φτου ξελευτερία


Πήγα σήμερα στο σχολείο. Ήθελα να πάρω τα πράγματά μου, τα βιβλία μου, κάτι φωτοτυπίες πρακτικών, να παραδώσω κλειδιά κλπ κλπ. Πόσο με χάρηκα που ΔΕΝ τους άφησα να με λυπηθούν. Στην αρχή με πλησίασε η πρώτη έτοιμη για συλληπητήρια, τσαμπουκαλεύτηκα, της απάντησα πως είμαι μια χαρά και γουστάρω που τελικά απελευθερώθηκα. Πως θα το κυνηγήσω δικαστικά να γυρίσω στην εκπαίδευση αλλά με τους δικούς μου όρους, όχι με άλλων, και πως αν δεν δικαιωθώ έχω κάνει ήδη τα κουμάντα μου που τα γουστάρω κιόλας. Τα μάζεψε και την έκανε, ήθελε ντε και καλά να με λυπηθεί. Τους άφησα ένα ψήφισμα να υπογράψουν, δεν του έριξαν δεύτερη ματιά. Αν χρειαστεί θα υπογράψω ψήφισμα για πάρτη τους (αν και θα ήθελα αντί γιαυτό να τους φτύσω κατάμουτρα) αλλά τους αντιπαθώ σφόδρα και τελικά χαίρομαι που δεν θα τους ξαναδώ. Όχι όλους αλλά την πλειοψηφία τους. 

Όταν ξεκινήσω στη νέα δουλειά θα τους καλέσω όλους για να δω τα μούτρα τους, τότε θα τους λυπηθώ εγώ τους ματζίρηδες φοβισμένους ανθρωπάκους που χέστηκαν πάνω τους όταν τους ζήτησα να υπογράψουν ένα ψήφισμα συμπαράστασης. Συμπαράσταση σε μένα ρε καριόληδες και τους υπόλοιπους συνάδελφους, που μέχρι πριν 2 μήνες μοιραζόμασταν διπλανά γραφεία. Και καλά εμένα, δεν ήμουν η συμπάθεια πολλών εξ αυτών, πολύ γλωσσού και η αλήθεια κατάμουτρα για τις αντοχές τους, τους υπόλοιπους όμως; 

εγέρθητω


Τι να σχολιάσει κανείς; Τους φαντάζομαι στη Βουλή, να μπαίνει ο Αρχηγός και να ουρλιάζουν σε άπταιστη διάλεκτο Κθούλου «Εγέρθητω!!!!» Οι προστακτικές τους μάραναν και τα αρχαία. Μπαμπουίνοι που τους στείλαμε στη Βουλή.

Τέτοια βλέπω και δεν γιατρεύονται τα μάτια μου.

Τα κατάφεραν…..


Ομολογώ πως τα κατάφεραν. Με τρόμαξαν, με φόβισαν…. Τόσους μήνες αντιστεκόμουν με νύχια και με δόντια στο φόβο, πίστευα (κι ακόμα πιστεύω) πως ο φόβος είναι ο χειρότερος εχθρός μου, ο χειρότερος  σύμβουλος, ο πιο σίγουρος τρόπος να με/μας νικήσουν. Ε, τα κατάφεραν και τώρα φοβάμαι. Φοβάμαι πως στα πενήντα θα μείνω χωρίς δουλειά, πως θα μείνουμε και οι δυο μας χωρίς δουλειά. Ακούω στις ειδήσεις και διαβάζω στις εφημερίδες και το internet για τον απόλυτο χαμό που μας περιμένει και τρελαίνομαι. 150.000 απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων θέλουνε μέχρι το 2015, απολύσεις που σίγουρα θα γίνουν χωρίς σκέψη, χωρίς αξιολόγηση, χωρίς τίποτε. Πρόχειρα και υπό το κράτος του πανικού, όπως πάντα, κι όποιον πάρει ο χάρος.  150.000 άνθρωποι, όχι αριθμοί, άνθρωποι με παιδιά και υποχρεώσεις. Άνθρωποι σαν αυτούς που μέχρι πριν μερικούς μήνες είχαν σπίτια και οικογένειες και τώρα είναι άστεγοι. Για να μη μιλήσω για το χαμό που γίνεται ήδη στον ιδιωτικό τομέα.

