Αυτοπροσδιορισμοί (που είναι της μόδας)


Γεννήθηκα στη Σαλονίκη (όπως λέει και ο Σαββόπουλος). Ζω στην Αθήνα τα τελευταία 33 χρόνια κι έζησα και στην Πάτρα άλλα οκτώ χρόνια. Όταν με ρωτούν από που είμαι απαντώ πως είμαι μια σαλονικιά σε εσωτερική μετανάστευση. Οι παππούδες κι οι γιαγιάδες μου γεννήθηκαν στην Ανατολική Θράκη και στη Μικρασία. Οι δύο από τους τέσσερις ήρθαν στην Ελλάδα πρόσφυγες το ’22, η μια γιαγιά έφτασε στη Θεσσαλονίκη, πρόσφυγας κι αυτή το ’12 κι ο άλλος παππούς ήρθε κι αυτός το ’12 να πολεμήσει εθελοντής στους Βαλκανικούς πολέμους, ξαναγύρισε στον τόπο του και μετά ήρθε πάλι πρόσφυγας το ’22. Οι δύο τελευταίοι έμειναν στη Θεσσαλονίκη και οι δύο πρώτοι πήγαν σ’ ένα χωριό του νομού Πέλλας, κοντά στα φρεσκοφτιαγμένα σύνορα με…… αλήθεια, δεν ξέρω πως τον έλεγαν εκείνο τον τόπο τότε και μέχρι να φτιάξει ο Τίτο την ενωμένη Γιουγκοσλαβία. Αν ρωτούσες τη γιαγιά, σου απαντούσε πως είναι Θρακιώτισσα, τους παππούδες δεν τους γνώρισα και την άλλη γιαγιά της Σαλονίκης την έχασα όταν ήμουν μικρή για να έχω τέτοιες απορίες.

Η γιαγιά πάντα ξεχώριζε τους πρόσφυγες από τους ντόπιους και ντόπιους αποκαλούσε αυτούς που μιλούσαν τη ντόπια διάλεκτο, εννοώντας τα σλαβομακεδόνικα τα οποία τα καταλάβαινε και αυτή και η μαμά μου. Όλοι μαζί στον ίδιο τόπο ζούσαν φυσικό να καταλαβαίνουν ο ένας τη γλώσσα του άλλου. Άλλωστε δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από τον καιρό που σ’ αυτό τον τόπο ζούσαν όλοι μαζί, ανακατωμένοι, ως υπήκοοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η γιαγιά καταλάβαινε και τα τούρκικα, άσχετα αν δεν ήθελε ούτε να τα μιλήσει ποτέ ούτε να τα μεταφράσει.

Τα τοπωνύμια και τα ονόματα των χωριών τα έμαθα στα ελληνικά, ήμουν μεγάλη πλέον όταν συνειδητοποίησα πως όλα αυτά τα χωριά άλλαξαν τα ονόματά τους για να μη θυμίζουν σε τίποτε το ανακάτωμα των λαών που ζούσαν εκεί αλλά και των γλωσσών που μιλιόνταν μέχρι την χάραξη συνόρων και την προσπάθεια ομογενοποίησης των ανθρώπων υπό μια γλώσσα, μια θρησκεία κι ένα έθνος. Μόνο τα κεράσια Βοδενών δεν άλλαξαν όνομα αλλά πολύ αργά συνειδητοποίησα πως Βοδενά λεγόταν η Έδεσσα κι εγώ έτρωγα κεράσια από την Έδεσσα κι όχι από κάποιο εξωτικό μέρος. Μεγάλη, επίσης, έμαθα πως απαγορευόταν στους ντόπιους να μιλάνε το ντόπιο ιδίωμα ή να κάνουν αναφορά στο παλιό όνομα του χωριού τους. Παρ’ όλα αυτά σε κανέναν δεν έκανε εντύπωση πως όλα τα χρόνια της σχολικής μας ζωής τα βιβλία της Γεωγραφίας, (χουντικά ή μεταπολιτευτικά) στο κεφάλαιο για τη Γιουγκοσλαβία ανέφεραν τη Δημοκρατία της Μακεδονίας σαν ένα από τα ομόσπονδα κράτη που την αποτελούσαν. Στην Ιστορία μαθαίναμε για τις τρεις Μακεδονίες (την Ελληνική, τη Γιουγκοσλάβικη και τη Βουλγάρικη) και μας φαινόταν απολύτως φυσιολογικός αυτός ο χωρισμός. Με μπέρδευαν λίγο οι ιστορίες και οι ταινίες για τους κομιτατζήδες αλλά το προσπερνούσα.

