια φορά τόλμησα να ρωτήσω το μπαμπά γιατί δεν έγραφε μόνος τα γράμματα και μου έδωσε την πιο αστεία δικαιολογία που μπορούσα ν’ ακούσω. Γιατί έκανε -λέει- ορθογραφικά λάθη και δεν ήθελε να είναι ανορθόγραφο το γράμμα. Δεν θυμάμαι αν κρατήθηκα ή αν γέλασα δυνατά όταν το άκουσα. Αν  μπαμπάς μου ήταν ανορθόγραφος μια φορά ο αδελφός του ήταν δέκα φορές. Παιδιά της Κατοχής, πήγαιναν και δεν πήγαιναν σχολείο, ίσα που κατάφεραν να τελειώσουν το δημοτικό ενώ είχαν ήδη βγει στη βιοπάλη αφού έμειναν ορφανά από πατέρα μέσα στην Κατοχή. Τότε κατάλαβα, ο μπαμπάς απλώς βαριόταν όλη αυτή τη διαδικασία, τον κούραζε και είχε βρει τη λύση. Η κόρη του η καλή μαθήτρια θα του έγραφε τα γράμματα που της υπαγόρευε με το χουζούρι του. Μόλις τελείωνε το γράμμα το έπαιρνε και το διάβαζε κι εγώ ευχόμουν μέσα μου _ειδικά τα καλοκαίρια- να μη θυμηθεί πως ήθελε να γράψει και κάτι άλλο και να μ’ αφήσει επιτέλους να πάω για παιχνίδι. Μια τέτοια φορά λοιπόν, ανακάλυψε ένα λάθος -αντί να γράψω «ο μπαμπάς μου» έφαγα τα «μ» και έγραψα ο «παπάς» μου, μέσα στη βαρεμάρα μου τα έφαγα, τι να κάνω; Και αφού ήταν ένα λάθος που μπορούσε να το καταλάβει (είπαμε, ανορθόγραφος γαρ) μου της έβρεξε, μια από τις σπάνιες φορές που το έκανε. Κλάμα και θρήνος εγώ, για την αδικία κυρίως κι όχι για το ξύλο. Και κείνος να με μαλλώνει που δεν είχα το νου ου στο γράμμα αλλά στο παιχνίδι. «Μα που να τον είχα το νου μου βρε μπαμπά; 6-7 χρονών κοριτσάκι ήμουν, που αλλού να είχα νου μου καλοκαιριάτικα ακούγοντας τα παιδιά της γειτονιάς να ξελυσσάνε στο παιχνίδι ενώ εγώ καθόμουν κι έγραφα κάτι βαρετά πράγματα;»

Στην εφηβεία άρχισα να έχω τη δική μου αλληλογραφία. Έσκασε στο σχολείο, δεν ξέρω ποια συμμαθήτρια το έφερε πρώτη, η μόδα της αλληλογραφίας με παιδιά της ηλικίας μας απ’ όλο τον κόσμο. Έστελνες τα στοιχεία σου στον International Pen Pal-κάτι, δήλωνες από ποιες χώρες ήθελες να είναι τα παιδιά που θ’ αλληλογραφήσεις και σε ποια γλώσσα και σου έστελναν κάποιες διευθύνσεις να διαλέξεις. Ξετρελάθηκα με την ιδέα, είχα μόλις άρει το Lower και ήθελα να εξασκήσω τ’ αγγλικά μου αλλά κυρίως να μάθω πως ζουν οι άνθρωποι της ηλικίας μου αλλού. Πως σκέφτονται, πως μεγαλώνουν, αν έχουν τα ίδια προβλήματα με μένα. Μ’ αυτό τον τρόπο έφτασα να έχω περίπου 12 τέτοιους φίλους σ’ όλο τον κόσμο, αγόρια και κορίτσια. Ακόμα θυμάμαι κάποιους, ήταν ο Masato Sato στην Ιαπωνία, ο Serge στη Μπεζανσόν της Γαλλίας, άλλη μια γιαπωνέζα, ένας από τη Ν. Αφρική, μια αμερικάνα, μια αγγλίδα. Επίσης αλληλογραφούσα με τη Μαρία, μια κοπέλα από την Κύπρο. Μας είχαν φέρει ονόματα στο σχολείο μετά το 1974 για ν’ αλληλογραφούμε με παιδιά κάπως σαν ψυχολογική στήριξη. Η Μαρία ήταν από το Βαρώσι και βρέθηκε στη Λεμεσό. Ένα γράμμα τη βδομάδα ανταλλάσαμε, για χρόνια. Μετά η Μαρία ήρθε στην Ελλάδα -κάπου στην Αθήνα- εγώ έφυγα για την Πάτρα και χαθήκαμε. Κάπως έτσι χαθήκαμε και με όλα τα υπόλοιπα παιδιά. Ένας απ’ αυτούς ήρθε και με βρήκε στην Ελλάδα, ο ξανθούλης ο Serge από τη Μπαεανσόν που ήθελε να γίνει μάγειρας. Ήρθαν από τη Γαλλία οδικώς με τον αδελφό του κι έναν φίλο του αδελφού του για διακοπές στην Ελλάδα και αφού πέρασαν από τη Θεσσαλονίκη ήρθαν να με δουν. Στο σπίτι βάρεσε συναγερμός, μα τι θα πει η γειτονιά; Από που κι ως που θα μας επισκεφτούν τρεις μαντράχαλοι ξένοι. Πως θα δικαιολογήσουν το που τους ξέρει η κόρη τους και ως τι θα μας επισκεφτούν; Πάτησα πόδι, γκρίνιαξα, έκλαψα κι έτσι η μάνα μου το επεξεργάστηκε και το σέρβιρε στη γειτονιά ως αποτέλεσμα της φιλομάθειάς μου. «Ε να…. ξέρετε…. για να μη ξεχάσει τ’ αγγλικά το παιδί άρχισε αλληλογραφία κι αφού έρχονται στην Ελλάδα δεν είμαστε γαϊδούρια αφιλόξενα, ένα καφέ θα πιούνε και θα φύγουν…». Ήρθαν τα παιδιά, μαζεύτηκε όλη η οικογένεια στο σπίτι, άλλους ξένους δεν είχαμε δει παρά μόνο τους θείους από τη Γερμανία αλλά αυτοί δεν ήταν κανονικοί ξένοι. Άντε πάλι να κάνω τη γραμματέα και διερμηνέα, να μεταφράζω τις ερωτήσεις του μπαμπά για το αυτοκίνητό τους, τους γονείς τους, τη ζωή τους, μόνο τι προίκα έχουν δεν τους ρώτησαν. Μετά είπαμε να βγούμε βόλτα, σιγά μη με άφηναν μόνη με τους ξένους. Ντύθηκε, στολίστηκε όλη η οικογένεια και βγήκαμε βόλτα στην Παραλία. Εγώ να προσπαθώ να μιλήσω στο φίλο μου και γύρω οι αδελφές μου να μου λένε να τους πω το κοντό τους και το μακρύ τους και λίγα βήματα πιο πίσω ο μπαμπάς και η μαμά να παρακολουθούν με μάτι άγρυπνο για το παραμικρό παραστράτημα. Καταντράπηκα, σιχτίρισα την ώρα και τη στιγμή που αποφάσισαν να περάσουν, βγάλαμε αναμνηστικές φωτογραφίες, επιστρέψαμε στο σπίτι και οι γάλλοι μας αποχαιρέτησαν μάλλον πανικόβλητοι. Μετά απ’ αυτό η μαμά έλεγε σε όλους πόσο καλά αγγλικά μιλούσα, πως και τα γαλλικά τα «πάλευα» και πόσο καλά παιδιά ήταν οι γάλλοι αλλά «τίποτε πονηρό καλέ….. εντελώς αθώα αλληλογραφούν». Αλληλογραφούσαμε ήθελε να πει μάλλον διότι μετά την εμπειρια ο Serge εξαφανίστηκε και δεν έμαθα πλέον τίποτε γι’ αυτόν.

