φτου ξελευτερία


Πήγα σήμερα στο σχολείο. Ήθελα να πάρω τα πράγματά μου, τα βιβλία μου, κάτι φωτοτυπίες πρακτικών, να παραδώσω κλειδιά κλπ κλπ. Πόσο με χάρηκα που ΔΕΝ τους άφησα να με λυπηθούν. Στην αρχή με πλησίασε η πρώτη έτοιμη για συλληπητήρια, τσαμπουκαλεύτηκα, της απάντησα πως είμαι μια χαρά και γουστάρω που τελικά απελευθερώθηκα. Πως θα το κυνηγήσω δικαστικά να γυρίσω στην εκπαίδευση αλλά με τους δικούς μου όρους, όχι με άλλων, και πως αν δεν δικαιωθώ έχω κάνει ήδη τα κουμάντα μου που τα γουστάρω κιόλας. Τα μάζεψε και την έκανε, ήθελε ντε και καλά να με λυπηθεί. Τους άφησα ένα ψήφισμα να υπογράψουν, δεν του έριξαν δεύτερη ματιά. Αν χρειαστεί θα υπογράψω ψήφισμα για πάρτη τους (αν και θα ήθελα αντί γιαυτό να τους φτύσω κατάμουτρα) αλλά τους αντιπαθώ σφόδρα και τελικά χαίρομαι που δεν θα τους ξαναδώ. Όχι όλους αλλά την πλειοψηφία τους. 

Όταν ξεκινήσω στη νέα δουλειά θα τους καλέσω όλους για να δω τα μούτρα τους, τότε θα τους λυπηθώ εγώ τους ματζίρηδες φοβισμένους ανθρωπάκους που χέστηκαν πάνω τους όταν τους ζήτησα να υπογράψουν ένα ψήφισμα συμπαράστασης. Συμπαράσταση σε μένα ρε καριόληδες και τους υπόλοιπους συνάδελφους, που μέχρι πριν 2 μήνες μοιραζόμασταν διπλανά γραφεία. Και καλά εμένα, δεν ήμουν η συμπάθεια πολλών εξ αυτών, πολύ γλωσσού και η αλήθεια κατάμουτρα για τις αντοχές τους, τους υπόλοιπους όμως; 

Advertisements

εγέρθητω


Τι να σχολιάσει κανείς; Τους φαντάζομαι στη Βουλή, να μπαίνει ο Αρχηγός και να ουρλιάζουν σε άπταιστη διάλεκτο Κθούλου «Εγέρθητω!!!!» Οι προστακτικές τους μάραναν και τα αρχαία. Μπαμπουίνοι που τους στείλαμε στη Βουλή.

Τέτοια βλέπω και δεν γιατρεύονται τα μάτια μου.

Τα κατάφεραν…..


Ομολογώ πως τα κατάφεραν. Με τρόμαξαν, με φόβισαν…. Τόσους μήνες αντιστεκόμουν με νύχια και με δόντια στο φόβο, πίστευα (κι ακόμα πιστεύω) πως ο φόβος είναι ο χειρότερος εχθρός μου, ο χειρότερος  σύμβουλος, ο πιο σίγουρος τρόπος να με/μας νικήσουν. Ε, τα κατάφεραν και τώρα φοβάμαι. Φοβάμαι πως στα πενήντα θα μείνω χωρίς δουλειά, πως θα μείνουμε και οι δυο μας χωρίς δουλειά. Ακούω στις ειδήσεις και διαβάζω στις εφημερίδες και το internet για τον απόλυτο χαμό που μας περιμένει και τρελαίνομαι. 150.000 απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων θέλουνε μέχρι το 2015, απολύσεις που σίγουρα θα γίνουν χωρίς σκέψη, χωρίς αξιολόγηση, χωρίς τίποτε. Πρόχειρα και υπό το κράτος του πανικού, όπως πάντα, κι όποιον πάρει ο χάρος.  150.000 άνθρωποι, όχι αριθμοί, άνθρωποι με παιδιά και υποχρεώσεις. Άνθρωποι σαν αυτούς που μέχρι πριν μερικούς μήνες είχαν σπίτια και οικογένειες και τώρα είναι άστεγοι. Για να μη μιλήσω για το χαμό που γίνεται ήδη στον ιδιωτικό τομέα.