Τα τελευταία 25 χρόνια δεν έμεινα σχεδόν ποτέ χωρίς δουλειά, είτε έκανα λάντζα σε μπαράκια, είτε στη διαφήμιση, είτε στα περιοδικά, είτε στα ΙΕΚ και τελικά στο σχολείο. Χωρίς βύσματα και μέσα, απλά γιατί σιγά σιγά αποκτούσα καλή φήμη, σ’ όλες τις δουλειές που έκανα στη ζωή μου -και ήταν πολλές και διαφορετικές- αφήνα καλές εντυπώσεις φεύγοντας. Μπορεί να ήμουν και τυχερή, δεν το ξέρω, αλλά χωρίς δουλειά δεν έμεινα. Όχι χρυσοπληρωμένες δουλειές αλλά τα βασικά της ζωής τα έβγαζα αξιοπρεπώς και ζούσα με το κεφάλι ψηλά αφού ποτέ δεν αναγκάστηκα να παρακαλέσω ή να βάλω μέσο για να δουλέψω.Τον έβλεπα βέβαια τον ορυμαγδό να έρχεται από τότε ακόμη που δεν τον υποψιαζόταν σχεδόν κανείς. Από το 1998, όταν έσκασε μύτη ο νόμος Αρσένη για τις αλλαγές στα σχολεία και έπεσε στα χέρια μου το σχέδιο -τότε- του κώδικα των δημοσίων υπαλλήλων και είδα το άρθρο για τις καταργήσεις οργανικών θέσεων που θα είχαν σαν συνέπεια διαθεσιμότητες και απολύσεις σε περίπτωση που δεν υπήρχε θέση για μετάταξη. Τότε που έλεγα στους συναδέλφους πως πρέπει να έχουμε το νου μας κι αυτοί -μέσα στη νιρβάνα τους (και οι συμδικαλιστές μας μαζί τους)- πως αυτά δεν γίνονται, πως αποκλείεται να αρθεί ποτέ η μονιμότητά μας. Το είχα στο μυαλό μου αλλά ευχόμουν να μην έρθει αυτή η ώρα…. Και να που ήρθε η ώρα η κακιά…..  Πριν μερικά χρόνια έκλεισε ο άντρας μου το μαγαζί του, ευτυχώς που φώναζα και το έκανε γιατί τώρα απλά θα το κλείναμε πνιγμένοι στα χρέη. «Μη φοβάσαι» του έλεγα «μέχρι να βρεις δουλεία εγώ είμαι εδώ, έστω και με λίγα θα τη βγάλουμε, έστω και με το μισθό μου θα επιβιώσουμε». Διότι, παρ’ όλο που είχα κατά νου τον κώδικα, δεν ήθελα να βάζω κακές σκέψεις στο μυαλό μου. Επιβιώσαμε, βρήκε δουλειά και συνεχίσαμε να ζούμε. Όπως ζούσαμε πάντα, με λίγα αλλά έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν κυνηγήσαμε τα πολλά. Πάντα είμασταν ολιγαρκείς, ούτε αυτοκίνητο δεν είχαμε. Δεν ζήτησα ποτέ στη ζωή μου χλιδή, ακριβά ρούχα, ακριβά έπιπλα, ακριβό σπίτι, ακριβές διακοπές. Ζούσα πάντα (ζούσαμε) με όσα μου έφταναν για να πληρώνω τους λογαριασμούς μου, να ντύνομαι από στοκατζίδικα, να πηγαίνω διακοπές σε κάμπινγκ, να κάνω μικρά δώρα στους φίλους μου και από τη στιγμή που ήρθε ο γιος μου στη ζωή να καλύπτω τις ανάγκες ενός παιδιού. Βασικά πράγματα. Και τώρα άρχισα να τρέμω πως δεν θα έχω σε λίγο να ταίσω το παιδί μου, πως δεν θα έχω να πληρώσω τ’ αγγλικά και τα γερμανικά του, να τον πάω διακοπές τις 10 μέρες στο κάμπινγκ που τις περιμένει ολόκληρο το χρόνο.

Τους μισώ γιαυτό που μου κάνουν, τους μισώ που φοβάμαι, τους μισώ γιατί ξέρω πως παρ’ όλα τα πτυχία και τα μάστερ μου και τα προσόντα μου πιθανόν να βρεθώ στο δρόμο χωρίς να μπορώ να κάνω κάτι και σε μια ηλικία που θα είναι αδύνατο να βρω δουλειά. Όπως είμαι σχεδόν σίγουρη πως οι όποιοι άχρηστοι και τεμπέληδες που υπάρχουν θα συνεχίσουν, να επιβιώνουν και να (μη) δουλεύουν. Διότι αυτοί πάντα έχουν κάνει τις καβάντζες τους από πριν, πάντα έχουν έτοιμο ένα μηχανισμό διασωσής τους.

Νιώθω νικημένη που κάνω αυτές τις σκέψεις και τους μισώ γιαυτό. Το κακό είναι πως δεν ξέρω σίγουρα ποιοι είναι αυτοί που μισώ, όπως δεν το ξέρει και κανείς μας και ίσως γιαυτό υπάρχει αυτή η παράλογη παράλυση και παγωμάρα στον κόσμο. Ποιοι είναι αυτοί που μας βλέπουν σαν αριθμούς, ποιοι είναι αυτοί που αποφασίζουν πως τα παιδιά μας δεν έχουν μέλλον, δεν έχουν λόγο να έχουν μέλλον; Δεν μπορώ να προσωποποιήσω την οργή που νιώθω κι αυτό με κάνει να νιώθω διπλά αδύναμη και διπλά νικημένη. Σαν να παλεύω με φαντάσματα….

Ίσως και να είναι οι κακές σκέψεις της μέρας, ίσως αύριο να σκέφτομαι άλλα πράγματα, πιο ελπιδοφόρα. Ίσως αύριο να σκέφτομαι πως θα τη γλυτώσω, αν κι αυτό δεν είναι γλυτωμός. Δεν γλυτώνεις όταν καταρρέει το σύμπαν γύρω σου. Το κακό δεν είναι πως είμαι σήμερα στις μαύρες μου, το κακό είναι πως αυτές οι σκέψεις τρυπώνουν όλο και πιο συχνά στο μυαλό μου και φοβάμαι πως κάποια στιγμή θα εγκατασταθούν μόνιμα. Κι αν γίνει αυτό τη βάψαμε οικογενειακά…..