Ένα καλοκαίρι -θα ήμουν πάνω κάτω 15 χρόνων- αλληλογραφούσα με μια κολλητή μου από το σχολείο. Πήγε στο χωριό της για καπνά κι εγώ στην πόλη όπως κάθε καλοκαίρι. Όμως δεν χαθήκαμε, λάμβανα και λάμβανε ένα γράμμα μέρα παρά μέρα. Ερόταν το πρωί, απαντούσα και το έστελνα την επόμενη. Τη μεθεπόμενη το έπαιρνε, μου απαντούσε κι έτσι το είχα στα χέρια μου τη μεθεπόμενη. Ήταν το λιγότερο βαρετό καλοκαίρι, είχα κάτι να περιμένω. Το τι γράφαμε σε κείνα τα γράμματα!!!! Ηταν η εποχή, γράφαμε για τους εφηβικούς μας έρωτες αλλά και για την επανάσταση και πως θα την κάναμε. Όχι την προσωπική μας επανάσταση αλλά αυτή τη μεγάλη, που θα άλλαζε τον κόσμο. Σκατά στα μούτρα μας κάναμε αλλά τα γράμματα τα έχω ακόμα ενώ με την Κατερίνα χαθήκαμε μόλις τελειώσαμε το σχολείο. Μετά από χρόνια τη βρήκα και τη ρώτησα αν τα έχει για να τα ενώσουμε και να έχουμε ολόκληρη εκείνη την καλοκαιρινή αλληλογραφία. Με κοίταξε σαν να της έλεγα το πιο παράξενο πράγμα του κόσμου και μου είπε πως τα είχε -φυσικά- πετάξει. Μάλλον η Κατερίνα δεν ήταν τόσο συναισθηματική όσο εγώ που έχω ακόμα τα δικά της και όλα όσα έχω ανταλλάξει κατά καιρούς με φίλους. Διότι φυσικά συνέχισα ν’ αλληλογραφώ και μετά το σχολείο. Με την οικογένεια, την κολλητή μου, διάφορους ξένους που γνώριζα τα καλοκαίρια στις διακοπές, φίλους που πήγαν στο στρατό, φίλους που έφυγαν στο εξωτερικό, έρωτες. Τα έχω μέσα σε κουτιά από παπούτσια τα περισσότερα αλλά και μέσα σε βιβλία, σε συρτάρια χύμα, μαζί με φωτογραφίες, σκόρπια σε ράφια. Καμμιά φορά πέφτω πάνω σε κάποιο από αυτά, το ανοίγω και το διαβάζω και ζωντανεύει μπροστά μου όλη η εποχή, οι ξεχασμένοι φίλοι, οι συνήθειες, οι σκέψεις….. Και τότε μελαγχολώ για τα χρόνια που πέρασαν και τους φίλους ου χάθηκαν, για το κορίτσι που ήμουν, για όσα όνειρα έμειναν όνειρα.

Τα γράμματα σταμάτησαν φυσικά με το που μπήκε στη ζωή μας το διαδίκτυο. Τώρα στέλνω mail, δεν χρειάζεται κόλλα αρωματισμένη και φάκελλος ασορτί ούτε γραμματόσημα. Τώρα δεν κοιτάω με αγωνία το γραμματοκιβώτιο αλλά το inbox. Αυτό που δεν έχει αλλάξει είναι η αγωνία όταν περιμένω κάτι. Ανοίγω τον υπολογιστή με την ίδια λαχτάρα που έμπαινα στην πολυκατοικία και κοιτούσα το γραμματοκιβώτιο.Έχω την ίδια χαρά όταν δω το mail που περιμένω με τη χαρά που είχα τότε όταν έβλεπα το γράμμα με το σωστό γραμματόσημο. Με την ίδια αγωνία κάνω κλικ στο εικονίδιο του αδιάβαστου όπως και τότε που έσκιζα άτσαλα το φάκελο για να διαβάσω. Ήταν τόσο έντονο το συναίσθημα της αναμονής και η χαρά όταν έβλεπα ένα γράμμα που ακόμα και τώρα το βλέπω στον ύπνο μου. Να μπαίνω στην παλιά μας πολυκατοικία και να κοιτάζω με λαχτάρα το γραμματοκιβώτιο. Μόνο που τώρα στα όνειρά μου είναι είτε γεμάτο αλλά κανένα γράμμα δεν είναι για μένα, είτε απελπιστικά άδειο.

Πατησίων


Ο πεζόδρομος της Φωκίωνος Νέγρη όπως είναι τώρα

Πρωτοήρθα στην Αθήνα για μόνιμη εγκατάσταση το 1985. Μόλις είχα τελειώσει το πανεπιστήμιο στην Πάτρα, δεν ήθελα να επιστρέψω στην πατρική στέγη στη Θεσσαλονίκη μετά από χρόνια που ζούσα μόνη, και γενικά ψαχνόμουν. Η προοπτική να κάνω ιδιαίτερα ζώντας στο πατρικό σπίτι, με τους γονείς να με πρήζουν να «βρω ένα καλό παιδί» και οι οποίοι έχοντας χάσει αρκετά χρόνια από τη ζωή μου, θα ήθελαν να ξαναβρούν την έφηβη κόρη που έχασαν εκεί ακριβώς που την άφησαν. Η έφηβη όμως είχε μεγαλώσει, είχε ζήσει πολλά χρόνια μόνη, είχε αλλάξει και πνιγόταν στην ιδέα αυτής της επιστροφής και των ιδιαίτερων. Ψάχνοντας για εναλλακτική λύση, ανακάλυψα τη σχολή των -τότε- ονείρων μου και αποφάσισα να ξαναρχίσω σπουδές από την αρχή και σε τελείως διαφορετικό αντικείμενο από τις πρώτες μου. Ο πατέρας μου δεν ξετρελάθηκε από τη χαρά του κι έτσι έφυγα ένα βράδυ του Σεπτέμβρη από τη Θεσσαλονίκη, μετά από καυγά με τους γονείς μου και με 18.000 δρχ περιουσία, για μόνιμη εγκατάσταση στην Αθήνα μη έχοντας όμως εξασφαλίσει ακόμα την εισαγωγή μου με κατατακτήριες στη σχολή που ήθελα. Τόσο σίγουρη ήμουν πως τα πράγματα θα έρθουν ακριβώς έτσι όπως τα θέλω. Δεν ξέρω από που αντλούσα αυτή τη σιγουριά αλλά την είχα…

Η κολλητή μου έμενε κοντά στην Πλ. Αμερικής κι εκεί πήγα να μείνω μέχρι να βρω δικό μου σπίτι και να φέρω τα πράγματά μου από την Πάτρα που τα είχα αφήσει, αφού πριν το καλοκαίρι είχα σκοπό να δώσω κατατακτήριες σε μια σχολή του εκεί Πολυτεχνείου. Τρελοκομείο τελείως ήμουν….. Βρήκα σπίτι πολύ γρήγορα, σε μια παλιά τριόροφη πολυκατοικία του 1930 στην οδό Δροσοπούλου, απ’ αυτές με τις χτιστές κουπαστές και το ξύλινο κάλυμα, τα όμορφα και περιποιημένα μωσαϊκά στο πάτωμα και τα ξύλινα πατώματα στα υπνοδωμάτια. Ανήκε σε μια γιαγιά, την κυρία Βάγια, που με συμπάθησε αμέσως παρά την παλαβή εμφάνισή μου. Ήταν μεγάλο σπίτι όπως το ήθελα, παλιό και ψηλοτάβανο με τεράστιες μπαλκονόπορτες, σχετικά χαμηλό νοίκι και χωρίς θέρμανση. Το αγάπησα αμέσως αυτό το σπίτι παρά την ηλικία του και τα προβλήματα που έβγαζε. Πέτυχα στις κατατακτήριες όπως ακριβώς το ήθελα, κουβάλησα τα πράγματά μου από την Πάτρα και εγκαταστάθηκα εκεί για 11 χρόνια.

