Κάγκελα παντού


Χτες ξανακάλεσαν την κλάση μας, πάει κι ο Τζιμάκος από ανακοπή. Ένα καρδιακό ανάμεσα σε πολλούς καρκίνους που θερίζουν τη γενιά μας, άντε και τους λίγο μεγαλύτερους. Γέμισαν τα social media επικήδειους και και «καλό ταξίδι….» και πολλούς «καλούς παράδεισους»!!. Ειδικά αυτό το τελευταίο με έκανε και γέλασα πολύ, θα τους πέρναγε γεννεές δεκατέσσερις ο Τζιμάκος αν μπορούσε να το κάνει. Γλέντι τρελό θα γινόταν κι αυτοί που του εύχονται σήμερα «καλό παράδεισο» θα τον έτρεχαν για μηνύσεις. Διότι μάλλον δεν έχεις ιδέα ποιος ήταν, τι έκανε και τι έλεγε ο Τζιμης όσο ζούσε.

Μη ζώντας στην Αθήνα, έμαθα για τις Μουσικές Ταξιαρχίες όταν κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο. Οι «ψαγμένοι» φίλοι μου φοιτητές στην Πάτρα τον κουβάλησαν, τον βάλαμε στο πικάπ και….. Και δεν ξέρω….. Ήταν ροκάδες; Ήταν πάνκηδες; Ήταν «ταγάρια»; Τι σκατά ήταν αυτό που ακούγαμε; Διότι εκείνο τον καιρό (ίσως και τώρα, δεν ξέρω πλέον, μεγάλωσα και δεν με νοιάζουν αυτά εδώ και χρόνια) έπρεπε να ξέρουμε αν αυτό που ακούμε κολλάει σ’ αυτό που δηλώναμε πως είμαστε. Δεν μπορούσες να δηλώνεις ροκάς και να σ’ αρέσει η μαύρη μουσική ή τα λαϊκά ή τα κλαρίνα. Αν σ’ άρεσαν τα άκουγες μόνος σου, κάπως κρυφά κι όταν το ανακάλυπταν οι ροκάδες φίλοι σου έπρεπε να βρεις μια ιδεολογική πλατφόρμα για να στηρίξεις το γούστο σου. Εμείς πάντως τον κατατάξαμε στους ροκάδες και ησυχάσαμε. Αν και το χαρακτηριστικό του δεν ήταν η μουσική, τουλάχιστον για μένα που δεν ήμουν μουσικός ερχόταν σε δεύτερο πλάνο.Το ιδιαίτερο, αυτό το κάτι άλλο που έκανε τις Μουσικές Ταξιαρχίες διαφορετικές, ήταν ο στίχος τους. Ο στίχος που σε έκανε να γελάς, να θυμώνεις, να τα παίρνεις στο κρανίο ή να κουνάς το κεφάλι σου επιδοκιμαστικά φωνάζοντας «πέστα ρε Τζιμάκο!».Εμένα προσωπικά με εκνεύριζε πολύ ένα πράγμα, οι χοντροκομμένες πλάκες του. Μια φορά βρέθηκα σ’ ένα μαγαζί μου έκανε σόου, νομίζω ήταν το «Προσεχώς Βουλγάρες», τότε που έκανε τηλεφωνικές πλάκες μέσα από το μαγαζί, ήταν μέρος του σόου. Δεν ξέρω αν ήθελε να τσακίσει το μικροαστισμό των μικροαστών μ’ αυτό τον τρόπο, εμένα για κανιβαλισμός μου έμοιαζε. Θυμωμένη έφυγα από το μαγαζί εκείνο το βράδυ και θυμωμένα γελούσα με όσα άκουγα. Θυμωμένη με τον Τζιμάκο για όσα έκανε και θυμωμένη με μένα που γελούσα και ακόμα πιο θυμωμένη μαζί του επειδή παρ’ όλο που το θεωρούσα κανιβαλισμό είχε την ικανότητα να με κάνει να γελάω.