Που;


Σε τι δυσθεώρητα επίπεδα κανιβαλλισμού μπορούμε να φτάσουμε;

Εικόνα….


Σήμερα με πλησίασε μία κυρία, μεγάλη σε ηλικία και αρκετά καλοντυμένη με ελαφρά συμπτώματα Πάρκινσον. Νόμιζα πως ήθελε να με ρωτήσει κάτι για το δρόμο. Μου ζήτησε με χαμηλή φωνή και πολύ ευγενικά να της δώσω, αν έχω, ένα ευρώ. Είχα στην τσέπη μου 50 λεπτά και της τα έδωσα ρωτώντας της αν της κάνει αυτό το νόμισμα διότι πίστευα πως απλά δεν είχε ψιλά. Μου έδειξε τη χούφτα της γεμάτη ψιλουδάκια και μου είπε: «Ψιλά μαζεύω, δεν βλέπεις; Όλα μου κάνουν…»
Κι έφυγε.

γλυκά πονούσε το μαχαίρι…..


Αυτό που με στεναχωρεί δεν είναι το 20, 30, 40%  που θα χάσω από τα έτσι κι αλλιώς λίγα έσοδά μου.

Δεν είναι ούτε το ότι, έτσι όπως πάει, δεν ξέρω αν θα μπορώ να πάω διακοπές κι αυτό το καλοκαίρι. Το σπίτι της μαμάς να είναι καλά, έχει τη θάλασσα κοντά κι ας μην είναι ό,τι καλύτερη επιλογή. Κάποιοι άλλοι δεν την έχουν καν…

Δεν είναι που θα κάνω το σκατό μου παξιμάδι για να συνεχίσει ο μικρός τα μαθήματα στις ξένες γλώσσες μιας και «τα παίρνει τα γράμματα’ και είναι κρίμα να του κόψεις κάτι που του αρέσει και στο οποίο τα πάει καλά.

Δεν είναι που θα σκεφτόμαστε πόσο θα φάμε και αν θα βγούμε μια φορά το μήνα ή μια φορά το δίμηνο. Αν θα πιούμε ένα ποτό ή δύο.

Δεν είναι το αναγκαστικό μάζεμα από περιττές  «πολυτέλειες», τα στοκατζίδικα να είναι καλά.

Δεν είναι που ούτε να μας περάσει από το μυαλό η ιδέα για ένα ταξίδι, κάπου σ’ ένα φίλο βρε αδελφέ που έχω να βγω χρόνια μια βόλτα στο εξωτερικό και την έχω υποσχεθεί στον μικρό.

Δεν είναι πολλά απ’ αυτά τα πρακτικής φύσης πράγματα.

Αυτό που με στεναχωρεί πραγματικά είναι που σιγά σιγά και μεθοδικά μας έχουν στρέψει τον έναν εναντίον του άλλου. Ο καθένας εναντίον όλων.

Δεν είναι η πρώτη φορά που διαβάζω κάτι τέτοιο:

«Koιταξε και εγω κανω σεμιναρια σε υφισταμενους που δεν ειναι παιδακια του δημοτικου και για να σε ακουσουν χρειαζεται τεραστια υπομονη απο μερους σου για να επιβληθεις. Το να μπαινεις μες στην ταξη και να θεωρεις δυσκολο το να πεις το 1 και το 2 σε παιδια τη στιγμη που εχουν διωξει και απο το καθηκον της εκπαιδευσης την διαπαιδαγωγηση του μαθητη το θεωρω μαλλον γελοιο επιχειρημα. Το οτι φαινεται δυσκολο στους δασκαλους οφειλεται στο οτι δεν εχουν δουλεψει σε πραγματικη δουλεια με ωραριο και στρες»

Παλιά τσαντιζόμουν, τώρα δεν έχω καν το κουράγιο να γίνω έξαλλη. Οι δάσκαλοι εναντίον των καθηγητών, οι εφοριακοί εναντίον των γιατρών, οι ιδιωτικοί εναντίον των δημόσιων υπαλλήλων, οι αστοί εναντίον των αγροτών, οι έλληνες (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό…) εναντίον των μεταναστών, οι αλβανοί εναντίον των αφρικανών, οι γυναίκες εναντίον των αντρών, τα παιδιά εναντίον των μεγάλων, ο 5ος όροφος εναντίον του 1ου…. και πάει λέγοντας. Δεν έγινε μόνο του, χρόνια τώρα το μαχαιράκι κόβει σιγά σιγά το σαλαμάκι σε φετούλες. Κι εμείς νομίζαμε πως μας κάνουν καντάδα με Βοσκόπουλο, «Γλυκά πονούσε το μαχαίρι, έσταζε μέλι η μαχαιριά….».