Η Κυψέλη ήδη είχε χάσει τη λάμψη της, δεν ήταν πλέον γειτονιά μεγαλοαστών και καλλιτεχνών αλλά κάτι ενδιάμεσο. Είχε μεγαλοαστούς που δεν την είχαν κάνει ακόμα για τα προάστεια και που ζούσαν κυρίως στη Φωκίωνος Νέγρη, η οποία δεν είχε γίνει ακόμα πεζόδρομος γεμάτος καφέ. Υπήρχε ακόμα το παλιό ζαχαροπλαστείο του Φλόκα και το Σελέκτ, στη γωνία Φωκίωνος και Επτανήσου που ήταν το στέκι της παραγωγικότερης κινηματογραφικής-και θεατρικής-παρέας μιας εποχής, με προεξέχοντες θαμώνες τον Νίκο Τσιφόρο, τον Αλέκο Σακελλαριο, τον Κώστα Πρετεντέρη, τον Γιώργο Γιαννακοπουλο, τον Γιώργο Λαζαριδη, τον Ορέστη Λάσκο, τον Βασίλη Αυλωνίτη, τον Νίκο Σταυρίδη… Υπήρχε ακόμα, όταν πήγα στη γειτονιά το μαγαζί του Σαράφη (στην Αθήνα, στα Τρίκαλα, τώρα και στη Νέα Υόρκη…), η πιτσαρία του Παεζάνο (με ωραία πίτσα αλλά ακριβή για τα δικά μου οικονομικά δεδομένα), η Δημοτική Αγορά της Κυψέλης που λειτουργούσε ακόμα με χασάπικα και μαγαζιά με βότανα, η γκαλερί «Αγκάθι»… Όταν εγκαταστάθηκα στην Κυψέλη, η Δροσοπούλου δεν γέμιζε και από τις δύο πλευρές με παρκαρισμένα αυτοκίνητα και στη Φωκίωνος έβλεπες ακόμα να πίνουν τον καφέ τους το πρωί γηραίες κυρίες  καλοχτενισμένες, φορώντας τις πέρλες τους. Μου άρεσε που ζούσα στην Κυψέλη, ήταν κοντά στο κέντρο, πήγαινα παντού με τα πόδια και ζούσα σε μια παλιά πολυκατοικία χτισμένη με βάση τις αρχές του Bauhaus, όπως πολλές που χτίστηκαν στη δεκαετία του ’30. Μου έδωσαν και κάτι φίλοι μια σόμπα πετρελαίου που δεν τη χρειαζόταν κι έτσι έλυσα και το πρόβλημα της θέρμανσης. Το σπίτι είχε σώματα καλοριφέρ τα οποία δούλευαν με έναν ατομικό λέβητα μαντεμένιο και υπέροχο, που όμως για κακή μου τύχη έκαιγε κοκ. Που να βρω κοκ και πως να το φέρω μέχρι το σπίτι, παρ’ όλο που υπήρχε ειδικός αποθηκευτικός χώρος για την αποθήκευσή του. Έτσι έμεινα να χαζεύω τα παλιά σώματα και να κουβαλάω κάθε τόσο μπετόνια με πετρέλαιο από ένα κοντινό σχετικά βενζινάδικο για τη σόμπα μου.

Από χρήματα -ειδικά την πρώτη χρονιά- ήμουν άθλια. Πεισμωμένη με τον πατέρα μου κατέβηκα στην Αθήνα με ελάχιστα και με σκοπό να βρω δουλειά. Την πρώτη χρονιά δεν βρήκα τίποτε κι έτσι αναγκάστηκα να ρίξω τα μούτρα μου και να πάρω χρήματα από τους γονείς μου, αλλά τα ελάχιστα που θα κάλυπταν τις πολύ βασικές μου ανάγκες, πράγμα που σήμαινε πως δεν περίσσευε τίποτα για εξόδους και μπαράκια. Έτσι πάρα πολλά βράδυα η έξοδός μας με την κολλητή μου ήταν βόλτα στην Πατησίων, μετά Εξάρχεια, μετά ανέβασμα βολταριστό μέχρι το Κολωνάκι και πίσω. Με το να χαζεύουμε βιτρίνες και να συζητάμε περνούσε η ώρα και γυρνούσαμε σπίτια μας για ύπνο κουρασμένες. Κάποιες φορές τη βγάζαμε στο σπίτι της καθώς εκείνη είχε τηλεόραση ενώ εγώ δεν είχα. Αλλά η τηλεόραση ήταν πολύ βαρετή σε σχέση με το χάζι στο δρόμο. Η Πατησίων ήταν φωτεινή, γεμάτη βιτρίνες ακριβών μαγαζιών και ποτέ δεν νιώσαμε φόβο όποια ώρα και να την περπατούσαμε. Την επόμενη χρονιά βρήκα δουλειά σ’ ένα μπαράκι στα Εξάρχεια (τι πρωτότυπο για την εποχή….) που μου άφηνε ελεύθερη τη μέρα για τη σχολή και ήταν πολλά τα βράδυα που γυρνούσα στο σπίτι μου μετά τη δουλειά περπατώντας, χωρίς ποτέ να νιώσω κάποιου είδους απειλή. Η Πατησίων έλαμπε από τα φώτα, τι να με φοβίσει;

Σήμερα πέρασα από την Πατησίων πάλι. Δεν έχω απομακρυνθεί πολύ από το κέντρο, δεν μετακόμισα σε προάστειο, απλά δεν μένω πλέον στην Κυψέλη, δεν έχω χρήματα να κατεβαίνω για ψώνια, δεν περισσεύει χρόνος για να χαζεύω τις βιτρίνες κι έτσι είχα καιρό να την περπατήσω. Λέγοντας «καιρό» όμως δεν εννοώ χρόνια, μήνες εννοώ και επειδή σήμερα την περπάτησα πάνω κάτω και απόγευμα, μ’ έπιασε θλίψη. Που είναι ο φωτεινός δρόμος που ήξερα; Πού πήγαν τα μαγαζιά και οι φωτισμένες βιτρίνες; Ένα ανοιχτό μαγαζί και τρία κλειστά είναι η αναλογία κι αυτά δεν ξέρω για πόσο ακόμα θ’ αντέξουν, αφού σε πολλά είχε ταμπέλες «Ξεπούλημα»….. Σκοτεινή μου φάνηκε, περπατούσα κι έβλεπα όλα τα μαγαζιά που χάζευα στα νιάτα μου κλειστά χωρίς προοπτική να ξανανοίξουν. Και θυμόμουν εμένα και τη Μαρία να χαζεύουμε τα ρούχα που δεν μπορούσαμε ν’ αγοράσουμε γιατί ήταν ακριβά για μας και να γελάμε χαζολογώντας και κάνοντας βόλτα στη φωτισμένη Πατησιών ένός άλλου καιρού.

Πάνω κάτω, πάνω κάτω η Πατησίων, η ζωή μας είναι η Πατησίων.
Εμείς εκεί μια ζωή λιγούρια ταξιδεύουμε στην ίδια διαδρομή.
Ξεφτίλα, μοναξιά, απελπισία κι ανάποδα.
Εντάξει, δεν κλαίμε, μεγαλώσαμε.
Μονάχα όταν βρέχει βυζαίνουμε κρυφά το δάχτυλό μας και καπνίζουμε.
Η ζωή μας είναι άσκοπα λαχανητά σε κανονισμένες απεργίες,
ρουφιάνους και περιπολικά.
Γι αυτό σου λέω, την άλλη φορά που θα μας ρίξουνε, να μην την κοπανήσουμε.
Να ζυγιαστούμε!
Μην ξεπουλήσουμε φτηνά το τομάρι μας ρε!»