Τα τελευταία 25 χρόνια δεν έμεινα σχεδόν ποτέ χωρίς δουλειά, είτε έκανα λάντζα σε μπαράκια, είτε στη διαφήμιση, είτε στα περιοδικά, είτε στα ΙΕΚ και τελικά στο σχολείο. Χωρίς βύσματα και μέσα, απλά γιατί σιγά σιγά αποκτούσα καλή φήμη, σ’ όλες τις δουλειές που έκανα στη ζωή μου -και ήταν πολλές και διαφορετικές- αφήνα καλές εντυπώσεις φεύγοντας. Μπορεί να ήμουν και τυχερή, δεν το ξέρω, αλλά χωρίς δουλειά δεν έμεινα. Όχι χρυσοπληρωμένες δουλειές αλλά τα βασικά της ζωής τα έβγαζα αξιοπρεπώς και ζούσα με το κεφάλι ψηλά αφού ποτέ δεν αναγκάστηκα να παρακαλέσω ή να βάλω μέσο για να δουλέψω.Τον έβλεπα βέβαια τον ορυμαγδό να έρχεται από τότε ακόμη που δεν τον υποψιαζόταν σχεδόν κανείς. Από το 1998, όταν έσκασε μύτη ο νόμος Αρσένη για τις αλλαγές στα σχολεία και έπεσε στα χέρια μου το σχέδιο -τότε- του κώδικα των δημοσίων υπαλλήλων και είδα το άρθρο για τις καταργήσεις οργανικών θέσεων που θα είχαν σαν συνέπεια διαθεσιμότητες και απολύσεις σε περίπτωση που δεν υπήρχε θέση για μετάταξη. Τότε που έλεγα στους συναδέλφους πως πρέπει να έχουμε το νου μας κι αυτοί -μέσα στη νιρβάνα τους (και οι συμδικαλιστές μας μαζί τους)- πως αυτά δεν γίνονται, πως αποκλείεται να αρθεί ποτέ η μονιμότητά μας. Το είχα στο μυαλό μου αλλά ευχόμουν να μην έρθει αυτή η ώρα…. Και να που ήρθε η ώρα η κακιά…..  Πριν μερικά χρόνια έκλεισε ο άντρας μου το μαγαζί του, ευτυχώς που φώναζα και το έκανε γιατί τώρα απλά θα το κλείναμε πνιγμένοι στα χρέη. «Μη φοβάσαι» του έλεγα «μέχρι να βρεις δουλεία εγώ είμαι εδώ, έστω και με λίγα θα τη βγάλουμε, έστω και με το μισθό μου θα επιβιώσουμε». Διότι, παρ’ όλο που είχα κατά νου τον κώδικα, δεν ήθελα να βάζω κακές σκέψεις στο μυαλό μου. Επιβιώσαμε, βρήκε δουλειά και συνεχίσαμε να ζούμε. Όπως ζούσαμε πάντα, με λίγα αλλά έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν κυνηγήσαμε τα πολλά. Πάντα είμασταν ολιγαρκείς, ούτε αυτοκίνητο δεν είχαμε. Δεν ζήτησα ποτέ στη ζωή μου χλιδή, ακριβά ρούχα, ακριβά έπιπλα, ακριβό σπίτι, ακριβές διακοπές. Ζούσα πάντα (ζούσαμε) με όσα μου έφταναν για να πληρώνω τους λογαριασμούς μου, να ντύνομαι από στοκατζίδικα, να πηγαίνω διακοπές σε κάμπινγκ, να κάνω μικρά δώρα στους φίλους μου και από τη στιγμή που ήρθε ο γιος μου στη ζωή να καλύπτω τις ανάγκες ενός παιδιού. Βασικά πράγματα. Και τώρα άρχισα να τρέμω πως δεν θα έχω σε λίγο να ταίσω το παιδί μου, πως δεν θα έχω να πληρώσω τ’ αγγλικά και τα γερμανικά του, να τον πάω διακοπές τις 10 μέρες στο κάμπινγκ που τις περιμένει ολόκληρο το χρόνο.