Το κακό είναι πως οι φετούλες χαίρονται που δεν ανήκουν στο σαλαμάκι, είμαστε ελεύθερες σου λένε. Ελεύθερες να γαμήσουμε τις υπόλοιπες φετούλες. Μόνοι μας θα βγάλουμε τα μάτια μας ή μάλλον καλύτερα τα μάτια του διπλανού και θα προσπαθήσουμε να σώσουμε τα δικά μας κρατώντας τα κλειστά.

Έχω νεύρα λέμε…..


Είμαι πολύ τσαντισμένη. Με όλους και με όλα. Όχι με τους γύρω μου, τους στενούς φίλους ή την οικογένεια. Εκεί οι τσαντίλες είναι για απλά καθημερινά πράγματα. Έρχονται και φεύγουν γρήγορα και δεν σημαίνουν πολλά πράγματα επί της ουσίας. με τις καθημερινές τσαντίλες βρίσκω τρόπο να εκτονωθώ. θα γκρινιάξω λίγο, θα τα κουβεντιάσω με μια φίλη, θα πατήσω μια φωνή στο σπίτι, θα μου χαμογελάσει παιχνιδιάρικα ο γιος μου, θα μου περάσει. Με τα υπόλοιπα όμως τι γίνεται; Που η τσαντίλα δεν βρίσκει τρόπο να εκτονωθεί;

Έχω κόψει την τηλεόραση, ηθελημμένα δεν βλέπω ειδήσεις. Παρ’ όλα αυτά όμως οι ειδήσεις μπαίνουν στη ζωή μου με κάποιο τρόπο. Είτε διαβάζοντας εφημερίδα, είτε βλέποντας τους τίτλους των εφημερίδων στα περίπτερα, είτε μέσω internet. Ούτε μια καλή είδηση από πουθενά.  Μια φορά να δω ειδήσεις δε στην τηλεόραση, σαλτάρω. με κάνουν να νιώθω πως αύριο δεν θα έχω φαγητό να ταίσω το παιδί μου και το χειρότερο πως φταίω εγώ γιαυτό. Εγώ η κακούργα που σκόρπαγα τα λεφτά του κράτους και τώρα χρεωκοπήσαμε. Δεν το σκεφτόμουν η κακούργα όταν αγόραζα ρούχα από τα στοκατζίδικα, όταν πήγαινα διακοπές με σκηνή, όταν έπινα δύο ποτά αντί για ένα τη μια φορά το μήνα που έβγαινα με φίλους σε κανένα μπαράκι. Ούτε όταν έκανα παιδί το σκέφτηκα πως έχει έξοδα και θα χρεωκοπήσω το κράτος. Και τσαντίζομαι με τον εαυτό μου που τσαντίζομαι αλλά περισσότερο με όλους αυτούς που με δείχνουν με το δάχτυλο, φορώντας τις κυριλέ γραβάτες τους και τα κουστουμάκια που δεν τ’ αγόρασαν σε στοκατζίδικα, και μου λένε «Εσύ φταις και πρέπει να πληρώσεις. Να σφίξεις το ζωνάρι και ν’ ανεχτείς να σου μειώσουμε το μισθό σου γιατί εσύ φταίς. Παίρνεις πολλά και έχεις ρίξει έξω την επιχείρηση που λέγεται κράτος». Και δεν μπορώ να κάνω κάτι γιαυτό. Δεν μπορώ να πάρω πέτρες και ν’ αρχίσω να τις πετάω επί δικαίων και αδίκων. Δεν μπορώ να πάω και να σπάσω τα μούτρα όλων αυτών με το τεντωμένο δάχτυλο, να πάρω τις γραβάτες τους και να τους τις μπουκώσω στο στόμα να μη μπορέσουν ούτε να ξαναμιλήσουν ούτε ν’ αναπνεύσουν. Και κυρίως, να τους κόψω το δάχτυλο να μη μπορέσουν να το ξανατεντώσουν και να με δείξουν σαν φταίχτη.