Εκεί κοντά έμενε και η Κατερίνα, στην Γ’ Σεπτεμβρίου, σ΄ένα σπίτι τόσο παλιό αλλά πιο όμορφο από το δικό μου. Την ήξερε την Πατησίων αλλά έγραφε για μια άλλη Πατησίων από τη δική μου, τη φωτεινή. Η δική της Πατησίων ήταν «σκοτεινή» σαν τη σημερινή.  Όπως φαντάζομαι την ήξερε κι ο Νίκος Γκάτσος που υπήρξε για χρόνια κάτοικος της Κυψέλης.

Update: Δεν κάνω καμμία αναφορά στο παζάρι που στήνεται μέχρι το σούρουπο στα πεζοδρόμια της Πατησίων. Ούτε για το «παζάρι» που στήνεται τις νύχτες. Σκόπιμα δεν θέτω αυτές τις δύο παραμέτρους που συμβάλλον κι αυτές στην αλλαγή αυτού του δρόμου που νιώθω σαν την αυλή του σπιτιού μου. Τα μαγαζιά που κλείνουν είναι αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης, η μετανάστευση όμως και το trafficking, είναι ένα περίπλοκο θέμα (κατά τη γνώμη μου από τα προβλήματα με τις περισσότερες παραμέτρους) και δεν νιώθω ότι μπορώ να το αναλύσω στα πλαίσια ενός blog. Νομίζω πως γενικά δεν μπορεί ν’ αναλυθεί παρά μονοσήμαντα και δεν το θέλω σ’ εποχές που οι άνθρωποι κραυγάζουν περισσότερο παρά σκέφτονται.

νιάτα


Να είναι Πάσχα, Μ. Παρασκευή. Να είσαι 21 χρόνων. Να μυρίζει όλος ο τόπος βιολέττες, πασχαλιές και Άνοιξη. Να είναι σούρουπο, ένα από κείνα τα χλιαρά και λιγωμένα ανοιξιάτικα απόβραδα. Να νιώθεις πως σκας από κάτι απροσδιόριστο, κάτι ανάμεσα σ’ ευτυχία και θλίψη. Να θες να πετάξεις και να γίνεις ένα μ’ αυτόν τον χλιαρό αέρα και ταυτόχρονα να θες να βυθιστείς στα Τάρταρα κλαίγοντας για όλους και για όλα. Να είσαι με την κολλητή σου στο σπίτι του καλού της, μ’ ανοιχτά τα παράθυρα για πρώτη φορά μετά το χειμώνα. Ν’ ανοίγεις την τηλεόραση και ν’ ακούς μια μουσική που σε μαγεύει. Κολλάς στις εικόνες που είναι το ίδιο μαγικές, κολλάει το ίδιο και η κολλητή σου που το παίζει σκληρή, τη βλέπεις με την άκρη του ματιού σου αλλά δεν βγάζεις κιχ μη το χαλάσεις. Ακούς ακίνητη, σε έκσταση, ρουφώντας τον μυρωδάτο αέρα. Κι όταν τελειώνει η μουσική καταλαβαίνετε πως είναι Μ. Παρασκευή κι έχετε πει πως κάθε τέτοια μέρα θα πηγαίνετε σε μια ήσυχη εκκλησία ν’ ακούσετε τους ύμνους που σας μαγεύουν κι ας είστε άθεες. Φεύγετε τρέχοντας, γελώντας και ψάχνοντας να βρείτε σε ποια θα πάτε. Σκέφτεσαι πως θα έχεις πάλι καυγάδες με τη μάνα σου γιατί ξεχάστηκες όλη μέρα στους δρόμους αλλά δεν σε νοιάζει. Θα τα μπαλώσεις πάλι, θα πεις πως πήγες στον Επιτάφιο. Δεν θα σε πιστέψει αλλά….

Δεν θυμάσαι σε ποια εκκλησία βρεθήκατε, δεν έχει πλέον σημασία. Αυτό που δεν ξεχνάς είναι η μυρωδιά του σούρουπου και τα δυο κορίτσια που έτρεχαν στους δρόμους της Τριανδρίας μαγεμένα από τη μουσική και τις μυρωδιές, ζαλισμένα από τα νιάτα τους.

Η μυρωδάτη πόλη ήταν η Θεσσαλονίκη και η Τριανδρία των αρχών του ’80 και η μουσική που τις μάγεψε ήταν το «Κύριε των Δυνάμεων» του Σταμάτη Σπανουδάκη με τις φωνές του Γιάννη Κούτρα και της Ελένης Βιτάλη.

στιγμές (ξανά…)


Είναι ψηλός, αρχοντάνθρωπος, γαλανομάτης κι όμορφος κι εγώ 5 χρόνων, η πρωτότοκη και κλώνος του. Φοράει πάντα γυαλιά ηλίου (κάτι σαν τα κλασικά Rayban) και βλέπει πως κι εγώ μισοκλείνω τα μάτια μου και ζαρώνω το μέτωπο στον ήλιο. Με παίρνει και πάμε σ’ ένα κατάστημα οπτικών και παραγγέλνει ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου -ίδια με τα δικά του- σε παιδικό μέγεθος. Τα φοράω και κοντεύω να σκάσω από περηφάνια όταν περπατάμε μαζί στο δρόμο. Προσπαθώ να συγχρονίσω το βήμα μου μαζί του, εγώ μια σταλιά κι αυτός θεόρατος, με αποτέλεσμα να περπατάω σαν καρικατούρα. Κανείς δεν με πείθει να μη το κάνω, είναι ο μπαμπάς μου και φοράμε τα ίδια γυαλιά ηλίου και είμαι το μόνο παιδί στη γειτονιά που φοράει γυαλιά από μαγαζί κι όχι τα ψεύτικα από το περίπτερο.
Γυρνάει πρωί από τη δουλειά, είναι σκοτωμένος από κούραση αλλά εγώ παραμονεύω. Πέφτει στο κρεβάτι του και τρυπώνω δίπλα του. «Μπαμπά, τα παραμύθια; Θα μου πεις τα παραμύθια;» Μου τα λέει, δύο παραμύθια δικής του έμπνευσης, τα ίδια πάντα, που τ’ ακούω χωρίς να βαριέμαι. Και μετά μου τραγουδάει, «άστο το χεράκι σου, το μικρό σου χέρι, άστο το χεράκι σου να σου το κρατώ…» και καμμιά φορά το «άστα τα μαλλάκια σου…». Μετά κοιμάται κι εγώ χαζεύω τον ουρανό. Από μικρή βουρκώνω όποτε ακούω αυτό το τραγούδι.
Είμαι γύρω στα 22, φοράω μια μακριά πορτοκαλί φούστα κι ένα κοντό μαύρο μπλουζάκι. Περνάω να τον πάρω για να πάμε κάπου, δεν θυμάμαι που. Έχει μεγαλώσει, έχει ασπρίσει κι έχει χάσει μαλλιά, είναι όμως πάντα αρχοντάνθρωπος. Τον κρατάω από το χέρι και περνάμε από τα καφέ της Αγ. Σοφίας. Συνειδητοποιώ πως οι μπαρμπάδες τον κοιτάζουν με ζήλια. Γελάω και του το λέω. «Μπαμπά σε ζηλεύουν, αναρωτιούνται πως τα κατάφερες και έριξες το τεκνό και σε κυκλοφοράει κρατώντας σε από το χέρι περήφανη…. Μα δεν βλέπουν πως είμαστε ίδιο;». «Ιδέα σου είναι» μου απαντάει αλλά γελάνε και τα μουστάκια του.
Φτάνω στο νοσοκομείο, η μαμά μου έχει πει πως ίσα που τη γλύτωσε προς στιγμήν. Ταξίδευα όλη τη νύχτα, η καρδιά μου έχει βουλιάξει, αρνούμαι να πιστέψω πως πεθαίνει. Φτάνω στο δωμάτιο, η μαμά με γυρισμένη πλάτη κάτι του λέει. Τον βλέπω στο κρεβάτι με μάσκα οξυγόνου. Με βλέπει και κάτι της λέει, «τι λες Τ.;» τον ρωτάει. Έχω ήδη πλησιάσει πολύ, βλέπω τα μάτια του να λάμπουν. «Ήρθε το κορίτσι μας Σ. Το κορίτσι μας…». Δεν σ’ έσωσα μπαμπά, όσες φιάλες αίμα κι αν σου βρήκα….