Αν με ρωτήσεις τι είμαι απαντώ πως είμαι Σαλονικιά, Ελληνίδα, με καταγωγή από πρύσφυγες, όνομα βυζαντινό και επίθετο ρουμανοβλάχικο αρκετά κοινό σε σλαβόφωνες χώρες. Ένα mix είμαι όπως όλοι όσοι ζούσαν σ’ εκείνα τα μέρη μέχρι τις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Μόνο που εγώ δεν αναγκάστηκα να είμαι κάτι, ευτυχώς.

 

Advertisements

Κάγκελα παντού


Χτες ξανακάλεσαν την κλάση μας, πάει κι ο Τζιμάκος από ανακοπή. Ένα καρδιακό ανάμεσα σε πολλούς καρκίνους που θερίζουν τη γενιά μας, άντε και τους λίγο μεγαλύτερους. Γέμισαν τα social media επικήδειους και και «καλό ταξίδι….» και πολλούς «καλούς παράδεισους»!!. Ειδικά αυτό το τελευταίο με έκανε και γέλασα πολύ, θα τους πέρναγε γεννεές δεκατέσσερις ο Τζιμάκος αν μπορούσε να το κάνει. Γλέντι τρελό θα γινόταν κι αυτοί που του εύχονται σήμερα «καλό παράδεισο» θα τον έτρεχαν για μηνύσεις. Διότι μάλλον δεν έχεις ιδέα ποιος ήταν, τι έκανε και τι έλεγε ο Τζιμης όσο ζούσε.

Μη ζώντας στην Αθήνα, έμαθα για τις Μουσικές Ταξιαρχίες όταν κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο. Οι «ψαγμένοι» φίλοι μου φοιτητές στην Πάτρα τον κουβάλησαν, τον βάλαμε στο πικάπ και….. Και δεν ξέρω….. Ήταν ροκάδες; Ήταν πάνκηδες; Ήταν «ταγάρια»; Τι σκατά ήταν αυτό που ακούγαμε; Διότι εκείνο τον καιρό (ίσως και τώρα, δεν ξέρω πλέον, μεγάλωσα και δεν με νοιάζουν αυτά εδώ και χρόνια) έπρεπε να ξέρουμε αν αυτό που ακούμε κολλάει σ’ αυτό που δηλώναμε πως είμαστε. Δεν μπορούσες να δηλώνεις ροκάς και να σ’ αρέσει η μαύρη μουσική ή τα λαϊκά ή τα κλαρίνα. Αν σ’ άρεσαν τα άκουγες μόνος σου, κάπως κρυφά κι όταν το ανακάλυπταν οι ροκάδες φίλοι σου έπρεπε να βρεις μια ιδεολογική πλατφόρμα για να στηρίξεις το γούστο σου. Εμείς πάντως τον κατατάξαμε στους ροκάδες και ησυχάσαμε. Αν και το χαρακτηριστικό του δεν ήταν η μουσική, τουλάχιστον για μένα που δεν ήμουν μουσικός ερχόταν σε δεύτερο πλάνο.Το ιδιαίτερο, αυτό το κάτι άλλο που έκανε τις Μουσικές Ταξιαρχίες διαφορετικές, ήταν ο στίχος τους. Ο στίχος που σε έκανε να γελάς, να θυμώνεις, να τα παίρνεις στο κρανίο ή να κουνάς το κεφάλι σου επιδοκιμαστικά φωνάζοντας «πέστα ρε Τζιμάκο!».Εμένα προσωπικά με εκνεύριζε πολύ ένα πράγμα, οι χοντροκομμένες πλάκες του. Μια φορά βρέθηκα σ’ ένα μαγαζί μου έκανε σόου, νομίζω ήταν το «Προσεχώς Βουλγάρες», τότε που έκανε τηλεφωνικές πλάκες μέσα από το μαγαζί, ήταν μέρος του σόου. Δεν ξέρω αν ήθελε να τσακίσει το μικροαστισμό των μικροαστών μ’ αυτό τον τρόπο, εμένα για κανιβαλισμός μου έμοιαζε. Θυμωμένη έφυγα από το μαγαζί εκείνο το βράδυ και θυμωμένα γελούσα με όσα άκουγα. Θυμωμένη με τον Τζιμάκο για όσα έκανε και θυμωμένη με μένα που γελούσα και ακόμα πιο θυμωμένη μαζί του επειδή παρ’ όλο που το θεωρούσα κανιβαλισμό είχε την ικανότητα να με κάνει να γελάω.