Χειρότερα όμως από τους γραβατωμένους μου τη δίνουν οι γύρω μου. Που δεν τους φταίνε αυτοί με τις γραβάτες αλλά εγώ. Παρακολουθώ συζητήσεις δεξιά και αριστερά και βλέπω μίσος. Του αστού προς τον αγρότη, του ιδιωτικού υπάλληλου προς το δημόσιο υπάλληλο, του μικρού προς το μεγάλο, του έλληνα προς τον ξένο, του ξένου προς τον πιο ξένο, του… του… του…. Κι εντάξει, καταλαβαίνω πως οργισμένοι άνθρωποι είναι που έχουν λαλήσει από το σφίξιμο του ζωναριού αλλά λίγο μυαλό δεν υπάρχει; Επειδή δεν μπορούμε καν να δούμε το φταίχτη τα βάζουμε με τον διπλανό ταλαίπωρο; Αυτός φταίει για όλα; Θα περικόψουν τους μισθούς των εκπαιδευτικών λένε και βλέπω τρελές χαρές γύρω μου. «Καλά να τους κάνουν τους άχρηστους, με 330 ευρώ να τους έχουν που κάθονται όλη μέρα και τα ξύνουν. Που θέλουν και λεφτά με τόσο λίγες ώρες δουλειά τη μέρα και διακοπές το καλοκαίρι…. Γιατί αυτοί να παίρνουν τον ιλιγγιώδη μισθό των 1400 ευρώ κατά μέσο όρο, όταν ο άλλος δουλεύει 10 ώρες τη μέρα για 800 ευρώ; Στην πυρά οι εκπαιδευτικοί!!!! Άρον άρον σταύρωσον αυτούς!!!» Λες και οι εκπαιδευτικοί φταίνε για το πως έχει καταντήσει η δημόσια εκπαίδευση, αυτοί φταίνε για την παραπαιδεία, για τις -ανά αλλαγή υπουργού- μεγαλόπνοες μεταρρυθμίσεις (γεμίσαμε Παπανούτσους, μη χέσω…) που κάθε φορά είναι 10 βήματα πίσω, για τα άθλια σχολικά κτίρια, για τα αναλυτικά προγράμματα που είναι το στίγμα της εκάστοτε εκπαιδευτικής πολιτικής και που -στην Ελλάδα μόνο- είναι συνήθως γραμμένα στο γόνατο. Οι εκπαιδευτικοί αποφασίζουν για όλα αυτά, ως γνωστόν. Δεν σκέφτεται κανείς απ’ αυτούς που μας φτύνουν,  πως φτάσαμε στο σημείο να είναι από τις πιο απαξιωμένες επαγγελματικές ομάδες οι εκπαιδευτικοί. Και με πιο τρόπο έγινε αυτή η απαξίωση μέσα σε πολύ λίγα χρόνια. Ούτε οι γιατροί με τα τόσα φακελλάκια δεν βιώνουν τόση απαξίωση. Δεν σκέφτονται πως απαξιώνοντας την δημόσια εκπαίδευση και τους λειτουργούς της, απαξιώνεις το μέλλον του τόπου σου. Πως μπορεί όλο αυτό να ήταν στημένο και καλά σκηνοθετημένο. Τίποτε, οι δάσκαλοι φταίνε για όλα. Να γκρεμίσουμε τη δημόσια εκπαίδευση, να την παραδώσουμε στους ιδιώτες να δούμε το φως μας. Και τρελαίνομαι εντελώς όταν αυτά τ’ ακούω όχι από δεξιούς αλλά από ακροδεξιούς εθνικιστές και εθνικοσοσιαλιστές εχθρούς της Νέας Τάξης και της Παγκοσμιοποίησης. Που είναι τόσο ανεγκέφαλοι ώστε να μην καταλαβαίνουν πως η άλωση της δημόσιας παιδείας από τους ιδιώτες είναι ένα από τους πρωταρχικούς στόχους της παγκοσμιοποίησης που σιχαίνονται. Τρελαίνομαι κι όταν τ’ ακούω από ανθρώπους που δεν τους φτάνουν να πληρώσουν το φροντιστήριο αγγλικών για τα παιδιά τους και ονειρεύονται ιδιωτικά πανεπιστήμια. Που πας ρε καραμήτρο και θες και ιδιωτικό πανεπιστήμιο, γυμνάσιο και πάει λέγοντας; Για να μείνει εντελώς αμόρφωτο το παιδί σου στον αιώνα τον άπαντα; Αυτό θέλουν να επιτύχουν, μια κοινωνία δύο ταχυτήτων, η ελίτ και η πλέμπα, κι εσύ καραμήτρο υπογράφεις με χαρά να είσαι εσύ και τα παιδιά σου για πάντα στην αναλώσιμη πλέμπα. Και τα βάζεις με το διπλανό σου γιατί έχει 100 ευρώ παραπάνω στο μισθό. Όχι ν’ ανέβει ο δικός σου που είναι άθλιος αλλά να κατέβει του διπλανού που είναι κάπως λιγότερο άθλιος.

Τσαντίζομαι περισσότερο μ’ αυτούς τους ανεγκέφαλους χειροκροτητές της αθλιότητας στην οποία θέλουν να μας ρίξουν αυτοί που μας δείχνουν με το δάχτυλο. Και δυστυχώς δεν μπορώ να κάνω τίποτε γιαυτό. με την τσαντίλα μου θα μείνω να παραμιλάω μονάχη μου.

Είμαι έξαλλη


Όχι πως αυτό είναι ασυνήθιστο, είναι γνωστό πως γεννήθηκα με νεύρα. Αλλά δεν υπάρχουν και οι συνθήκες για να περάσω μια ήρεμη μέρα.

Τι μου τίναξε τα νεύρα στο αέρα πάλι; Ας πάρουμε τα πράγματα από τη αρχή λοιπόν. Κάθε εργάσιμη μέρα περπατάω στη Μεσογείων. Νομισματοκοπείο – Αγ. Παρασκευή – Νομισματοκοπείο. Πιο παλιά έκανα το δρομολόγιο μέχρι Εθνική Άμυνα. «Μπράβο σου και ζήτω σου» θα μου πείτε, «εμάς τι μας νοιάζει»;

Γιατί το κάνω αυτό; Έτσι γουστάρω βρε αδελφέ! Κεχαγιά στα γούστα μου θα βάλω; Όλη μέρα γυαλίζω μια καρέκλα, θέλω να περπατάω λίγο για να μην ξεχάσω πως έχω πόδια. Μ’ αρέσει το περπάτημα, με ηρεμεί. Βάζω μουσικούλα και πάω, χρόνο να έχω μόνον….