Αραιώνουμε…..


Έπεσε θανατικό, πολύ θανατικό τον τελευταίο καιρό…. Άσημοι και διάσημοι και δεν προλαβαίνω να στεναχωριέμαι για γνωστούς, άγνωστους, κοντινούς ανθρώπους δικούς μου και φίλων.

Πριν ένα σχεδόν μήνα διαβάσαμε πως πέθανε ο Ρασούλης, χτες ο Παπάζογλου, πριν πέντε μέρες ο πατέρας μιας φίλης. Θα μου πεις, καλά, τι σε νοιάζει εσένα αν πέθανε ο Παπάζογλου και ο Ρασούλης; Άντε το πολύ πολύ να σε νοιάζει ο πατέρας της φίλης σου κι αυτό γιατί αγαπάς τη φίλη σου και η στεναχώρια της σε στεναχωρεί. Τους άλλους τι τους είχες και σε στεναχωρεί ο θανατός τους;

Τίποτε δεν τους είχα, η αλήθεια είναι αυτή. Όμως…… χόρεψα, ερωτεύτηκα, μάλωσα, χώρισα, έκλαψα και διασκέδασα με τη συντροφιά τους. Δεν τα λες και λίγα όλα αυτά. Το πιο όμορφο βράδυ Πρωτοχρονιάς το πέρασα στο «Όνειρο» στη Θεσσαλονίκη με τον Ρασούλη, την κόρη του και τη Μαριώ να τραγουδάνε. Εγώ μέσα στην καψούρα, μεθυσμένη μ’ ένα κρασί-νέκταρ που είχε έρθει από το Άγιο Όρος, βρέθηκα με μια παρέα στο «Όνειρο» μετά την αλλαγή του χρόνου κι αφού είχα παίξει για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή μου χαρτιά και έχασα με συνοπτικές διαδικασίες το ποσό που μου είχα επιτρέψει στον εαυτό μου από την αρχή να χάσει. Στην αρχή το πρόγραμμα ήταν αρκετά υποτονικό, μπαλάντες και τέτοια, και αναρωτιόμασταν αν είναι δυνατόν να τη βγάλουμε έτσι και μήπως κάναμε λάθος στην επιλογή του μαγαζιού. «Αλλά τι σκατά; » σκεφτήκαμε. «Είναι δυνατόν να μη γίνει κέφι με τον Ρασούλη και τη Μαριώ;» Κι έγινε μετά από λίγη ώρα… Με θυμάμαι να χορεύω μεθυσμένη, χαλαρωμένη και σχεδόν ευτυχής το «Πότε Βούδας, πότε Κούδας», που τότε πρέπει να είχε πρωτοκυκλοφορήσει και δεν το είχαν βάλει ακόμα όλα τα ελληνάδικα στο πρόγραμμά τους, να το χορεύουν και να τραγουδάνε στίχους που δεν καταλαβαίνουν όλα τα γκομενάκια με το μίνι και τη δωδεκάποντη γόβα.

Η μεγάλη όμως αγάπη μου ήταν ο Παπάζογλου και τα τραγούδια του. Ο Παπάζογλου που τον πρωτοσυνάντησα σ’ ένα φεστιβάλ του «Ρήγα», δευτεροετής φοιτήτρια στην Πάτρα. Τον είχε φέρει θυμάμαι μια σαλονικιά, βοηθός τότε στο Πολυτεχνείο, μέλος του ΚΚΕ Εσωτερικού. Ήταν φίλος του αδελφού της και τον ήξερε από παιδί. Ανέβηκε ο Νικόλας στη σκηνή και μας παρουσίασε σε avant premiere την Εκδίκηση της Γυφτιάς. Φοβερό; Μόνο που ο κόσμος που ήταν εκεί δεν τον ήξερε και τον έκραξε, γιατί ολοι περίμεναν ν’ ακούσουν τα Παιδιά από το Χάραμα, κάποιοι συμφοιτητές μας που έπαιζαν σ’ ένα πατρινό ρεμπετάδικο και ήταν πολύ αγαπητοί. Ναι, τα μετέπειτα  διάσημα «Παιδιά από την Πάτρα» περιμέναν ν’ ακούσουν όλοι και έκραξαν τον Παπάζογλου. Και λέω έκραξαν γιατί αν και ήμουν κι εγώ μία απ’ αυτούς που περίμεναν ν’ ακούσουν το Λάμπρο και τους υπόλοιπους, ντράπηκα πάρα πολύ για τη συμπεριφορά του κόσμου. Θεωρούσα πως ένας καλλιτέχνης εκτίθεται αβοήθητος πάνω στη σκηνή ενώ ο κόσμος από κάτω είναι μια μάζα στο σκοτάδι που σφυρίζει. Άδικο το έβρισκα και ήθελα να πάω και να τον αγκαλιάσω και να του πω να μη στεναχωριέται, και πως τα τραγούδια του είναι όμορφα αλλά απλά ο κόσμος αγαπάει τους δικούς του ανθρώπους και γιαυτό γίνεται αγενής και σκληρός. Φυσικά δεν έκανα τίποτε απ’ αυτά, ντρεπόμουν πολύ για κάτι τέτοιο. Τελος πάντων, τελείωσε ο Νικόλας το πρόγραμμα κακήν κακώς και ανέβηκαν στη σκηνή οι φίλοι μας κι έγινε χαμός. Μέσα στη χρονιά κυκλοφόρησε ο δίσκος, έγινε τρελή επιτυχία και την επόμενη χρονιά τον ξανακάλεσαν στο Φεστιβαλ του Ρήγα. Ο Παπάζογλου δεν ήθελε ούτε να τ’ ακούσει, θυμόταν το κράξιμο της προηγούμενης χρονιάς. Ευτυχώς τον έπεισε πάλι η Βαρβάρα και κατέβηκε. Οι ίδιοι που την προηγούμενη χρονιά τον έκραζαν αυτή τη φορά τον αποθέωσαν… Κι έτσι δεν έμεινε ο Νικόλας με την πικρή γεύση του κραξίματος από το φοιτηταριό της Πάτρας.

Μετά έβγαλε το «Χαράτσι» κι εγώ έκανα λακουβίτσα στο σημείο του δίσκου που ήταν ο «Αύγουστος» και μότο της ζωής μου το «…θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό…». Για χρόνια πήγαινα κι ας μου έβγαινε και σε κακό. Τι στο διάβολο; Ας μετανιώνω έλεγα για κάτι που έκανα παρά για κάτι που δεν έκανα.