Άλλο ξεκίνησα να γράψω όμως κι άλλα γράφω, μου συμβαίνει συχνά τώρα τελευταία, μάλλον γερνάω… Πολλά τραγούδια του μου άρεσαν αλλά δυο τρία έχουν χαραχτεί στο μυαλό μου. Ούτε καν ολόκληρα τα τραγούδια αλλά κομμάτια από τους στίχους τους. Δεν υπήρχε περίπτωση να φτιάξω κασέτα ενενηντάρα για φίλο και να μη χώσω κάπου το «Γαμάτε γιατί χανόμαστε» ή την «Οικογενειακή συνομωσία». Το τραγούδι όμως που μια στροφή του ερχόταν πάντα στο μυαλό μου ήταν το «Κάγκελα παντού». Όχι για τη φράση που πέρασε στην καθημερινή μας γλώσσα, «τα μυαλά στα κάγκελα», αλλά για τη στροφή που λέει:

«Είμαστε η αδικημένη
γενιά του εξήντα
δίχως κατοχή και πείνα
χωρίς ρετσίνα»

Αυτό και οι στίχοι του Πορτοκάλογλου από το «Υπάρχει λόγος σοβαρός» από το δίσκο «Ρίσκο» του 1985

«Σε είχα δει και σένα σαν τ’ άλλα φοιτητάκια
αντάρτες της πορδής με τα λεφτά του μπαμπά
(…)
Χούντα δε θυμάμαι μα ούτε ελευθερία
της μεταπολίτευσης καημένη γενιά»

Αυτοί ήμασταν. Τα παιδιά που δεν πρόλαβαν. Δεν προλάβαμε να φτιάξουμε τους δικούς μας ήρωες, αληθινούς κι όχι πέτσινους. Οι γονείς μας μιλούσαν για το Μεγάλο Πόλεμο και τον Εμφύλιο και οι λίγο μεγαλύτεροι για τη Χούντα και το Πολυτεχνείο. Στο Μεγάλο Πόλεμο και στον Εμφύλιο δεν είχαμε γεννηθεί και και τη Χούντα και το Πολυτεχνείο τα ζήμεμε είτε μωρά και παιδάκια. Προσπαθούσαμε λοιπόν να φτιάξουμε τα δικά μας τοτέμ αλλά τι ήρωες να φτιάξεις ζώντας σε μια εντελώς αντιηρωική εποχή; Κι ήρθε ο Τζιμάκος και μετά από λίγα χρόνια ο Πορτοκάλογλου και μας έφτυσαν αυτή την αλήθεια κατάμουτρα. Και είτε τους μισήσαμε είτε το καταλάβαμε και το τραγουδούσαμε με μια μικρή θλίψη γιατί τι να το κάνεις να έχεις ησυχία αλλά να μη μπορείς να φτιάξεις τους δικους σου ήρωες; Και μπορεί να ονειρευόμασταν ήρωες αλλά κάπου βαθιά μέσα μας ξέραμε πως αυτό που θα γίνει είναι:

«Πρώτα να τελειώσω το πανεπιστήμιό μου
μετά να κάνω τη θητεία στο στρατό
να πιάσω δουλειά σε κανένα γραφείο
να παντρευτούμε να κάνουμε παιδιά»

ΥΓ. Το βίντεο είναι ένα από τα τελευταία που έκανε με το Σωκράτη Μάλαμα, το τραγούδι «Θεέ μου μεγαλοδύναμε» αλά Τζιμάκος