Με ηρεμεί είπα; Ναι καλά… Το περπάτημα το ίδιο με ηρεμεί, το κακό είναι είναι οι άνθρωποι και κυρίως οι άνθρωποι με τις ρόδες. Η Μεσογείων είναι δρόμος, μεγάλος δρόμος, με λεωφορειολωρίδες, με φανάρια με τα όλα της. Κι έχει και πεζοδρόμια, φαρδιά πεζοδρόμια, για τους πεζούς είναι αυτά. Για τους πεζούς σαν και μένα που γουστάρουν να περπατάνε. Γκέγκε; Μπα…. όχι γκέγκε. Διότι ας αφήσουμε το θέμα του πόσο άθλια είναι αυτά τα πεζοδρόμια, που ακόμα και με αθλητικά παπούτσια -αν δεν προσέχεις- διατρέχεις τον κίνδυνο να φτάσεις με καθυστέρηση στον προορισμό σου αφού κάνεις μια στάση στο ΚΑΤ για γύψο. Το αντιπαρέρχομαι αυτό. Το μεγάλο θέμα είναι τα παρκαρισμένα πάνω στα πεζοδρόμια αυτοκίνητα και το απύθμενο θράσος των οδηγών τους. Αυτοκίνητα παρκαρισμένα κάθετα στο πεζοδρόμιο, πλάγια, οριζόντια, με κάθε τρόπο. Για να περπατήσει κανείς πρέπει α έχει κάνει κομμάντο. Να μπορεί να πηδάει από πάνω τους, να ελίσσεται, να μπορεί να γίνει Τιραμόλα. Αλλά ούτε κι αυτό είναι αρκετό. Διότι πολλές φορές δεν υπάρχει ούτε εκατοστό ελεύθερο στα πεζοδρόμια. Οπότε τι κάνεις; Αναγκάζεσαι σαν μαλάκας να κατέβεις και να περπατάς στη λεωφορειολωρίδα. Παράλογο; Δεν απαντάει, άρα δε είναι παράλογο. Εκεί δε που γίνομαι έξαλλη εντελώς είναι όταν περπατάω στο πεζοδρόμιο (δυστυχώς όχι αμέριμνη, πως θα μπορούσα άλλωστε;) και κάποιος μαλάκας θέλει να παρκάρει ή να ξεπαρκάρει. Το μόνο που βλέπει είναι μη του τη χώσει κανείς από πίσω. Ο πεζός είναι αόρατος. Κι άμα τους την πεις το λιγότερο είναι να σου πουν «τι θέλεις να κάνω»; Αυτό μου είπε ένας μαλάκας που έκανε μανούβρες και με «ακούμπησε». Τον γαμείς κύριε πρόεδρε ή δεν τον γαμείς; Αντί για συγγνώμη «Τι θέλεις να κάνω». Τις περισσότερες φορές με βρίζουν όμως οπότε τους περνάω κι εγώ ένα χεράκι. Δεν τους περνάει καν από το μυαλό ρε παιδί μου, πως μπορεί κατά τύχη α υπάρχει και πεζός πάνω στα πεζοδρόμια. Κι αν υπάρχει πρέπει να εξοντωθεί γιατί τους ενοχλεί. Πιάνει χώρο.

Σήμερα ήταν μια τέτοια μέρα. Τη μισή διαδρομή την έβγαλα στη λεωφορειολωρίδα. Λέτε ν’ αρχίσω να μετατρέπομαι σε λεωφορείο; Λέτε να θέλει να μου ψιθυρίσει κάτι το σύμπαν;

Εγώ πάντως κουφάλες οδηγοί δεν θα το βάλω κάτω. Θα εξακολουθήσω να περπατάω. Δεν θα γίνω βιοχλαπάτσα σαν τα μούτρα σας. Ουστ!

Τι είπα; Πως με ηρεμεί το περπάτημα; Μουαχαχαχαχαχα…..

Μου τη σπάει….


Μου ζήτησε η Ξένη να γράψω πέντε πράγματα που μ’ εκνευρίζουν. Λίγα είναι τα πέντε αλλά θα κάνω μια προσπάθεια να τα συμπτύξω σε κατηγορίες σπαστικών πραγμάτων, γιατί αλλιώς δεν θα τελειώσουμε ποτέ. Έχουμε και λέμε λοιπόν.

1) Μου τη σπάνε χοντρά, μέχρι τρέλας, οι περισσότεροι οδηγοί. Αυτοί που παρκάρουν πάνω στα πεζοδρόμια και σε αναγκάζουν να κατέβεις στη λεωφορειολωρίδα. Μούρχεται να τους κάνω τα κωλάμαξά τους λαμπόγυαλο. Οι ίδιοι συνήθως κορνάρουν για να βιαστείς αν είσαι πάνω σε πεζοδρόμιο και περπατάς κι αυτοί θέλουν να το καβαλήσουν για να παρκάρουν. Βιάζονται από πάνω και τους ενοχλείς, τρομάρα τους. Στην ίδια κατηγορία βάζω όλους τους μαλακοκαύληδες οδηγούς που περνάνε με κόκκινο, που δεν σέβονται την προτεραιότητα του πεζού πάνω στη διάβαση, που ξεκινάν πριν ανάψει το πράσινο. Όλους αυτούς που νομίζεις πως έχουν βάλει στοίχημα ποιος θα φάει πρώτος τη γριά ή το μωρό στο καρότσι.