Τα χρόνια περνούσαν, ο Παπάζογλου έβγαζε δίσκους, εγώ εγκαταστάθηκα στην Αθήνα, ερωτευόμουν και χώριζα και άκουγα πάντα τον «Αύγουστο» και όλα τα άλλα τραγούδια του που λάτρευα. Ο έρωτας της ζωής μου με αποκαλούσε «Τρελή κι αδέσποτη» κι εγώ πολλές φορές τραγουδούσα με πάθος «…οι νέοι χωριστά, οι γέροι άλλο πράμα…» με την ορμή και μια σχετική αλαζονεία των νιάτων μου. Και τώρα το τραγουδάω με το ίδιο πάθος αλλά από την άλλη όχθη του ποταμού και χωρίς αλαζονεία αλλά με μελαγχολία.

Σεπτέμβρη του 1991 έδινε συναυλία στο Λυκαβηττό, την τελευταία του καλοκαριού που την έκανε εκεί όπως συνήθιζε να κλείνει τις καλοκαιρινές περιοδείες του. Πήγα εκεί μ’ ένα φίλο σαλονικιό, όρθια και μπροστά μπροστά όπως πάντα στις συναυλίες. Σ’ αυτή τη συναυλία μας παρουσίασε έναν νέο καλλιτέχνη όπως είπε, το Σωκράτη Μάλαμα! Είπε δυο τρία τραγούδια και το κοινό τον υποδέχτηκε παγωμένο, όπως πριν κάποια χρόνια είχε υποδεχτεί το κοινό της Πάτρας τον ίδιο τον Παπαζογλου. Εκείνη τη στιγμή αναρωτήθηκα αν του ερχόταν ποτέ στο μυαλό τα σφυρίγματα που είχε ακούσει τότε και τα «κατέβα κάτω ρε…». Ο μόνος που ήξερε τα τραγούδια του ήταν ο φίλος μου, μας κοίταζαν περίεργα οι τριγύρω που τα τραγουδούσε. Εκτός όμως από τα τραγούδια του Μάλαμα ήξερε και τον Παναγιώτη, τον μπουζουξή της ορχήστρας κι όπως ήμασταν μπροστά μπροστά του φώναζε συνέχεια διάφορα για να τον πειράξει. Θυμάμαι κι ένα ζευγαράκι μπροστά μας, γύρω στα 18 που άκουγε εκστασιασμένο τη «Ρωγμή του χρόνου» και που σε μια στιγμή το αγόρι ρώτησε το κορίτσι αν ξέρει ποιος ειναι ο Ουλιάνωφ για ποιανού το μειδίαμα τραγουδούσε ο Παπάζογλου. Το κορίτσι δεν ήξερε και το αγόρι όλο περηφάνια της ανακοίνωσε πως Ουλιάνωφ ήταν το επίθετο του Λένιν. Εμείς είχαμε μεγαλώσει πλέον, αυτά τα θεωρούσαμε για το νηπιαγωγείο αλλά μου φάνηκε τόσο γλυκειά και χαριτωμένη η σκηνή…. Το αγόρι έκανε τη φιγούρα του, το κορίτσι τον κοίταξε με θαυμασμό και συνέχισαν ν’ ακούν αγκαλιασμένοι σιγοτραγουδώντας, γνωρίζοντας πλέον και οι δύο ποιος ήταν ο Ουλιάνωφ του τραγουδιού.

Στο τέλος της συναυλίας, αφού τους βγάλαμε και τους ξαναβγάλαμε στη σκηνή για συνεχή ανκόρ, πήγαμε στα παρασκήνια όπου μια κοσμοπλημμύρα περίμενε το Νικόλα. Ανάμεσά τους μια ομάδα από Χανιώτες αν δεν κάνω λάθος, που ερχόταν κάθε χρόνο σ’ αυτή την τελευταία συναυλία και του έφερναν ρακή. Τους ήξερε με τα μικρά τους ονόματα όλους. Εμείς πήραμε τον Παναγιώτη και φύγαμε κι έτσι ξεκίνησε μια συνήθεια που κράτησε για μερικά χρόνια παρ’ όλο που ο σαλονικιός φίλος μου γύρισε στη Θεσσαλονίκη και δεν ξαναπήγαμε μαζί σε συναυλία. Να πηγαίνω δηλαδή στην συναυλία στο Λυκαβηττό και μετά στα παρασκήνια να συναντάω τον Παναγιώτη και να φεύγουμε με το μπουζούκι του παραμάσχαλα. «Ευτυχώς που ήρθες» μου έλεγε «με σένα δεν θα γίνω ντίρλα αλλιώς με το θείο παρέα θα γινόμασταν ένα με τα πατώματα». Έτσι τον αποκαλούσαν τα παιδιά του συγκροτήματος, «θείο». Εξαιτίας του Παναγιώτη λοιπόν γνώρισα τον Παπάζογλου, βρέθηκα σε πρόβες τους στο «Ραβάναστρον», τα ήπιαμε παρέα μια φορά στην Πλάκα όπου έμεναν πάντα. Ντροπαλός άνθρωπος ήταν, καμμία σχέση με ντίβα. Απορούσε πάντα τι ήθελαν και του ζητούσαν το κόκκινο μαντήλι του. «Μα τι το το θέλουν» αναρωτιόταν. «Σαν σίχαμα είναι από τον ιδρώτα μετά από κάθε συναυλία. Σίχαμα ξεσίχαμα, πάντα κάποιος του το ζητούσε. Χιλιάδες τέτοια μαντήλια  πρέπει να είχε αγοράσει στη ζωή του.

Τελευταία φορά τον είδα στον «Κεραμεικό» όταν κατέβηκε όλο το χειμώνα στην Αθήνα για ένα πρόγραμμα με τον Σαββόπουλο. Μ’ έψησε να πάμε μια φίλη μου, εγώ δεν ήθελα να πάω…. Η ιδέα πως θ’ ακούσω τον Παπάζογλου καρφωμένη σ’ ένα τραπέζι ένος κυριλάτου μαγαζιού με υποχρεωτική φιάλη κι όχι όρθια σε συναυλία με μπύρες και χορεύοντας, δεν μου ήταν ιδιαίτερα ελκυστική. Πήγαμε όμως, ένα σμάρι γυναίκες. Στο δρόμο τον πετύχαμε να πηγαίνει κι αυτός προς το μαγαζί. «Νικόλα!» τον φώναξε η φίλη μου και γύρισε και πιάσαμε την κουβέντα κατεβαίνοντας όλοι μαζί την οδό Κεραμεικού αν και μετά από λίγο μας άφησε γιατί έπρεπε να βιαστεί για το μαγαζί. Ρώτησα τη φίλη μου αν τον ξέρει από Θεσσαλονίκη και μου είπε «όχι, αλλά ο Νικόλας έτσι είναι…. με όλους μιλάει σαν να τους ξέρει χρόνια». Στο μαγαζί δεν το ευχαριστήθηκα. Σφηνωμένη σ’ ένα τραπέζι, μόνο να τραγουδάω μπορούσα. Ούτε χορός, ούτε κίνηση, ούτε όσα είχα συνηθίσει στις συναυλίες. Κι ο ίδιος ο Παπάζογλου έμοιαζε έξω από τα νερά του, αυτός ήταν άνθρωπος των συναυλίων και της άμεσης επαφής με τον κόσμο. Όχι πως ήταν άσχημα, δεν ήταν όμως αυτό που αγαπούσαμε όσοι τρέχαμε από συναυλία σε συναυλία.

Μετά απ’ αυτό τον έχασα. Νομίζω ξανακατέβηκε στην Αθήνα αλλά με είχε πάρει η μπάλα και δεν πήγα. Μπορεί και να μεγάλωσα, ο Παπάζογλου ήταν πάντα τα νιάτα μου και οι τρέλες μου. Ακόμα και το μότο της ζωής μου άρχισα να μη το ακολουθώ με ευλάβεια, σταμάτησα να πηγαίνω πάντα ακόμα κι αν θα μου έβγαινε και σε κακό… Γέρασε εκείνος, γέρασα κι εγώ. Και τώρα πέθανε και μαζί του είναι σαν να θάβω εκείνη την πιτσιρίκα που έλεγε στον εαυτό της κάθε φορά που ετοιμαζόταν να κάνει τη μαλακία, «θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό….»