Τους μισώ γιαυτό που μου κάνουν, τους μισώ που φοβάμαι, τους μισώ γιατί ξέρω πως παρ’ όλα τα πτυχία και τα μάστερ μου και τα προσόντα μου πιθανόν να βρεθώ στο δρόμο χωρίς να μπορώ να κάνω κάτι και σε μια ηλικία που θα είναι αδύνατο να βρω δουλειά. Όπως είμαι σχεδόν σίγουρη πως οι όποιοι άχρηστοι και τεμπέληδες που υπάρχουν θα συνεχίσουν, να επιβιώνουν και να (μη) δουλεύουν. Διότι αυτοί πάντα έχουν κάνει τις καβάντζες τους από πριν, πάντα έχουν έτοιμο ένα μηχανισμό διασωσής τους.

Νιώθω νικημένη που κάνω αυτές τις σκέψεις και τους μισώ γιαυτό. Το κακό είναι πως δεν ξέρω σίγουρα ποιοι είναι αυτοί που μισώ, όπως δεν το ξέρει και κανείς μας και ίσως γιαυτό υπάρχει αυτή η παράλογη παράλυση και παγωμάρα στον κόσμο. Ποιοι είναι αυτοί που μας βλέπουν σαν αριθμούς, ποιοι είναι αυτοί που αποφασίζουν πως τα παιδιά μας δεν έχουν μέλλον, δεν έχουν λόγο να έχουν μέλλον; Δεν μπορώ να προσωποποιήσω την οργή που νιώθω κι αυτό με κάνει να νιώθω διπλά αδύναμη και διπλά νικημένη. Σαν να παλεύω με φαντάσματα….

Ίσως και να είναι οι κακές σκέψεις της μέρας, ίσως αύριο να σκέφτομαι άλλα πράγματα, πιο ελπιδοφόρα. Ίσως αύριο να σκέφτομαι πως θα τη γλυτώσω, αν κι αυτό δεν είναι γλυτωμός. Δεν γλυτώνεις όταν καταρρέει το σύμπαν γύρω σου. Το κακό δεν είναι πως είμαι σήμερα στις μαύρες μου, το κακό είναι πως αυτές οι σκέψεις τρυπώνουν όλο και πιο συχνά στο μυαλό μου και φοβάμαι πως κάποια στιγμή θα εγκατασταθούν μόνιμα. Κι αν γίνει αυτό τη βάψαμε οικογενειακά…..

Εικόνα….


Σήμερα με πλησίασε μία κυρία, μεγάλη σε ηλικία και αρκετά καλοντυμένη με ελαφρά συμπτώματα Πάρκινσον. Νόμιζα πως ήθελε να με ρωτήσει κάτι για το δρόμο. Μου ζήτησε με χαμηλή φωνή και πολύ ευγενικά να της δώσω, αν έχω, ένα ευρώ. Είχα στην τσέπη μου 50 λεπτά και της τα έδωσα ρωτώντας της αν της κάνει αυτό το νόμισμα διότι πίστευα πως απλά δεν είχε ψιλά. Μου έδειξε τη χούφτα της γεμάτη ψιλουδάκια και μου είπε: «Ψιλά μαζεύω, δεν βλέπεις; Όλα μου κάνουν…»
Κι έφυγε.

γλυκά πονούσε το μαχαίρι…..


Αυτό που με στεναχωρεί δεν είναι το 20, 30, 40%  που θα χάσω από τα έτσι κι αλλιώς λίγα έσοδά μου.

Δεν είναι ούτε το ότι, έτσι όπως πάει, δεν ξέρω αν θα μπορώ να πάω διακοπές κι αυτό το καλοκαίρι. Το σπίτι της μαμάς να είναι καλά, έχει τη θάλασσα κοντά κι ας μην είναι ό,τι καλύτερη επιλογή. Κάποιοι άλλοι δεν την έχουν καν…

Δεν είναι που θα κάνω το σκατό μου παξιμάδι για να συνεχίσει ο μικρός τα μαθήματα στις ξένες γλώσσες μιας και «τα παίρνει τα γράμματα’ και είναι κρίμα να του κόψεις κάτι που του αρέσει και στο οποίο τα πάει καλά.