Άλλο ξεκίνησα να γράψω όμως κι άλλα γράφω, μου συμβαίνει συχνά τώρα τελευταία, μάλλον γερνάω… Πολλά τραγούδια του μου άρεσαν αλλά δυο τρία έχουν χαραχτεί στο μυαλό μου. Ούτε καν ολόκληρα τα τραγούδια αλλά κομμάτια από τους στίχους τους. Δεν υπήρχε περίπτωση να φτιάξω κασέτα ενενηντάρα για φίλο και να μη χώσω κάπου το «Γαμάτε γιατί χανόμαστε» ή την «Οικογενειακή συνομωσία». Το τραγούδι όμως που μια στροφή του ερχόταν πάντα στο μυαλό μου ήταν το «Κάγκελα παντού». Όχι για τη φράση που πέρασε στην καθημερινή μας γλώσσα, «τα μυαλά στα κάγκελα», αλλά για τη στροφή που λέει:

«Είμαστε η αδικημένη
γενιά του εξήντα
δίχως κατοχή και πείνα
χωρίς ρετσίνα»

Αυτό και οι στίχοι του Πορτοκάλογλου από το «Υπάρχει λόγος σοβαρός» από το δίσκο «Ρίσκο» του 1985

«Σε είχα δει και σένα σαν τ’ άλλα φοιτητάκια
αντάρτες της πορδής με τα λεφτά του μπαμπά
(…)
Χούντα δε θυμάμαι μα ούτε ελευθερία
της μεταπολίτευσης καημένη γενιά»

Αυτοί ήμασταν. Τα παιδιά που δεν πρόλαβαν. Δεν προλάβαμε να φτιάξουμε τους δικούς μας ήρωες, αληθινούς κι όχι πέτσινους. Οι γονείς μας μιλούσαν για το Μεγάλο Πόλεμο και τον Εμφύλιο και οι λίγο μεγαλύτεροι για τη Χούντα και το Πολυτεχνείο. Στο Μεγάλο Πόλεμο και στον Εμφύλιο δεν είχαμε γεννηθεί και και τη Χούντα και το Πολυτεχνείο τα ζήμεμε είτε μωρά και παιδάκια. Προσπαθούσαμε λοιπόν να φτιάξουμε τα δικά μας τοτέμ αλλά τι ήρωες να φτιάξεις ζώντας σε μια εντελώς αντιηρωική εποχή; Κι ήρθε ο Τζιμάκος και μετά από λίγα χρόνια ο Πορτοκάλογλου και μας έφτυσαν αυτή την αλήθεια κατάμουτρα. Και είτε τους μισήσαμε είτε το καταλάβαμε και το τραγουδούσαμε με μια μικρή θλίψη γιατί τι να το κάνεις να έχεις ησυχία αλλά να μη μπορείς να φτιάξεις τους δικους σου ήρωες; Και μπορεί να ονειρευόμασταν ήρωες αλλά κάπου βαθιά μέσα μας ξέραμε πως αυτό που θα γίνει είναι:

«Πρώτα να τελειώσω το πανεπιστήμιό μου
μετά να κάνω τη θητεία στο στρατό
να πιάσω δουλειά σε κανένα γραφείο
να παντρευτούμε να κάνουμε παιδιά»

ΥΓ. Το βίντεο είναι ένα από τα τελευταία που έκανε με το Σωκράτη Μάλαμα, το τραγούδι «Θεέ μου μεγαλοδύναμε» αλά Τζιμάκος