Advertisements

πίσω στα παλιά


Κοίτα να δεις τι έπαθα σήμερα….. Αντί να δουλεύω αποφάσισα απεργία και χάζευα διάφορα τραγούδια στο youtube. Τραγούδι στο τραγούδι βρέθηκα να βλέπω δύο εκπομπές της Μηχανής του Χρόνου για τα Εξάρχεια και κόλλησα. Δυστυχώς εγεράσαμε έχω πλέον πάρα πολλές αναμνήσεις. Συνειδητοποίησα για μια ακόμα φορά πόσα πράγματα έχω ζήσει, πόσους απ’ αυτούς τους ανθρώπους και τις καταστάσεις έχω ζήσει από κοντά. Μπαράκια και συνελεύσεις στην περιοχή, πορείες του Πολυτεχνείου, φασαρίες και ξύλο, ο Άσιμος και η Κατερίνα, συγκροτήματα και η κατάληψη της Βαλτετσίου. Τότε δεν ζούσα καν στην Αθήνα, όλοι όμως οι φίλοι μου ήταν αθηναίοι και ανεβαίναμε συχνά. Με φιλοξενούσαν σε διάφορες περιοχές της Αθήνας, όλοι όμως καταλήγαμε στα Εξάρχεια. Εκεί ήταν τα μαγαζιά που γουστάραμε, εκεί οι μουσικές που γουστάραμε, οι φάτσες και το κλίμα που γουστάραμε. Και μετά ήρθα κι εγώ στην Αθήνα, το 1985 γίνομαι κάτοικος Κυψέλης και βρίσκω την πρώτη μου δουλειά σ’ ένα μαγαζί στην Καλλιδρομίου. Κανένα μήνα βαριά κράτησε αυτή η δουλειά και εκεί με βρήκε να δουλεύω η πορεία για το Πολυτεχνείο του 1985. Θυμήθηκα εκείνες τις μέρες βλέποντας στο καπάκι μετά τις εκπομπές για τα Εξάρχεια ένα βίντεο, πάλι της Μηχανής του Χρόνου, για τη δολοφονία του Καλτεζά. Λογική η συνέχεια θα μου πεις….
Τελείωνα τη δουλειά στις 11 το βράδυ, μάθαμε πως η πορεία ήταν ήσυχη και τελείωσε ήσυχα. Και ξαφνικά έφτασαν τα νέα στην Καλλιδρομίου για τη δολοφονία του Καλτεζά. Όταν έκλεισε το μαγαζί κατέβηκα προς τα κάτω και έπεσα στο χαμό, όχι πως δεν ήξερα τι θα εύρισκα ή δεν ήθελα να πάω. Στην Κυψέλη μπορούσα να φτάσω κι αλλιώς αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να το κάνω. Θυμάμαι τις φωτιές, το ξύλο και την τεράστια οργή του κόσμου. Ομάδες ανθρώπων να τρέχουν δεξιά και αριστερά ανάμεσα σε δακρυγόνα. Με θυμάμαι σε κάποια φάση ανάμεσα σε μια ομάδα στη γωνία Πατησίων με Στουρνάρη ανάμεσα σε φωτιές και δακρυγόνα.Δεν θυμάμαι καν αν είχα κατέβει μόνη μου ή με παρέα, αν βρήκα γνωστούς. Δεν θυμάμαι τι ώρα έφυγα και γύρισα σπίτι. Δεν θυμάμαι τι έκανα την άλλη μέρα, αν κατέβηκα σε πορεία, αν πήγα στη σχολή, λογικά όμως θα είχα πάει για δουλειά. Δεν θυμάμαι αν πέρασα από το Χημείο, ούτε πόσες μέρες κράτησε ο χαμός, στην εκπομπή έλεγε πως κράτησε μέρες. Μόνο την οργή θυμάμαι κι αυτό που λέγαμε μεταξύ μας εκείνο το πρώτο βράδυ μαθαίνοντας άκρες μέσες το τί έγινε, πως αν δεν ήταν τόσο μαλάκες οι μπάτσοι εκείνη θα είχε μείνει σαν η πιο ήσυχη πορεία για το Πολυτεχνείο.

 

«Στα δίχτυα της Αράχνης»


hqdefaultΠριν πενήντα χρόνια ξεκίνησε η ελληνική τηλεόραση, 1966 τέτοιες μέρες. Στο σπίτι μου αποχτήσαμε το «μαγικό κουτί» μετά από επτά χρόνια, τέτοιες μέρες το 1973. Ένας δυο είχαν στη γειτονιά και μαζευόμασταν στα σπίτια τους να δούμε «Άγνωστο Πόλεμο» και «Παράξενο ταξιδιώτη». Είχε και στο φροντιστήριο αγγλικών της γειτονιάς τηλεόραση. Έξυπνη η κυρία Βάσω που το είχε -αραβωνιαστικιά υπολοχαγού- έβαλε μια τηλεόραση στην αίθουσα αναμονής και μάζεψε όλο το χαρτί. Και μόνο για να χαζέψουν τηλεόραση στο διάλειμμα και μετά το τέλος του μαθήματος, τα παιδιά έκαναν ουρά για να μάθουν αγγλικά στο δικό της φροντιστήριο.

Τούτες τις μέρες η ΕΡΤ κάνει αφιέρωμα στα 50 χρόνια ζωής της ελληνικής τηλεόρασης. Παλιές σειρές ασπρόμαυρες, εκπομπές λόγου και κωμωδίες κι εγώ να τις παρακολουθώ και να βουτάω στο χρόνο.