Α, κι αυτούς που ανοίγουν την πόρτα και αδειάζουν το τασάκι στο δρόμο. Κάποια στιγμή θα τα μπουκώσω στο στόμα κανενός αυτά τ’ αποτσίγαρα….

2) Μου τη σπάνε οι άνθρωποι που πιστεύουν πως η ζωή και οι υπόλοιποι άνθρωποι τους χρωστάνε, ενώ αυτοί δεν χρωστούν τίποτε και σε κανέναν. Αυτοί που πιστεύουν πως ο προορισμός τους στη ζωή είναι ν’ απλώνουν το χέρι και να παίρνουν ό,τι γουστάρουν γιατί πιστεύουν πως τους ανήκει κληρονομικώ δικαιώματι. Αυτοί οι άνθρωποι όλο κλαίγονται για το πως δεν έχουν όσα τους άξιζαν. Κοινώς σιχαίνομαι τους καρμοίρηδες, γκρινιάρηδες, ματζίριδες…

3) Μου τη σπάνε τα κακομαθημένα παιδιά.

Για την ακρίβεια όχι τα παιδιά αλλά οι γονείς του που τα κακόμαθαν.

4) Μου τη σπάει να μου μιλάνε άγνωστοι με τρόπο λες και γνωριζόμαστε απ’ το στρατό. Ειδικά όταν εγώ τους μιλάω στον πληθυντικό και ευγενικά και μου αντιγυρίζουν το λόγο στον ενικό, να’ ουμ…. Ή αυτοί που τους λες καλημέρα και δεν σου λένε.

5) Μου τη σπάνε οι γυναίκες που δεν ξέρουν να ντύνονται. Όχι αυτές που ντύνονται με φτηνά ρούχα. Αυτές που δεν έχουν συναίσθηση πόσα κιλά είναι και ντύνονται με ρούχα που φοράνε τα μοντέλα στις φωτογραφήσεις για περιοδικά. Που πας μαρή και βγάζεις έξω την κοιλιά όταν μοιάζει με κοιλιά ετοιμόγεννης αλλά στο χαλαρό της; Οι χαμηλοκώλες που φοράνε κολλητά παντελόνια κάπρι. Αυτές που φοράνε πεδιλάκια μ’ ενα λουράκι το καλοκαίρι και το πόδι τους μοιάζει με νταλικιέρη, με μαύρο νύχι και σκισμένες φτέρνες. Κάθε που βλέπω μια από δαύτες μου έρχεται να τις βουτήξω και να τις βάλω μπροστά από έναν καθρέφτη να τις ρωτήσω τι βλέπουν. Θα μου πεις πως μπορεί αυτές να βλέπουν τη Μόνικα Μπελούτσι κι εγώ τη θειά Μαριγώ απ’ το χωριό που είναι 130 κιλά. Κι αυτό σωστό είναι…

Και μια έκτη κατηγορία γιατί δεν μου έφτασαν οι πέντε.

6) Μου τη σπάνε οι βρωμιάρηδες.

Αυτοί που δεν πλένονται και αφήνουν μια μπόχα πίσω τους

Αυτοί που δεν πλένουν ποτέ τα δόντια τους και βρωμάει η ανάσα τους όλα τα τσιγάρα που κάπνισαν στη ζωή τους, όλα τα μπυρόνια, τσίπουρα και άλλα ξύδια που ήπιαν στη ζωή τους και όλα τα τζατζίκια και τους παστουρμάδες που σαβούρωσαν. Μου έρχεται να ξεράσω όταν βρεθεί τέτοιος δίπλα μου.

Αυτοί που τα ρούχα τους μυρίζουν όλα όσα μαγειρεύτηκαν στην κουζίνα τους τα τελευταία 10 χρόνια. Αυτοί κι αυτές που φοράνε βαριές κολώνιες πρωί πρωί.

Οι άντρες που κάθονται στα λεωφορεία με τα πόδια ανοιχτά και πιάνουν μιάμιση θέση. Σιγά ρε μεγάλε, πόσο μεγάλα πια είναι τ’ αρχίδια σου και δεν μπορείς να κλείσεις τα πόδια σου;

Αυτοί που φτύνουν στο δρόμο ή από το παράθυρο του αυτοκινήτου.

Αυτοί που φυσάνε τη μύξα τους στο χέρι και το τινάζουν στο δρόμο.

Αυτοί που κάνουν ανασκαφές στη μύτη τους χωρίς να τους νοιάζει αν τους βλέπουν όλοι.

Τέλος μου τη σπάνε αυτοί που μασάνε τσίχλα δυνατά, μ’ ανοιχτό το στόμα δίπλα στο αυτί σου. Θέλω να εγκληματίσω σ’ αυτές τις περιπτώσεις.