Δεν είναι που θα σκεφτόμαστε πόσο θα φάμε και αν θα βγούμε μια φορά το μήνα ή μια φορά το δίμηνο. Αν θα πιούμε ένα ποτό ή δύο.

Δεν είναι το αναγκαστικό μάζεμα από περιττές  «πολυτέλειες», τα στοκατζίδικα να είναι καλά.

Δεν είναι που ούτε να μας περάσει από το μυαλό η ιδέα για ένα ταξίδι, κάπου σ’ ένα φίλο βρε αδελφέ που έχω να βγω χρόνια μια βόλτα στο εξωτερικό και την έχω υποσχεθεί στον μικρό.

Δεν είναι πολλά απ’ αυτά τα πρακτικής φύσης πράγματα.

Αυτό που με στεναχωρεί πραγματικά είναι που σιγά σιγά και μεθοδικά μας έχουν στρέψει τον έναν εναντίον του άλλου. Ο καθένας εναντίον όλων.

Δεν είναι η πρώτη φορά που διαβάζω κάτι τέτοιο:

«Koιταξε και εγω κανω σεμιναρια σε υφισταμενους που δεν ειναι παιδακια του δημοτικου και για να σε ακουσουν χρειαζεται τεραστια υπομονη απο μερους σου για να επιβληθεις. Το να μπαινεις μες στην ταξη και να θεωρεις δυσκολο το να πεις το 1 και το 2 σε παιδια τη στιγμη που εχουν διωξει και απο το καθηκον της εκπαιδευσης την διαπαιδαγωγηση του μαθητη το θεωρω μαλλον γελοιο επιχειρημα. Το οτι φαινεται δυσκολο στους δασκαλους οφειλεται στο οτι δεν εχουν δουλεψει σε πραγματικη δουλεια με ωραριο και στρες»

Παλιά τσαντιζόμουν, τώρα δεν έχω καν το κουράγιο να γίνω έξαλλη. Οι δάσκαλοι εναντίον των καθηγητών, οι εφοριακοί εναντίον των γιατρών, οι ιδιωτικοί εναντίον των δημόσιων υπαλλήλων, οι αστοί εναντίον των αγροτών, οι έλληνες (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό…) εναντίον των μεταναστών, οι αλβανοί εναντίον των αφρικανών, οι γυναίκες εναντίον των αντρών, τα παιδιά εναντίον των μεγάλων, ο 5ος όροφος εναντίον του 1ου…. και πάει λέγοντας. Δεν έγινε μόνο του, χρόνια τώρα το μαχαιράκι κόβει σιγά σιγά το σαλαμάκι σε φετούλες. Κι εμείς νομίζαμε πως μας κάνουν καντάδα με Βοσκόπουλο, «Γλυκά πονούσε το μαχαίρι, έσταζε μέλι η μαχαιριά….».

Το κακό είναι πως οι φετούλες χαίρονται που δεν ανήκουν στο σαλαμάκι, είμαστε ελεύθερες σου λένε. Ελεύθερες να γαμήσουμε τις υπόλοιπες φετούλες. Μόνοι μας θα βγάλουμε τα μάτια μας ή μάλλον καλύτερα τα μάτια του διπλανού και θα προσπαθήσουμε να σώσουμε τα δικά μας κρατώντας τα κλειστά.

Έχω νεύρα λέμε…..


Είμαι πολύ τσαντισμένη. Με όλους και με όλα. Όχι με τους γύρω μου, τους στενούς φίλους ή την οικογένεια. Εκεί οι τσαντίλες είναι για απλά καθημερινά πράγματα. Έρχονται και φεύγουν γρήγορα και δεν σημαίνουν πολλά πράγματα επί της ουσίας. με τις καθημερινές τσαντίλες βρίσκω τρόπο να εκτονωθώ. θα γκρινιάξω λίγο, θα τα κουβεντιάσω με μια φίλη, θα πατήσω μια φωνή στο σπίτι, θα μου χαμογελάσει παιχνιδιάρικα ο γιος μου, θα μου περάσει. Με τα υπόλοιπα όμως τι γίνεται; Που η τσαντίλα δεν βρίσκει τρόπο να εκτονωθεί;