«Στα δίχτυα της Αράχνης» και «Στα δίχτυα του Τρόμου» σε παραγωγή του πανταχού παρόντα επί χούντας αλλά και αργότερα Τζέιμς Πάρις. Προπαγάνδα στο φουλ, τα «Δίχτυα της Αράχνης» υπήρχαν και σαν ραδιοφωνική εκπομπή, απόγευμα, κι εγώ να θέλω να την ακούσω κι η μαμά να λέει πως αν το κάνω θα με σκοτώσει. Κακοί κομμουνιστές από το «σιδηρούν παραπέτασμα» που ήθελαν να κάνουν μεγάλο κακό στην πατρίδα μας και καλοί αξιωματικοί που την έσωζαν και νικούσαν τους κακούς και άσχημους κομμουνιστές. Η μαμά να φρικάρει, εγώ να μην καταλαβαίνω ούτε γιατί φρικάρει ούτε τι θα πει «σιδηρούν παραπέτασμα» και τι σχέση έχει με τους «άθλιους κομμουνιστάς». Εγώ μόνο το Σιδηρούν Προσωπείον του Δουμά ήξερα αλλά μάλλον ήταν άσχετο με το παραπέτασμα. Πάντως κάτι κακό θα ήταν που δεν έπρεπε να το αναφέρουμε εμείς, γιατί η μαμά και η γιαγιά χαμήλωναν τη φωνή όταν έλεγαν για κάποιον πως «έχει έρθει από το Πα ρα πέ τα σμα…..».

Τα ίδια και στην τηλεόραση, κακοί με ονόματα όπως Μίρκο απαγάγουν παιδί εθνικόφρονα καθηγητή και τον απειλούν…..  Καλοί αξιωματικοί τους κυνηγούν και υποθέτω σωζουν το παιδί και την πατρίδα. Ένα επεισόδιο σήμερα, πριν και μετά ποιος ξέρει τι να είχε η ιστορία είναι όμως εύκολο και προβλέψιμο να το φανταστούμε.

Στο καπάκι άλλη κινηματογραική σειρά επεισοδίων, «Στα δίχτυα του Τρόμου» με εναλλακτικό σενάριο. Καλοί έλληνες, κακοί Γερμανοί, καλοί αντάρτες αλλά όχι με τίποτις μούσια και αγριάδες. Πέφτουν με αλεξίπτωτα μεζί με τους καλούς Άγγλους. Κακός γερμανός Χρήστος Πολίτης αλλά ευαίσθητος και ερωτευμένος με χαζή Δανδουλάκη. Φιλοναζί μπαμπάς της Δανδουλάκη, φιλοαντάρτισσα μαμά, έτσι γίνονται τα δράματα….. Παραγωγή Τζειμς Πάρις φυσικά και όλο το παρισέϊκο δούλευε σ’ αυτές τις παραγωγές. Ασπρόμαυρες γραμμικές σχέσεις καλού-κακού και προπαγάνδα στο φουλ.

tv4Και μετά έπεσε η χούντα. Και μετά γεμίσαμε αντάρτικα και ρεμπέτικα και παντού μιλούσαμε με τσιτάτα του Μαρξ και δεν χρειαζόταν να χαμηλώνουμε τη φωνή όταν αναφερόμασταν στο «παραπέτασμα». Περάσαμε χωρίς ενδιάμεσο στάδιο από τον Τζέιμς Πάρις στον Αϊζενστάιν και τον Ταρκόφσκι, ζηλέψαμε που δεν ζήσαμε κι εμείς το δικό μας Μάη ή το δικό μας Μπέρκλεϊ (της μεταπολίτευσης χαμένη γενιά όπως είπε κι ο Πορτοκάλογλου). Και μετά μεγαλώσαμε κι έπεσε το Τείχος και η ΕΣΣΔ και γίναμε μεταμοντέρνοι και μιλούσαμε για το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων και το τέλος της πάλης των τάξεων. Κι ανακαλύψαμε τα λεφτά, τη Μύκονο και τον Βασίλη Καρρά και αποκηρύξαμε τον παλιό κουλτουριάρη εαυτό μας που γλεντούσε με Πάνο Τζαβέλα και ονειρευόταν επαναστάσεις. Και ξεχάσαμε τα πάντα αλλάζοντας αυτοκίνητο κάθε δυο χρόνια διότι «παραπάνω δεν αξίζει, σου βγάζει ζημιές ρε αδελφέ…. Αντί να τα δίνεις στο συνεργείο το πουλάς, παίρνεις κι ένα δανειάκι και κυκλοφοράς με καινούριο σαν άρχοντας….»

Και μετά μας πλάκωσε η κρίση και ζαλιστήκαμε και φτάσαμε τα πενήντα και τα καβατζάραμε και ήρθε κι ένα αφιέρωμα για τα 50 χρόνια της ελληνικής τηλεόρασης και βλέπουμε την ασπρόμαυρη απλοϊκή προπαγάνδα των ’70’ς και μελαγχολούμε….