πίσω στα παλιά


Κοίτα να δεις τι έπαθα σήμερα….. Αντί να δουλεύω αποφάσισα απεργία και χάζευα διάφορα τραγούδια στο youtube. Τραγούδι στο τραγούδι βρέθηκα να βλέπω δύο εκπομπές της Μηχανής του Χρόνου για τα Εξάρχεια και κόλλησα. Δυστυχώς εγεράσαμε έχω πλέον πάρα πολλές αναμνήσεις. Συνειδητοποίησα για μια ακόμα φορά πόσα πράγματα έχω ζήσει, πόσους απ’ αυτούς τους ανθρώπους και τις καταστάσεις έχω ζήσει από κοντά. Μπαράκια και συνελεύσεις στην περιοχή, πορείες του Πολυτεχνείου, φασαρίες και ξύλο, ο Άσιμος και η Κατερίνα, συγκροτήματα και η κατάληψη της Βαλτετσίου. Τότε δεν ζούσα καν στην Αθήνα, όλοι όμως οι φίλοι μου ήταν αθηναίοι και ανεβαίναμε συχνά. Με φιλοξενούσαν σε διάφορες περιοχές της Αθήνας, όλοι όμως καταλήγαμε στα Εξάρχεια. Εκεί ήταν τα μαγαζιά που γουστάραμε, εκεί οι μουσικές που γουστάραμε, οι φάτσες και το κλίμα που γουστάραμε. Και μετά ήρθα κι εγώ στην Αθήνα, το 1985 γίνομαι κάτοικος Κυψέλης και βρίσκω την πρώτη μου δουλειά σ’ ένα μαγαζί στην Καλλιδρομίου. Κανένα μήνα βαριά κράτησε αυτή η δουλειά και εκεί με βρήκε να δουλεύω η πορεία για το Πολυτεχνείο του 1985. Θυμήθηκα εκείνες τις μέρες βλέποντας στο καπάκι μετά τις εκπομπές για τα Εξάρχεια ένα βίντεο, πάλι της Μηχανής του Χρόνου, για τη δολοφονία του Καλτεζά. Λογική η συνέχεια θα μου πεις….
Τελείωνα τη δουλειά στις 11 το βράδυ, μάθαμε πως η πορεία ήταν ήσυχη και τελείωσε ήσυχα. Και ξαφνικά έφτασαν τα νέα στην Καλλιδρομίου για τη δολοφονία του Καλτεζά. Όταν έκλεισε το μαγαζί κατέβηκα προς τα κάτω και έπεσα στο χαμό, όχι πως δεν ήξερα τι θα εύρισκα ή δεν ήθελα να πάω. Στην Κυψέλη μπορούσα να φτάσω κι αλλιώς αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να το κάνω. Θυμάμαι τις φωτιές, το ξύλο και την τεράστια οργή του κόσμου. Ομάδες ανθρώπων να τρέχουν δεξιά και αριστερά ανάμεσα σε δακρυγόνα. Με θυμάμαι σε κάποια φάση ανάμεσα σε μια ομάδα στη γωνία Πατησίων με Στουρνάρη ανάμεσα σε φωτιές και δακρυγόνα.Δεν θυμάμαι καν αν είχα κατέβει μόνη μου ή με παρέα, αν βρήκα γνωστούς. Δεν θυμάμαι τι ώρα έφυγα και γύρισα σπίτι. Δεν θυμάμαι τι έκανα την άλλη μέρα, αν κατέβηκα σε πορεία, αν πήγα στη σχολή, λογικά όμως θα είχα πάει για δουλειά. Δεν θυμάμαι αν πέρασα από το Χημείο, ούτε πόσες μέρες κράτησε ο χαμός, στην εκπομπή έλεγε πως κράτησε μέρες. Μόνο την οργή θυμάμαι κι αυτό που λέγαμε μεταξύ μας εκείνο το πρώτο βράδυ μαθαίνοντας άκρες μέσες το τί έγινε, πως αν δεν ήταν τόσο μαλάκες οι μπάτσοι εκείνη θα είχε μείνει σαν η πιο ήσυχη πορεία για το Πολυτεχνείο.