Καλό ταξίδι Νικόλα….

Άντε βρε….


«Άντε βρε» μου είπε προχτές ένας φίλος «δεν θα γράψεις πάλι καμμιά ιστορία να διαβάσουμε;»

«Δεν ξέρω», του απάντησα «βαριέμαι τα πανταόλα…» Και να πεις δεν υπάρχουν θέματα για να γράψει κάποιος; Από που να πρωταρχίσω… Το χαμό στην Ιαπωνία που είμαι σίγουρη πως αυτά που μαθαίνουμε δεν είναι ούτε το 10% απ’ αυτά που συμβαίνουν; Για τη Λιβύη και τον πόλεμο προπαγάνδας που μαίνεται εκεί κάτω πέρα από τον πραγματικό πόλεμο; Για τον πόλεμο στην Κερατέα, που μαίνεται κι αυτός κάθε μέρα αλλά μούγκα τα ΜΜΕ; Για το Νέο Λύκειο που εξήγγειλε μετά βαΐων και κλάδων η υπουργάρα μας και στους παλιότερους σίγουρα θα θυμίσει το σύστημα για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια που ίσχυε πριν τις δέσμες του 1980; Για το μεταναστευτικό και τα γεγονότα στην Υπατία, που υποσχέθηκα στον Πάνο να του πω τη γνώμη μου; Ποια γνώμη δλδ, για μένα το μεταναστευτικό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της εποχής μας, το πρόβλημα με τις περισσότερες παραμέτρους. Κάτι σαν το παιχνίδι Jenga, που ό,τι και να κουνήσεις απρόσεκτα έχει σαν αποτέλεσμα την κατάρρευση του οικοδομήματος. Μια φράση στριφογυρίζει στο μυαλό μου κάθε φορά που σκέφτομαι το ματαναστευτικό, μια φράση που διάβασα πέρσι σ’ ένα βιβλίο για την οικονομική παγκοσμιοποίηση «Παλιά οι άνθρωποι έδιναν παγκόσμιες λύσεις στα τοπικά προβλήματα, στον καιρό όμως της παγκόσμιας διακυβέρνησης η προσπάθεια είναι να δοθούν τοπικές λύσεις σε παγκόσμια προβλήματα». Νομίζω πως αυτή η φράση μπορεί σε μεγάλο βαθμό να περιγράψει το πρόβλημα της μετανάστευσης (σκόπιμα δεν ξεχωρίζω τους μετανάστες σε λαθραίους ή όχι). Γιατί η μετανάστευση είναι πρόβλημα το οποίο όμως έχει γίνει λάστιχο από το τράβηγμα που κάνει ο καθένας κατά το δοκούν, χωρίς διάθεση ψύχραιμης αντιμετώπισης. Όπως και το γεγονός πως σήμερα αγγίζει κάποιους λαούς και αύριο μπορεί να αγγίξει εμάς, να γίνουμε εμείς οι απόβλητοι παρίες που θα είμαστε θύματα επιτήδειων και δουλέμπορων, που θα δίνουμε τρελά λεφτά για να πάμε κάπου όπου θα έχουμε μια ελπίδα για καλύτερη ζωή. Πράγμα που συνέβαινε μερικά χρόνια πριν, έστω και με διαφορετικές παραμέτρους.

Όλα αυτά στήνουν χορό κάθε μέρα στο κεφάλι μου αλλά δεν βρίσκω νόημα για μια ακόμα μπλογκερική ανάλυση, άλλοι γράφουν πολύ καλύτερα και πολύ πιο εμπεριστατωμένα. Χρωστάω όμως κάτι, κι όταν χρωστάω δεν μπορώ να ησυχάσω.  Κάποια στιγμή ξεκίνησα να γράφω για τη γειτονιά που μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Η πρώτη ιδέα ήταν να γράψω για τους μαγαζάτορες της γειτονιάς και μου την έδωσε η Faraona. Για όλους τους άλλους έγραψα αλλά αυτούς τους άφησα στην άκρη, όλο την επόμενη φορά έλεγα κι όλο κάτι άλλο προέκυπτε κι αυτοί δεν φάνηκαν πουθενά. Τους το χρωστάω όμως, δεν ήταν και πολλοί δα….

Ήταν ο κυρ Γιώργος, ο μπακάλης, κοντός με κοιλιά, μαύρο μαλλί κορακάτο περασμένο με μπριγιαντίνη και χτενισμένο προς τα πίσω, μουστάκι και την απαραίτητη ποδιά του μπακάλη. Πόντιος, έκανε παρέα με το μπαμπά και στο σπίτι του, που ήταν στην παραπέρα γειτονιά, είδαμε το θρυλικό ματς ΠΑΟ – Άγιαξ στο Wembley. Είχε πλημμυρίσει κόσμο το σαλόνι του, δεν είχαν τότε όλοι τηλεόραση στο σπίτι τους.  Πέθανε όπως έμαθα ένα δυο χρόνια πριν το θάνατο του δικού μου πατέρα, ήταν και κοντινοί στην ηλικία. Έχω ακόμα στη μύτη μου τη μυρωδιά που σ’ έπιανε απ’ τα μούτρα μόλις έμπαινες στο μαγαζί του, κάτι ανάμεσα σε απορρυπαντικό και φέτα. Όλα τα πράγματα είχαν αυτή τη μυρωδιά, το τυρί μύριζε και λίγο απορρυπαντικό. Είχε τσουβάλια με ρύζια και φασόλια και φακές, μια βιτρίνα-ψυγείο για τα τυριά και τα σαλάμια και τη χαρακτηριστική «πιάστρα» για να κατεβάζει από τα πάνω ράφια τις κονσέρβες και τα χαρτιά υγείας.  Εννοείται πως υπήρχε πάνω στον πάγκο του το κλασικό τεφτέρι για τα βερεσέδια, στο οποίο η μάνα μου υπερηφανευόταν πως δεν είχαμε ποτέ γραφτεί. Το να χρωστάμε έστω και μια δραχμή θεωρούνταν μεγάλη ντροπή για τη μαμά, καλύτερα να μην τρώγαμε.

Παραδίπλα ήταν το ζαχαροπλαστείο του κυρ Αντρέα, Ανδρέας Μπάτζιος αν δεν κάνω λάθος έγραφε η ταμπέλα αλλά δεν θυμάμαι το όνομα του μαγαζιού, πιθανόν κάτι σε «Γαρδένια»…. χμμμ κάτι μου λέει αυτό….. Ήταν μόνος του ο κυρ Αντρέας, ανύπαντρος, κι είχε έναν ανηψιό να τον βοηθάει στο εργαστήριο. Το ζαχαροπλαστείο ήταν το γλυκό μας όνειρο, ήταν ακόμα η εποχή που πήγαινες επίσκεψη μ’ ένα κουτί πάστες και στα γενέθλια οι φίλοι σου σου έφερναν για δώρο μια μεγάλη σοκολάτα αμυγδάλου ΙΟΝ και ήσουν ευτυχισμένος. Ο κυρ Αντρέας έκανε ένα υπέροχο γλυκό, τις «μπανάνες», έτσι το έλεγε. Σιροπιαστό, με γέμιση καρυδάτη και φύλλο σφολιάτας, σε μέγεθος και σχήμα μπανάνας. Θυμάμαι κάτι ευτυχισμένα απογεύματα Κυριακής που η μαμά μας έδινε λεφτά να αγοράσουμε μία «μπανάνα» για τον καθένα και φεύγαμε πετώντας για το ζαχαροπλαστείο του Αντρέα. Μετά ακθόμασταν στο μικρό μπαλκόνι μας και το τρώγαμε μπουκιά μπουκιά, απολαμβάνοντάς το. Νομίζω πως δεν έχω ξαναφάει τόσο νόστιμο γλυκό ή πάλι μπορεί απλά να το έκανε νόστιμο το γεγονός πως δεν ήταν καθημερινό και στη μνήμη μου το έχω συνδυάσει με ζεστά καλοκαιρινά απογεύματα και καλή διάθεση. Είχε και δυο τρία τραπεζάκια έξω από το μαγαζί του, εκείνη την εποχή ήταν έξοδος να βγει η οικογένεια να φάει μια πάστα σε ζαχαροπλαστείο, όλα τα ζαχαροπλαστεία είχαν τραπεζάκια. Ο Αντρέας έφτιαχνε τα γλυκά, σέρβιρε τις πάστες όταν είχε πελάτες στα τραπεζάκια και έψηνε κανένα καφεδάκι για τους μερακλήδες. Κανονικό ψήσιμο, όχι 10’’ στη μηχανή και σερβίρισμα έτσι ώστε ο καφές να είναι καραβίσιος. Μερικά απογεύματα, τον θυμάμαι να κάθεται μόνος φορώντας την ποδιά του σε κάποιο από τα τραπεζάκια του στο πεζοδρόμιο και να καπνίζει. Ήταν μοναχικός άνθρωπος όμως, δεν θυμάμαι πολλές κουβέντες και πειράγματα όταν περνάγαμε.