«που είσαι νιότη πού ‘λεγες πως θα γινόμασταν άλλοι…..»

Προδοσία


Στο μυαλό σχεδόν όλων μας η προδοσία είναι μια λέξη φορτισμένη πολύ έντονα αρνητικά. Συνήθως τη συνδέουμε με «μεγάλες» έννοιες, Πατρίδα, Θρησκεία, Τιμή. Εγώ όμως δεν θέλω να μιλήσω γιαυτές τις προδοσίες αλλά για τις άλλες, τις μικρές και καθημερινές, αυτές που περνάνε απαρατήρητες σαν λεπρομέρειες.

Ο πατέρας μου είχε στη γάμπα  του ένα σημάδι, στρογγυλό σε μέθεθος μεταλλικού κατοστάρικου (υποθέτω τα θυμόμαστε ακόμα τα κατοστάρικα…), με χρώμα καφετί που σκούραινε όσο πήγαινε προς το κέντρο. Κάποια στιγμή, μικρό κοριτσάκι πριν πάω στο σχολείο, είχα ρωτήσει τον πατέρα μου τι σημάδι είναι αυτό και πως το έπαθε. Τότε ο μπαμπάς αμέσως και πολύ ανάλαφρα μου απάντησε πως του το είχαν κάνει στον πόλεμο οι γερμανο, τον είχαν πυροβολήσει. Δεν ρώτησα τίποτε άλλο, ο πόλεμος και οι γερμανοί ήταν κάτι μυθικό στο παιδικό μυαλό μου, γεμάτο πείνα και ηρωισμούς. Κι επειδή ο πόλεμος είχε ηρωισμούς, στο παιδικό μου μυαλουδάκι ο μπαμπάς άρχισε να ψηλώνει και να γίνεται ήρωας. «Για να έχει τέτοιο σημάδι» σκεφτόμουν «δεν μπορεί παρά να έκανε κάτι ηρωικό! Τον χτύπησαν οι κακοί γερμανοί αλλά ο μπαμπάς ηρωικά τους ξέφυγε…». Ένα σωρό διαφορετικές εκδοχές ηρωισμών περνούσαν από το μυαλό μου, ανάλογα με την ταινία που είχα δει την Κυριακή.

Κάποια στιγμή μεγάλωσα, πήγα σχολείο και έμαθα αριθμητική. Η αριθμητική όμως άρχισε να αμφισβητεί τις ηρωικές ιστορίες που είχα πλάσει για το μπαμπά. Βλέπεις είχε γεννηθεί το 1931 και ήταν 10-12 χρονών στην Κατοχή, τι ηρωισμούς να είχε προλάβει να κάνει; Η πίστη μου στον ηρωισμό του μπαμπά άρχισε να κλονίζεται, δεν ήθελα με τίποτε να πιστέψω ότι μου είχε πει ψέμματα αλλά και πάλι βρήκα τη λύση. «Λίγα ήταν τα παιδιά που έδρασαν με ηρωισμό στην κατοχή; Να δεις που ένα τέτοιο παιδί θα ήταν και ο μπαμπάς κι εγώ ανησύχησα….». Δεν τόλμησα ποτέ να τον ρωτήσω τι είχε κάνει στην κατοχή και τον πυροβόλησαν οι γερμανοί, ίσως φοβόμουν την αλήθεια που θα θρυμμάτιζε τις ιστορίες μου.

Η αληθινή ιστορία εμφανίστηκε χρόνια μετά και δεν θυμάμαι καθόλου με ποιο τρόπο. Το σημάδι φυσικά δεν προερχόταν από καμμιά σφαίρα γερμανών, είχε γίνει με κάποιο τρόπο πιο πεζό, μάλλον κάψιμο στη σόμπα. «Μα γιατί ρε μπαμπά μου είχες πει ότι ήταν από σφαίρα γερμανών στην κατοχή;». Γέλαγε ώρα ο πατέρας μου…. «Καλά βρε, το είχες πιστέψει;» με ρώτησε «έτσι το είχα πει, για πλάκα….».

Τόσα χρόνια οι αριθμοί μου έδιναν την αλήθεια κι εγώ απλώς γυρνούσα το κεφάλι, αποκλείεται να ήξεραν αυτοί κι όχι ο πατέρας μου, αποκλείεται να μου είχε πει ψέμματα. Αποκλείεται ο μπαμπάς μου να με είχε προδώσει.