 

«Στα δίχτυα της Αράχνης»


hqdefaultΠριν πενήντα χρόνια ξεκίνησε η ελληνική τηλεόραση, 1966 τέτοιες μέρες. Στο σπίτι μου αποχτήσαμε το «μαγικό κουτί» μετά από επτά χρόνια, τέτοιες μέρες το 1973. Ένας δυο είχαν στη γειτονιά και μαζευόμασταν στα σπίτια τους να δούμε «Άγνωστο Πόλεμο» και «Παράξενο ταξιδιώτη». Είχε και στο φροντιστήριο αγγλικών της γειτονιάς τηλεόραση. Έξυπνη η κυρία Βάσω που το είχε -αραβωνιαστικιά υπολοχαγού- έβαλε μια τηλεόραση στην αίθουσα αναμονής και μάζεψε όλο το χαρτί. Και μόνο για να χαζέψουν τηλεόραση στο διάλειμμα και μετά το τέλος του μαθήματος, τα παιδιά έκαναν ουρά για να μάθουν αγγλικά στο δικό της φροντιστήριο.

Τούτες τις μέρες η ΕΡΤ κάνει αφιέρωμα στα 50 χρόνια ζωής της ελληνικής τηλεόρασης. Παλιές σειρές ασπρόμαυρες, εκπομπές λόγου και κωμωδίες κι εγώ να τις παρακολουθώ και να βουτάω στο χρόνο.

«Στα δίχτυα της Αράχνης» και «Στα δίχτυα του Τρόμου» σε παραγωγή του πανταχού παρόντα επί χούντας αλλά και αργότερα Τζέιμς Πάρις. Προπαγάνδα στο φουλ, τα «Δίχτυα της Αράχνης» υπήρχαν και σαν ραδιοφωνική εκπομπή, απόγευμα, κι εγώ να θέλω να την ακούσω κι η μαμά να λέει πως αν το κάνω θα με σκοτώσει. Κακοί κομμουνιστές από το «σιδηρούν παραπέτασμα» που ήθελαν να κάνουν μεγάλο κακό στην πατρίδα μας και καλοί αξιωματικοί που την έσωζαν και νικούσαν τους κακούς και άσχημους κομμουνιστές. Η μαμά να φρικάρει, εγώ να μην καταλαβαίνω ούτε γιατί φρικάρει ούτε τι θα πει «σιδηρούν παραπέτασμα» και τι σχέση έχει με τους «άθλιους κομμουνιστάς». Εγώ μόνο το Σιδηρούν Προσωπείον του Δουμά ήξερα αλλά μάλλον ήταν άσχετο με το παραπέτασμα. Πάντως κάτι κακό θα ήταν που δεν έπρεπε να το αναφέρουμε εμείς, γιατί η μαμά και η γιαγιά χαμήλωναν τη φωνή όταν έλεγαν για κάποιον πως «έχει έρθει από το Πα ρα πέ τα σμα…..».

Τα ίδια και στην τηλεόραση, κακοί με ονόματα όπως Μίρκο απαγάγουν παιδί εθνικόφρονα καθηγητή και τον απειλούν…..  Καλοί αξιωματικοί τους κυνηγούν και υποθέτω σωζουν το παιδί και την πατρίδα. Ένα επεισόδιο σήμερα, πριν και μετά ποιος ξέρει τι να είχε η ιστορία είναι όμως εύκολο και προβλέψιμο να το φανταστούμε.

Στο καπάκι άλλη κινηματογραική σειρά επεισοδίων, «Στα δίχτυα του Τρόμου» με εναλλακτικό σενάριο. Καλοί έλληνες, κακοί Γερμανοί, καλοί αντάρτες αλλά όχι με τίποτις μούσια και αγριάδες. Πέφτουν με αλεξίπτωτα μεζί με τους καλούς Άγγλους. Κακός γερμανός Χρήστος Πολίτης αλλά ευαίσθητος και ερωτευμένος με χαζή Δανδουλάκη. Φιλοναζί μπαμπάς της Δανδουλάκη, φιλοαντάρτισσα μαμά, έτσι γίνονται τα δράματα….. Παραγωγή Τζειμς Πάρις φυσικά και όλο το παρισέϊκο δούλευε σ’ αυτές τις παραγωγές. Ασπρόμαυρες γραμμικές σχέσεις καλού-κακού και προπαγάνδα στο φουλ.