Από την άλλη μεριά του μπακάλικου το ψιλικατζίδικο του κυρ Αβραάμ, γεμάτο με θησαυριούς που κόστιζαν μία ή μισή δραχμή, άντε δίφραγκο, αλλά παρ’ ό’ αυτά δεν ήταν εύκολο να τις αποκτήσουμε. Ο κυρ Αβραάμ ήταν γέρος, ψηλός, αδύνατος και μόνος. Ποτέ δεν κατάλαβα αν το Αβραάμ ήταν όνομα εβραϊκό ή ποντιακό. Πολλές φορές οι γείτονες αναφέρονταν σ’ αυτόν με το όνομα Αβραμίκος και χαμήλωναν τη φωνή, πράγμα που πάντα μ’ έκανε να πιστεύω πως ήταν εβραίος που γλύτωσε το στρατόπεδο, κι αυτό από μόνο του μ’ έκανε να σκιάζομαι όποτε έμπαινα στο μαγαζί του. Δεν ξέρω γιατί, έτσι κι αλλιώς τότε λίγα πράγματα ήξερα για το Ολοκαύτωμα κι αυτά από μισόλογα των μεγάλων. Το μαγαζί του ήταν σκοτεινό και σκονισμένο, είχε μια βιτρίνα με τους «θησαυρούς», μικρά κουκλάκια-μωράκια, δαχτυλιδάκια μπακιρένια και βραχιολάκια και διάφορα τέτοια γυαλιστερά που φάνταζαν στα μάτια μας σαν θησαυρός. Αλλά ακόμα κι αν βάζαμε στην άκρη τη δραχμή ή το δίφραγκο που χρειαζόταν για να γίνει δικός μας ο θησαυρός πάντα είχαμε το φόβο της μάνας που θα μας έκραζε που χαλάμε λεφτά σε σαχλαμάρες. Και φυσικά δεν υπήρχε περίπτωση να βγάλουμε γλώσσα και να πούμε πως θα κάναμε ό,τι γουστάρουμε με το χαρτζηλίκι μας και πως αν δεν θέλαμε κουλούρι αλλά κουκλάκι αυτό ήταν δική μας επιλογή… Μόνο για ν’ αγοράσεις κουλούρι άξιζε να δώσεις μια δραχμή, όχι για μπακιρένιες σαχλαμάρες. Που να τα φανταστούν αυτά τα παιδιά τα σημερινά, τα παιδιά μας….. Ποιος ξέρει, ίσως γιατί εκείνη η λαμπερή μπακιρένια σαχλαμαρίτσα μας έμεινε απωθημένο δεν τους αρνιόμαστε εύκολα κάτι.

Απέναντι απ’ αυτούς ήταν ο φούρνος της κυρά Λαμπρινής. Κλασική εικόνα φουρνάρισσας η Λαμπρινή, χοντρή, γελαστή, φορούσε πάντα μια μακρυά φούστα και μακρυά ποδιά πάντα αλευρωμένη. Ο φούρνος ήταν σ’ ένα παλιό κτίσμα, κατέβαινες δυο σκαλάκια για να μπεις, έψηνε φυσικά με ξύλα το ψωμί και το έβαζε σε ξύλινες πινακωτές (πινακωτή-πινακωτή, έλα από τ’ άλλο μου αυτί….) και μοσχομύριζε όλη η γειτονιά. Δούλευαν μαζί οι κόρες και οι γαμπροί της, κάποια στιγμή μετά το σεισμό γκρεμίστηκε το πέτρινο παλιό κτίσμα που στέγαζε το φούρνο και χτίστηκε πολυκατοικία στη θέση του. Ο φούρνος εξακολουθούσε να λειτουργεί σε μαγαζί της καινούριας πολυκατοικίας αλλά πλέον δεν έψηνε με ξύλα και δεν μοσχομύριζε η γειτονιά. Μου ήρθε να βάλω τα κλάμματα όταν πέρασα κάποια στιγμή και το είδα, αυτό σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής, όχι ο σεισμός και ο χαμός του δικού μου σπιτιού. Η καλύτερη στιγμή του φούρνου ήταν το Πάσχα, τότε που όλες οι νοικοκυρές έτρεχαν να πάρουν λαμαρίνες (μεγάλα ρηχά ταψιά) από το φούρνο, να τα γεμίσουν με τσουρέκια και να τα ξαναπάνε στο φούρνο για ψήσιμο. Μεθυστική ήταν τότε η γειτονία… Μύριζε τσουρέκια, τις ανθισμένες γλυσίνες του Γιουλούντα κι λουλούδια από τους κήπους και τα μπαλκόνια, ο καιρός ήταν ανοιξιάτικος συνήθως και γλυκός, η μέρα είχε ήδη μεγαλώσει. Ήταν η δουλειά μου να τρέχω στο φούρνο να φέρω λαμαρίνες, να βοηθήσω τη γιαγιά στο πλάσιμο των  τσουρεκιών, φτιάχναμε ένα σωρό σχέδια όχι μόνο πλεξούδες και να τη βοηθάω να τα κουβαλήσει στο φούρνο. Ένα σωρό λαμαρίνες γεμίζαμε, φαγανά ήμασταν όλα μας….. Η γιαγιά ζύμωνε τα τσουρέκια σε μια μεγάλη λεκάνη και μετά τα τύλιγε ζεστά να φουσκώσει το ζυμάρι, τα έλεγχε συνέχεια, τα σταύρωνε να μη τα πιάσει μάτι και τους μιλούσε σαν να ήταν ζωντάνα. Η απόλυτη λιχουδιά, τσουρέκι της γιαγιάς να μοσχοβολάει μαχλέπι και βανίλια κι ένα ποτήρι γάλα. Έτσι το καταλάβαινα το Πάσχα τότε, από τις μυρωδιές και τα κόκκινα πανιά που έδεναν στα κάγκελα οι γυναίκες τη Μ. Πέμπτη που έβαφαν αυγά. Τώρα πλέον έρχεται και φεύγει και τίποτε δεν αλλάζει, αν δεν υπήρχαν οι διακοπές δεν θα το καταλάβαινα.

Αυτοί ήταν οι μαγαζάτορες της γειτονιάς μου που τους χρωστούσα αυτό το ποστ. Θα μου πείτε δεν είχατε μανάβη στη γειτονιά; Είχαμε, τη Μαρίκα αλλά για τη Μαρίκα είχα γράψει παλιά.