«Ναι, μπαμπά, το είχα πιστέψει» του απάντησα και γέλασε πιο πολύ….

Τι είναι προδοσία αλήθεια;

Το «Βάλσαμο»


Διάβαζα ένα άρθρο στο διαδικτυακό περιοδικό της Θεσσαλονίκης parallaxi για ένα μαγαζάκι με μπαχαρικά και βότανα στο Καπάνι, το «Βάλσαμο».

Παλιά, όταν ήμουν πολύ μικρό παιδάκι, στον ίδιο δρόμο, στην προέκταση της οδού Χαλκέων, είχε πάγκο με φρούτα ένας θείος μου, ξάδελφος του πατέρα μου, και πηγαίναμε πολλές φορές με το μπαμπά να ψωνίσουμε. Γύρω και απέναντι από τον πάγκο του θείου Νίκου πολλά μαγαζιά με καραμέλες και γλυκά κουταλιού, βότανα, σκούπες και μαγαζιά με τυριά, αλλαντικά και ελιές. Ένας κόσμος γεμάτος ανακατεμένες μυρωδιές. Μικρά μαγαζάκια τα περισσότερα με την πραμάτεια τους απλωμένη τη μισή έξω από το μαγαζί. Εκεί, απέναντι από τον πάγκο του θείου ήταν αυτό το ίδιο μαγαζί που τώρα λέγεται «Βάλσαμο». Ακριβώς δίπλα του ήταν ένα μαγαζί που πουλούσε τυριά, σαλάμια κλπ, κι από κει ψωνίζαμε φέτα και κασέρια. Ο μπαμπάς τον ιδιοκτήτη τον φώναζε «θείο», «Θείο, μια πλάκα τυρί και ένα κιλό κασέρι», θυμάμαι τον πατέρα μου να παραγγέλνει κι ο θείος φώναζε με τη σειρά του τον πατέρα μου «ανηψιό», χωρίς όμως να υπάρχει αληθινή συγγένεια μεταξύ τους.Ποιος ξέρει πως να είχε μείνει αυτό…..

Θυμάμαι τον πατέρα των παιδιών που έχουν τώρα το «Βάλσαμο», ένας κύριος με ξανθωπά σπαστά μαλλιά. Στο μαγαζί τότε είχε βότανα και σκούπες, αυτές τις παλιές τις χορταρένιες. Έπιανε την κουβέντα ο μπαμπάς με τον ξάδελφό του το μανάβη και όλους τους μαγαζάτορες της περιοχής κι εγώ βαριόμουν αφόρητα. Καθόμουν σ’ ένα σκαλάκι στριμωγμένο ανάμεσα στον πάγκο του θείου κι ένα μαγαζάκι-τρύπα που δεν θυμάμαι πλέον τι πουλούσε. Θυμάμαι πως το είχε μια κοπέλα κι ερχόταν κι ένας νεαρός ψηλός, μελαχρινός. Εκεί περίμενα να τελειώσει ο μπαμπάς την κουβέντα και να φύγουμε. Πόσα να πει ένα παιδάκι μ’ ένα φωνακλά θείο και τους γύρω μαγαζάτορες…. Μερικές φορές μου έδιναν καραμέλες από το απέναντι μαγαζί που υπάρχει ακόμα και πουλάει ακόμα καραμέλες. Μερικές φορές όμως ήταν εκεί και τ’ αγόρια του κυρίου από το μαγαζί με τις σκούπες και τότε  παίζαμε καμμιά φορά κι αυτές ήταν οι φορές που δεν βαριόμουν τόσο. 

Όποτε είμαι στη Θεσσαλονίκη περνάω από το «Βάλσαμο», αγοράζω θυμίαμα γνήσιο για τη μαμά, βοτάνια για μένα και αιθέρια έλαια. Ποτέ δεν είπα στα παιδιά που το έχουν πλέον, τα παιδιά του κυρίου με το ξανθωπό σπαστό μαλλί, πως παίζαμε μερικές φορές όταν ήμασταν μικρά παιδάκια κι αυτές ήταν οι μόνες φορές που δεν βαριόμουν τόσο πολύ τη βόλτα για ψώνια στο Καπάνι.