tv4Και μετά έπεσε η χούντα. Και μετά γεμίσαμε αντάρτικα και ρεμπέτικα και παντού μιλούσαμε με τσιτάτα του Μαρξ και δεν χρειαζόταν να χαμηλώνουμε τη φωνή όταν αναφερόμασταν στο «παραπέτασμα». Περάσαμε χωρίς ενδιάμεσο στάδιο από τον Τζέιμς Πάρις στον Αϊζενστάιν και τον Ταρκόφσκι, ζηλέψαμε που δεν ζήσαμε κι εμείς το δικό μας Μάη ή το δικό μας Μπέρκλεϊ (της μεταπολίτευσης χαμένη γενιά όπως είπε κι ο Πορτοκάλογλου). Και μετά μεγαλώσαμε κι έπεσε το Τείχος και η ΕΣΣΔ και γίναμε μεταμοντέρνοι και μιλούσαμε για το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων και το τέλος της πάλης των τάξεων. Κι ανακαλύψαμε τα λεφτά, τη Μύκονο και τον Βασίλη Καρρά και αποκηρύξαμε τον παλιό κουλτουριάρη εαυτό μας που γλεντούσε με Πάνο Τζαβέλα και ονειρευόταν επαναστάσεις. Και ξεχάσαμε τα πάντα αλλάζοντας αυτοκίνητο κάθε δυο χρόνια διότι «παραπάνω δεν αξίζει, σου βγάζει ζημιές ρε αδελφέ…. Αντί να τα δίνεις στο συνεργείο το πουλάς, παίρνεις κι ένα δανειάκι και κυκλοφοράς με καινούριο σαν άρχοντας….»

Και μετά μας πλάκωσε η κρίση και ζαλιστήκαμε και φτάσαμε τα πενήντα και τα καβατζάραμε και ήρθε κι ένα αφιέρωμα για τα 50 χρόνια της ελληνικής τηλεόρασης και βλέπουμε την ασπρόμαυρη απλοϊκή προπαγάνδα των ’70’ς και μελαγχολούμε….

«που είσαι νιότη πού ‘λεγες πως θα γινόμασταν άλλοι…..»

Προδοσία


Στο μυαλό σχεδόν όλων μας η προδοσία είναι μια λέξη φορτισμένη πολύ έντονα αρνητικά. Συνήθως τη συνδέουμε με «μεγάλες» έννοιες, Πατρίδα, Θρησκεία, Τιμή. Εγώ όμως δεν θέλω να μιλήσω γιαυτές τις προδοσίες αλλά για τις άλλες, τις μικρές και καθημερινές, αυτές που περνάνε απαρατήρητες σαν λεπρομέρειες.

Ο πατέρας μου είχε στη γάμπα  του ένα σημάδι, στρογγυλό σε μέθεθος μεταλλικού κατοστάρικου (υποθέτω τα θυμόμαστε ακόμα τα κατοστάρικα…), με χρώμα καφετί που σκούραινε όσο πήγαινε προς το κέντρο. Κάποια στιγμή, μικρό κοριτσάκι πριν πάω στο σχολείο, είχα ρωτήσει τον πατέρα μου τι σημάδι είναι αυτό και πως το έπαθε. Τότε ο μπαμπάς αμέσως και πολύ ανάλαφρα μου απάντησε πως του το είχαν κάνει στον πόλεμο οι γερμανο, τον είχαν πυροβολήσει. Δεν ρώτησα τίποτε άλλο, ο πόλεμος και οι γερμανοί ήταν κάτι μυθικό στο παιδικό μυαλό μου, γεμάτο πείνα και ηρωισμούς. Κι επειδή ο πόλεμος είχε ηρωισμούς, στο παιδικό μου μυαλουδάκι ο μπαμπάς άρχισε να ψηλώνει και να γίνεται ήρωας. «Για να έχει τέτοιο σημάδι» σκεφτόμουν «δεν μπορεί παρά να έκανε κάτι ηρωικό! Τον χτύπησαν οι κακοί γερμανοί αλλά ο μπαμπάς ηρωικά τους ξέφυγε…». Ένα σωρό διαφορετικές εκδοχές ηρωισμών περνούσαν από το μυαλό μου, ανάλογα με την ταινία που είχα δει την Κυριακή.