Traffic


Πάλι απεργία το Μετρό. Το πρωί νόμιζα πως κυκλοφορούσαν λεωφορεία αλλά φευ… Φρούδες ελπίδες. Πήρα τρόλει, στριμώχτηκα. Κατέβηκα στο Μετρό των Αμπελοκήπων, περπάτησα μέχρι το Μετρό της Κατεχάκη, πήγε 9 η ώρα και. Λέω δεν μπορεί, θα σκάσει λεωφορείο, τι στα κομμάτια; Το πρώτο εμφανίστηκε στις 9:15 αλλά δεν με βόλευε, το δεύτερο στις 9:25 αλλά ήταν χαλασμένο και έφυγε. Το τρίτο κατά τις 9:35. Δεν βόλευε πολύ αλλά τι να κάνω, ανέβηκα. Έστριβε όμως πιο πριν απ’ όπου νόμιζα, κατέβηκα πάλι, περπάτησα μέχρι τη Μεσογείων, πήρα το επόμενο που επιτέλους βόλευε. Ανάσταση!!!
Το μεσημέρι σκέφτηκα έξυπνα. Πήγα στην αφετηρία του Β5. Θα το πάρω σκέφτηκα από την αφετηρία και τουλάχιστον θα πάω σπίτι καθιστή. Καθιστή πήγα (αφού περίμενα 15 λεπτά στην αφετηρία να έρθει λεφωφορείο που είχε κολλήσει στην κίνηση) αλλά μέχρι την Κατεχάκη πάλι. Είχα ένα θέμα με την Κατεχάκη σήμερα. Η Μεσογείων λίγο πριν φτάσουμε στην Κατεχάκη άρχισε να στουμπώνει. Στην Κατεχάκη ήταν ακούνητη. Το λεωφορείο φίσκα κι εγώ καθιστή μεν αλλά έχοντας αγκαλιά όλους τους γύρω όρθιους. Ζέστη, αρώματα, μπόχες, τα πάντα. Ανοιχτά τα παράθυρα μεν αλλά τι να σου κάνουν κι αυτά, άμα το όχημα είναι ακούνητο; Κόντεψε να μου έρθει εγκεφαλικό. Άσχετο αλλά και σχετικό. Μετά από παρατηρήσεις χρόνων στα ΜΜΜ οι άντρες είναι πάντα πιο βρωμύλοι από τις γυναίκες. Πολύ πιο σπάνια θα σταθείς δίπλα σε γυναίκα που να σε διώχνει με τη μυρωδιά της. Πιθανόν να σε διώχνει γιατί λούστηκε με άρωμα βαρύ κι ασήκωτο στις έξι το πρωί και με την τσίμπλα στο μάτι αλλά και οι άντρες λούζονται χειρότερα όταν βάζουν άρωμα. Γιατί σκατά οι μισοί άντρες βρωμάνε;. Δεν πλένονται τόσο συχνά; Είναι το είδος του ιδρώτα; Δεν αλλάζουν ρούχα και εσώρουχα; Ποτέ δεν κατάλαβα…
Βγήκαν στην επιφάνεια όλα τα κλειστοφοβικά μου σύνδρομα. Ένοιωθα πως αν δεν σηκωθώ αμέσως να τεντώσω και να κουνήσω τα πόδια μου, αυτά θα παραλύσουν. Με το που φτάσαμε στη στάση πάτησα τους μισούς και κατέβηκα. Ευτυχώς είχα προνοήσει να καθήσω δίπλα σε πόρτα. Με ξέρω εγώ…. Πάντα κοντά σε έξοδο γιατί σέρνεται και μια ελαφρά κλειστοφοβία.
Εγώ και το καλό μου λεωφορείο κάναμε τον ίδιο χρόνο να φτάσουμε από την Κατεχάκη στην Αλεξάνδρας. Αυτό στο δρόμο κι εγώ από το πεζοδρόμιο. Μέσα σ’ όλα τρύπησε η κάλτσα και με χτύπησε (λίγο) το μποτάκι. Χίλες φορές όμως να κουνάω τα ποδαράκια μου και να περπατάω στο καθαρό καυσαέριο κι ας με πληγώνουν τα παπούτσια παρά να είμαι σφηνωμένη σ’ ένα σαρδελοκούτι παρέα με τα υπόλοιπα ψαράκια.
Ουφ…
Το κερασάκι στην τούρτα ήταν πως αντί να ακούω τραγουδάκια, έβαλα ραδιόφωνο και άκουγα ειδήσεις. Ναι είμαι μαζόχα. Έτσι άκουγα, παστωμένη στο λεωφορείο και μετά περπατώντας, τα πάντα για τα χρηματιστήρια, την πτώση των επιτοκίων, τις εγγυημένες μας καταθέσεις από τον ίδιο το χοντρούλη με το ζαβό βλέμμα. Η μία απελπισία πάνω στην άλλη.
Σε τι κόσμο θα μεγαλώσουμε λοιπόν τα παιδιά μας Νίκο Τσιαμτσίκα;
Φυσικά η φωτογραφία που συνοδεύει την παρούσα ανάρτηση ουδεμίαν σχέσιν έχει με τη σημερινή πραγματικότητα.