επετειακόν


Όταν ήμουν μικρή και για να με πείσουν να φάω που ήμουν μίζερη και δεν έτρωγα σχεδόν τίποτε, μου μιλούσαν για την Κατοχή και την πείνα κι εγώ φυσικά αντιδρούσα όλο νεύρα. Η φράση του μπαμπά «μωρέ ένα ’41 σας χρειάζεται για να μάθετε τι θα πει πείνα….», με έκανε έξαλλη. Οι ιστορίες του μπαμπά για το πως -δέκα χρονών παιδάκι- περπατούσε χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη για να φτάσει σ’ ένα χωριό να πάρει ένα τσουβαλάκι στάρι, να το φορτωθεί και να ξαναγυρίσει περπατώντας πίσω, μου έμοιαζαν εξωπραγματικές. Στο σχολείο ακόμα και η πείνα είχε κάτι ηρωικό, έτσι όπως μας τα μάθαιναν στην ιστορία (μέσα στη χούντα). Οι ιστορίες του μπαμπά δεν είχαν ηρωισμό, μόνο πείνα. Το περπάτημα ενός δεκάχρονου μου έμοιαζε απλώς εξωπραγματικό αλλά όχι ηρωικό, δεν είχε κατατροπώσει μόνος του μια ντουζίνα γερμανούς να έχω να περηφανεύομαι.
(κάτι τέτοιες μαλακίες μας έλεγαν στο σχολείο).
Ούτε εγώ, ούτε ο μπαμπάς μου πολύ περισσότερο, πιστεύαμε τότε πως θα ξαναζήσουμε πείνα. Η πέινα του ’41 ήταν ένα σκιάχτρο που μου κουνούσαν για να κόψω τις κόνξες στο φαγητό, δεν θα ήθελε με τίποτε ο καημένος να ζήσουν τα παιδιά του κάποια στιγμή την πείνα που έζησε εκείνος και η γενιά του.
Ήρθε όμως η πείνα, όχι ακόμη για μένα αλλά για πολύ κόσμο. Κι αν συνεχίσουμε έτσι θα έρθει για τους περισσότερους από μας.

Τσέρνομπιλ


Διάβαζα ένα άρθρο για το Τσέρνομπιλ. Η καταστροφή του Τσέρνομπιλ σε εικόνες. Διαβάζοντάς το θυμήθηκα τις μέρες εκείνες που έγινε το ατύχημα, πριν μάθουμε οτιδήποτε εδώ στην Ελλάδα. Εμείς το μάθαμε λίγες μέτρες μετά το Πάσχα, η έκρηξη έγινε σαν χτες, 26 Απρίλίου 1986, 28 χρόνια πριν (τι γρήγορα που περνάει ο καιρός….). Στην Ελλάδα το Πάσχα έπεσε αργά εκείνη τη χρονιά, 4 Μαίου κι ενώ το ραδιενεργό νέφος έκοβε βόλτες πάνω από τα κεφάλια μας εμείς δεν είχαμε ακούσει ακόμα τίποτε. Τη δεύτερη μέρα του Πάσχα λοιπόν, 5 Μαΐου, αποφασίσαμε μια μεγάλη παρέα να σουβλίσουμε αρνιά στο κέντρο της πόλης, γωνία των οδών Παλαιών Πατρών Γερμανού με Παύλου Μελά. Εκεί υπήρχε ένα καφενείο και στο ίδιο κτίριο ήταν και τα γραφεία του «Ρήγα». Οι Ρηγάδες φίλοι ήξεραν τον καφετζή και είχαν κανονίσει να μας αφήσει έξω τραπέζια και καρέκλες κι εμείς να αναλάβουμε τα υπόλοιπα, όπως και έγινε. Στήσαμε δυο σούβλες, φέραμε και τα λοιπά μεζεδάκια και σαλάτες από τα σπίτια μας και στήσαμε το γλέντι. Μεγάλη παρέα ήμασταν αν και δεν θυμάμαι ακριβή αριθμό. Θυμάμαι όμως πως κεράσαμε όσους μοναχικούς περαστικούς εκείνη τη μέρα μας βρήκαν στο δρόμο τους κι ένας απ’ αυτούς ήταν ο Γιώργος Μούτσιος που εκείνη την εποχή έπαιζε σε παράσταση σττην πόλη. Το μόνο ανησυχητικό ήταν ο καιρός, μουρτζούφλης από το πρωί και φαινόταν πως δεν θα γλυτώναμε τη βροχή. Φροντίσαμε όμως και γιαυτό, κάποιοι είχαν φέρει μεγάλα νάιλον να τ’ απλώσουμε πάνω από τα τραπέζια σε περίπτωση βροχής. Δεν θυμάμαι τι ώρα άρχισε η βροχή, αν είχαμε προλάβει να τελειώσουμε το γλέντι ή όχι, πάντως τα νάιλον τα ανοίξαμε. Δεν θυμάμαι πότε άρχισε να βρέχει όμως σίγουρα δεν είχε σταματήσει όταν αποφασίσαμε να λήξουμε το δευτεροπασχαλιάτικο γλέντι. Κι αυτό γιατί μετά από το τραπέζι και το φαγητό θυμάμαι να έχουμε βρεθεί διάφοροι να περπατάμε στους δρόμους της πόλης και στην παραλία με τη βροχή, χωρίς ομπρέλες και να την έχουμε δει κάτι σε Singing in the rain…. Γύρισα σπίτι μου μούσκεμα αλλά πάρα πολύ ευχαριστημένη. Μια δυο μέρες μετά μάθαμε για την καταστροφή στο Τσέρνομπιλ, άρχισα να παίρνω τηλέφωνα στον Νίκο που εκείνο τον καιρό ήταν στη Βουδαπέστη και ψιλοσυνειδητοποίησα πως ήταν πάρα πολύ κοντά οπότε και ανησύχησα ξαναφέρνοντας στο μυαλό όσα είχα μάθει για τη ραδιενέργεια στο σχολείο αλλα και για να μάθω κάτι περισσότερο, όμως κι εκεί μόλις το είχαν μάθει. Αργότερα πολύ κατάλαβα πως εκείνη τη δεύτερη μέρα του Πάσχα είχα μουσκέψει μέχρι το κόκκαλο από τη από μια βροχή που μάλλον ήταν τίγκα στη ραδιενέργεια. Λέτε από κει να το έπαθα; lol, lol, lol….