Κάποια στιγμή μεγάλωσα, πήγα σχολείο και έμαθα αριθμητική. Η αριθμητική όμως άρχισε να αμφισβητεί τις ηρωικές ιστορίες που είχα πλάσει για το μπαμπά. Βλέπεις είχε γεννηθεί το 1931 και ήταν 10-12 χρονών στην Κατοχή, τι ηρωισμούς να είχε προλάβει να κάνει; Η πίστη μου στον ηρωισμό του μπαμπά άρχισε να κλονίζεται, δεν ήθελα με τίποτε να πιστέψω ότι μου είχε πει ψέμματα αλλά και πάλι βρήκα τη λύση. «Λίγα ήταν τα παιδιά που έδρασαν με ηρωισμό στην κατοχή; Να δεις που ένα τέτοιο παιδί θα ήταν και ο μπαμπάς κι εγώ ανησύχησα….». Δεν τόλμησα ποτέ να τον ρωτήσω τι είχε κάνει στην κατοχή και τον πυροβόλησαν οι γερμανοί, ίσως φοβόμουν την αλήθεια που θα θρυμμάτιζε τις ιστορίες μου.

Η αληθινή ιστορία εμφανίστηκε χρόνια μετά και δεν θυμάμαι καθόλου με ποιο τρόπο. Το σημάδι φυσικά δεν προερχόταν από καμμιά σφαίρα γερμανών, είχε γίνει με κάποιο τρόπο πιο πεζό, μάλλον κάψιμο στη σόμπα. «Μα γιατί ρε μπαμπά μου είχες πει ότι ήταν από σφαίρα γερμανών στην κατοχή;». Γέλαγε ώρα ο πατέρας μου…. «Καλά βρε, το είχες πιστέψει;» με ρώτησε «έτσι το είχα πει, για πλάκα….».

Τόσα χρόνια οι αριθμοί μου έδιναν την αλήθεια κι εγώ απλώς γυρνούσα το κεφάλι, αποκλείεται να ήξεραν αυτοί κι όχι ο πατέρας μου, αποκλείεται να μου είχε πει ψέμματα. Αποκλείεται ο μπαμπάς μου να με είχε προδώσει.

«Ναι, μπαμπά, το είχα πιστέψει» του απάντησα και γέλασε πιο πολύ….

Τι είναι προδοσία αλήθεια;

Το «Βάλσαμο»


Διάβαζα ένα άρθρο στο διαδικτυακό περιοδικό της Θεσσαλονίκης parallaxi για ένα μαγαζάκι με μπαχαρικά και βότανα στο Καπάνι, το «Βάλσαμο».

Παλιά, όταν ήμουν πολύ μικρό παιδάκι, στον ίδιο δρόμο, στην προέκταση της οδού Χαλκέων, είχε πάγκο με φρούτα ένας θείος μου, ξάδελφος του πατέρα μου, και πηγαίναμε πολλές φορές με το μπαμπά να ψωνίσουμε. Γύρω και απέναντι από τον πάγκο του θείου Νίκου πολλά μαγαζιά με καραμέλες και γλυκά κουταλιού, βότανα, σκούπες και μαγαζιά με τυριά, αλλαντικά και ελιές. Ένας κόσμος γεμάτος ανακατεμένες μυρωδιές. Μικρά μαγαζάκια τα περισσότερα με την πραμάτεια τους απλωμένη τη μισή έξω από το μαγαζί. Εκεί, απέναντι από τον πάγκο του θείου ήταν αυτό το ίδιο μαγαζί που τώρα λέγεται «Βάλσαμο». Ακριβώς δίπλα του ήταν ένα μαγαζί που πουλούσε τυριά, σαλάμια κλπ, κι από κει ψωνίζαμε φέτα και κασέρια. Ο μπαμπάς τον ιδιοκτήτη τον φώναζε «θείο», «Θείο, μια πλάκα τυρί και ένα κιλό κασέρι», θυμάμαι τον πατέρα μου να παραγγέλνει κι ο θείος φώναζε με τη σειρά του τον πατέρα μου «ανηψιό», χωρίς όμως να υπάρχει αληθινή συγγένεια μεταξύ τους.Ποιος ξέρει πως να είχε μείνει αυτό…..