Έχω κόψει την τηλεόραση, ηθελημμένα δεν βλέπω ειδήσεις. Παρ’ όλα αυτά όμως οι ειδήσεις μπαίνουν στη ζωή μου με κάποιο τρόπο. Είτε διαβάζοντας εφημερίδα, είτε βλέποντας τους τίτλους των εφημερίδων στα περίπτερα, είτε μέσω internet. Ούτε μια καλή είδηση από πουθενά.  Μια φορά να δω ειδήσεις δε στην τηλεόραση, σαλτάρω. με κάνουν να νιώθω πως αύριο δεν θα έχω φαγητό να ταίσω το παιδί μου και το χειρότερο πως φταίω εγώ γιαυτό. Εγώ η κακούργα που σκόρπαγα τα λεφτά του κράτους και τώρα χρεωκοπήσαμε. Δεν το σκεφτόμουν η κακούργα όταν αγόραζα ρούχα από τα στοκατζίδικα, όταν πήγαινα διακοπές με σκηνή, όταν έπινα δύο ποτά αντί για ένα τη μια φορά το μήνα που έβγαινα με φίλους σε κανένα μπαράκι. Ούτε όταν έκανα παιδί το σκέφτηκα πως έχει έξοδα και θα χρεωκοπήσω το κράτος. Και τσαντίζομαι με τον εαυτό μου που τσαντίζομαι αλλά περισσότερο με όλους αυτούς που με δείχνουν με το δάχτυλο, φορώντας τις κυριλέ γραβάτες τους και τα κουστουμάκια που δεν τ’ αγόρασαν σε στοκατζίδικα, και μου λένε «Εσύ φταις και πρέπει να πληρώσεις. Να σφίξεις το ζωνάρι και ν’ ανεχτείς να σου μειώσουμε το μισθό σου γιατί εσύ φταίς. Παίρνεις πολλά και έχεις ρίξει έξω την επιχείρηση που λέγεται κράτος». Και δεν μπορώ να κάνω κάτι γιαυτό. Δεν μπορώ να πάρω πέτρες και ν’ αρχίσω να τις πετάω επί δικαίων και αδίκων. Δεν μπορώ να πάω και να σπάσω τα μούτρα όλων αυτών με το τεντωμένο δάχτυλο, να πάρω τις γραβάτες τους και να τους τις μπουκώσω στο στόμα να μη μπορέσουν ούτε να ξαναμιλήσουν ούτε ν’ αναπνεύσουν. Και κυρίως, να τους κόψω το δάχτυλο να μη μπορέσουν να το ξανατεντώσουν και να με δείξουν σαν φταίχτη.