Μετά το Πάσχα κατέβηκα στην Αθήνα (ήταν η πρώτη μου χρονιά στην Αθήνα), πλέον είχε γίνει γνωστό το γεγονός και είχε πέσει η υστερία με τα χόρτα και τις φράουλες. Πηγαίναμε στη λαϊκή με την κολλητή μου τη Μαρία και λυπόμασταν τους φραουλάδες. Μέχρι το θεό γεμάτοι οι πάγκοι με φράουλες, οι τιμές είχαν πιάσει πάτο αλλά κανείς δεν αγόραζε. Τι κάναμε εμείς; Αγοράζαμε από ένα κουτάκι από διαφορετικούς πάγκους γιατί και δεν αντέχαμε να τους βλέπουμε και ήταν πειρασμός η τιμή τους για μας τις εν γένει άφραγκες. Είχαμε ακούσει πως με καλό πλύσιμο δεν κινδυνεύεις και σαρώσαμε τις φράουλες σε εξευτελιστική τιμή το κιλό. Τις βάζαμε κάτω από το νερό για ώρα και μετά τις τρώγαμε. Το τι φράουλα έφαγα εκείνη την άνοιξη δεν λέγεται…….

Έγιναν και πορείες για το Τσέρνομπιλ, έπεσε και ξύλο και δακρυγόνα (τότε δεν έπεφταν χημικά αλλά απλά και αθώα δακρυγόνα, με μια βαζελίνη και λίγο λεμόνι τα έφερνες βόλτα, όχι όπως τώρα). Χαμός ένα απόγευμα στα Προπύλαια. Ήταν καθημερινή, τα μαγαζιά ανοιχτά και οι μπαλούρδοι κυνηγούσαν τον κόσμο κάνοντας σλάλομ ανάμεσα σε μαμάδες με παιδάκια στο χέρι και σακούλες στο άλλο, μια ομορφιά.

Κι αφού οι πορείες, οι συζητήσεις με ανευθυνοϋπεύθυνους στην τηλεόραση, η φραουλοτρομοκρατία κλπ κράτησαν μερικές βδομάδες, όλα ξεχάστηκαν όπως γίνεται πάντα και ήρθε κάτι άλλο στο οποίο εστιάσαμε την προσοχή μας και το Τσέρνπμπιλ ξεχάστηκε. Ποτέ δεν έγινε στην Ελλάδα μια εμπεριστατωμένη μελέτη για το τι άφησε πίσω του, αν και σε τι ποσοστό υπήρξε αύξηση των καρκίνων μετά το 1986 κι αν η Βόρεια Ελλάδα είχε μεγαλύτερο ποσοστό καρκινογενέσεων. Όλα αφέθηκαν στη μοίρα τους και ξεχάστηκαν…..