Θυμάμαι τον πατέρα των παιδιών που έχουν τώρα το «Βάλσαμο», ένας κύριος με ξανθωπά σπαστά μαλλιά. Στο μαγαζί τότε είχε βότανα και σκούπες, αυτές τις παλιές τις χορταρένιες. Έπιανε την κουβέντα ο μπαμπάς με τον ξάδελφό του το μανάβη και όλους τους μαγαζάτορες της περιοχής κι εγώ βαριόμουν αφόρητα. Καθόμουν σ’ ένα σκαλάκι στριμωγμένο ανάμεσα στον πάγκο του θείου κι ένα μαγαζάκι-τρύπα που δεν θυμάμαι πλέον τι πουλούσε. Θυμάμαι πως το είχε μια κοπέλα κι ερχόταν κι ένας νεαρός ψηλός, μελαχρινός. Εκεί περίμενα να τελειώσει ο μπαμπάς την κουβέντα και να φύγουμε. Πόσα να πει ένα παιδάκι μ’ ένα φωνακλά θείο και τους γύρω μαγαζάτορες…. Μερικές φορές μου έδιναν καραμέλες από το απέναντι μαγαζί που υπάρχει ακόμα και πουλάει ακόμα καραμέλες. Μερικές φορές όμως ήταν εκεί και τ’ αγόρια του κυρίου από το μαγαζί με τις σκούπες και τότε  παίζαμε καμμιά φορά κι αυτές ήταν οι φορές που δεν βαριόμουν τόσο. 

Όποτε είμαι στη Θεσσαλονίκη περνάω από το «Βάλσαμο», αγοράζω θυμίαμα γνήσιο για τη μαμά, βοτάνια για μένα και αιθέρια έλαια. Ποτέ δεν είπα στα παιδιά που το έχουν πλέον, τα παιδιά του κυρίου με το ξανθωπό σπαστό μαλλί, πως παίζαμε μερικές φορές όταν ήμασταν μικρά παιδάκια κι αυτές ήταν οι μόνες φορές που δεν βαριόμουν τόσο πολύ τη βόλτα για ψώνια στο Καπάνι.

επετειακόν


Όταν ήμουν μικρή και για να με πείσουν να φάω που ήμουν μίζερη και δεν έτρωγα σχεδόν τίποτε, μου μιλούσαν για την Κατοχή και την πείνα κι εγώ φυσικά αντιδρούσα όλο νεύρα. Η φράση του μπαμπά «μωρέ ένα ’41 σας χρειάζεται για να μάθετε τι θα πει πείνα….», με έκανε έξαλλη. Οι ιστορίες του μπαμπά για το πως -δέκα χρονών παιδάκι- περπατούσε χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη για να φτάσει σ’ ένα χωριό να πάρει ένα τσουβαλάκι στάρι, να το φορτωθεί και να ξαναγυρίσει περπατώντας πίσω, μου έμοιαζαν εξωπραγματικές. Στο σχολείο ακόμα και η πείνα είχε κάτι ηρωικό, έτσι όπως μας τα μάθαιναν στην ιστορία (μέσα στη χούντα). Οι ιστορίες του μπαμπά δεν είχαν ηρωισμό, μόνο πείνα. Το περπάτημα ενός δεκάχρονου μου έμοιαζε απλώς εξωπραγματικό αλλά όχι ηρωικό, δεν είχε κατατροπώσει μόνος του μια ντουζίνα γερμανούς να έχω να περηφανεύομαι.
(κάτι τέτοιες μαλακίες μας έλεγαν στο σχολείο).
Ούτε εγώ, ούτε ο μπαμπάς μου πολύ περισσότερο, πιστεύαμε τότε πως θα ξαναζήσουμε πείνα. Η πέινα του ’41 ήταν ένα σκιάχτρο που μου κουνούσαν για να κόψω τις κόνξες στο φαγητό, δεν θα ήθελε με τίποτε ο καημένος να ζήσουν τα παιδιά του κάποια στιγμή την πείνα που έζησε εκείνος και η γενιά του.
Ήρθε όμως η πείνα, όχι ακόμη για μένα αλλά για πολύ κόσμο. Κι αν συνεχίσουμε έτσι θα έρθει για τους περισσότερους από μας.