Χειρότερα όμως από τους γραβατωμένους μου τη δίνουν οι γύρω μου. Που δεν τους φταίνε αυτοί με τις γραβάτες αλλά εγώ. Παρακολουθώ συζητήσεις δεξιά και αριστερά και βλέπω μίσος. Του αστού προς τον αγρότη, του ιδιωτικού υπάλληλου προς το δημόσιο υπάλληλο, του μικρού προς το μεγάλο, του έλληνα προς τον ξένο, του ξένου προς τον πιο ξένο, του… του… του…. Κι εντάξει, καταλαβαίνω πως οργισμένοι άνθρωποι είναι που έχουν λαλήσει από το σφίξιμο του ζωναριού αλλά λίγο μυαλό δεν υπάρχει; Επειδή δεν μπορούμε καν να δούμε το φταίχτη τα βάζουμε με τον διπλανό ταλαίπωρο; Αυτός φταίει για όλα; Θα περικόψουν τους μισθούς των εκπαιδευτικών λένε και βλέπω τρελές χαρές γύρω μου. «Καλά να τους κάνουν τους άχρηστους, με 330 ευρώ να τους έχουν που κάθονται όλη μέρα και τα ξύνουν. Που θέλουν και λεφτά με τόσο λίγες ώρες δουλειά τη μέρα και διακοπές το καλοκαίρι…. Γιατί αυτοί να παίρνουν τον ιλιγγιώδη μισθό των 1400 ευρώ κατά μέσο όρο, όταν ο άλλος δουλεύει 10 ώρες τη μέρα για 800 ευρώ; Στην πυρά οι εκπαιδευτικοί!!!! Άρον άρον σταύρωσον αυτούς!!!» Λες και οι εκπαιδευτικοί φταίνε για το πως έχει καταντήσει η δημόσια εκπαίδευση, αυτοί φταίνε για την παραπαιδεία, για τις -ανά αλλαγή υπουργού- μεγαλόπνοες μεταρρυθμίσεις (γεμίσαμε Παπανούτσους, μη χέσω…) που κάθε φορά είναι 10 βήματα πίσω, για τα άθλια σχολικά κτίρια, για τα αναλυτικά προγράμματα που είναι το στίγμα της εκάστοτε εκπαιδευτικής πολιτικής και που -στην Ελλάδα μόνο- είναι συνήθως γραμμένα στο γόνατο. Οι εκπαιδευτικοί αποφασίζουν για όλα αυτά, ως γνωστόν. Δεν σκέφτεται κανείς απ’ αυτούς που μας φτύνουν,  πως φτάσαμε στο σημείο να είναι από τις πιο απαξιωμένες επαγγελματικές ομάδες οι εκπαιδευτικοί. Και με πιο τρόπο έγινε αυτή η απαξίωση μέσα σε πολύ λίγα χρόνια. Ούτε οι γιατροί με τα τόσα φακελλάκια δεν βιώνουν τόση απαξίωση. Δεν σκέφτονται πως απαξιώνοντας την δημόσια εκπαίδευση και τους λειτουργούς της, απαξιώνεις το μέλλον του τόπου σου. Πως μπορεί όλο αυτό να ήταν στημένο και καλά σκηνοθετημένο. Τίποτε, οι δάσκαλοι φταίνε για όλα. Να γκρεμίσουμε τη δημόσια εκπαίδευση, να την παραδώσουμε στους ιδιώτες να δούμε το φως μας. Και τρελαίνομαι εντελώς όταν αυτά τ’ ακούω όχι από δεξιούς αλλά από ακροδεξιούς εθνικιστές και εθνικοσοσιαλιστές εχθρούς της Νέας Τάξης και της Παγκοσμιοποίησης. Που είναι τόσο ανεγκέφαλοι ώστε να μην καταλαβαίνουν πως η άλωση της δημόσιας παιδείας από τους ιδιώτες είναι ένα από τους πρωταρχικούς στόχους της παγκοσμιοποίησης που σιχαίνονται. Τρελαίνομαι κι όταν τ’ ακούω από ανθρώπους που δεν τους φτάνουν να πληρώσουν το φροντιστήριο αγγλικών για τα παιδιά τους και ονειρεύονται ιδιωτικά πανεπιστήμια. Που πας ρε καραμήτρο και θες και ιδιωτικό πανεπιστήμιο, γυμνάσιο και πάει λέγοντας; Για να μείνει εντελώς αμόρφωτο το παιδί σου στον αιώνα τον άπαντα; Αυτό θέλουν να επιτύχουν, μια κοινωνία δύο ταχυτήτων, η ελίτ και η πλέμπα, κι εσύ καραμήτρο υπογράφεις με χαρά να είσαι εσύ και τα παιδιά σου για πάντα στην αναλώσιμη πλέμπα. Και τα βάζεις με το διπλανό σου γιατί έχει 100 ευρώ παραπάνω στο μισθό. Όχι ν’ ανέβει ο δικός σου που είναι άθλιος αλλά να κατέβει του διπλανού που είναι κάπως λιγότερο άθλιος.

Τσαντίζομαι περισσότερο μ’ αυτούς τους ανεγκέφαλους χειροκροτητές της αθλιότητας στην οποία θέλουν να μας ρίξουν αυτοί που μας δείχνουν με το δάχτυλο. Και δυστυχώς δεν μπορώ να κάνω τίποτε γιαυτό. με την τσαντίλα μου θα μείνω να παραμιλάω μονάχη μου.